Η εποχή του Βαρδή

Για μια ολόκληρη γενιά η οποία μεγάλωσε παράλληλα με τη δεύτερη περίοδο της δημιουργικότητάς του, ήταν ο άνθρωπος που έγραφε και έλεγε ωραία τραγούδια, που γέμιζαν τις ανέμελες στιγμές σου ως πιτσιρικάς...

Νίκος Σβέρκος
Νίκος Σβέρκος
 
Εδώ είμαστε και πάλι, για ακόμα μία «σαιζόν» απ' ό,τι πληροφορήθηκα από τους αγαπητούς ιθύνοντες του Avopolis! Η επανέναρξη της στήλης έγινε με φυσικό και αβίαστο τρόπο, χωρίς την αμηχανία και την αναμονή για το αν θα στείλει το αναγκαίο ηλεκτρονικό μήνυμα ο αρχισυντάκτης, μεταφέροντας τις εκτιμήσεις για την κοινή μας πορεία, μεταφρασμένης σε κλικ και αναγνώσεις. Ευτυχώς εδώ στο Avopolis, αν και πολλοί αναγνώστες μπορεί να μην θέλουν να το αποδεχτούν, ισχύει (παραφρασμένη) η ρήση του David Grohl από την κεντρική του ομιλία στο SXSW το 2012: «Ο γραφιάς προέχει».
 
Εδώ λοιπόν είναι που οι συντάκτες έχουν τον πρώτο λόγο και μπορούν να εκφράσουν τη σκέψη τους και την άποψή τους χωρίς παρεμβάσεις. Αρκεί να τηρείται η απόλυτη προϋπόθεση του σεβασμού τόσο απέναντι στο ίδιο το αντικείμενο ενασχόλησης, όσο και προς τους αναγνώστες. Εδώ δεν θέλουμε ούτε να χαϊδέψουμε, ούτε να φτύσουμε δηλητήριο. Εκτός αν το αξίζεις. Γι' αυτό και ο γράφων δηλώνει δημοσίως από τη συγκεκριμένη στήλη ότι δύσκολα θα αποχωριστεί το Avopolis, αν κάτι δεν προχωρήσει. 7 συναπτά έτη δεν είναι άλλωστε λίγα.
 
 
Αρκετά όμως με την αυτο-αναφορικότητα. Η στήλη γράφεται την ώρα που στην Αττική βρέχει καρέκλες και στο YouTube, το οποίο πάντα «τρέχει» σε κάποια από τις καρτέλες του περιηγητή στο διαδίκτυο, παίζουν ασταμάτητα τραγούδια του Αντώνη Βαρδή. Η αναχώρησή του από τον μάταιο τούτο κόσμο προκάλεσε αναμφισβήτητα συγκίνηση –και όχι μόνο λόγω του θανάτου του, αυτού καθ' εαυτού. Γέμισε περισσότερο συγκίνηση επειδή η διαολεμένη μας συνήθεια και το κυνήγι να βρεθεί το κάτι νέο, προκαλεί τη λήθη για το παλιότερα συνηθισμένο.
 
Εξηγούμαι: Ο Αντώνης Βαρδής έγινε αγαπητός για διάφορους λόγους. Αφενός ήταν εξαιρετικός κιθαρίστας, πραγματικός εργάτης, προσγειωμένος στις συνεργασίες του, ενώ ανύψωσε αμέτρητους τραγουδιστές με ένα μουσικό όργανο που τότε δεν έμπαινε «μπροστά». Ήταν πιθανότατα ο καλύτερος στον χώρο του όχι αμιγώς λαϊκού τραγουδιού. Ήταν όμως λαϊκός στην πρόσληψη και την απόδοση των συναισθημάτων του στην τραγουδοποιία του. "Φεύγω", "Θα Εκραγώ" και άλλες πολλές φράσεις ντύθηκαν με μελωδίες του πηγαίες και ασύμφορες. Ευθείες. Χωρίς περιστροφές και εστετισμούς. Ίσως έφταιγε το γεγονός ότι δεν ήθελε να γίνει ποτέ «λόγιος» ή «ιερό τέρας» της τέχνης του.
 
Ο θάνατός του, όμως, δεν περιορίζει τις συναισθηματικές του επιπτώσεις μόνο στο μήνυμα το οποίο εξέπεμπε, αλλά και στο μέσο. Ο Βαρδής ανήκε δηλαδή σε μια γενιά δημιουργών και συντελεστών που λειτούργησαν σε μια περίεργη περίοδο για τη χώρα. Μεταπολιτευτικά, όταν μια μάζα προσπαθούσε να βρει πολιτικά και πολιτιστικά τα πατήματά της, ο Βαρδής ήταν εκεί. Μετέπειτα, στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990, όταν οι νέες σχέσεις άρχισαν να παγιώνονται και σταδιακά να αποδομούνται από την υπερβολική τους χρήση, ο Βαρδής ήταν ξανά εκεί.
 
Streamvard_2
 
Και για μια ολόκληρη γενιά, η οποία μεγάλωσε παράλληλα με τη δεύτερη περίοδο της δημιουργικότητάς του, ο Βαρδής ήταν ο άνθρωπος που έγραφε και έλεγε ωραία τραγούδια, που γέμιζαν τις ανέμελες στιγμές σου ως πιτσιρικάς. Ήταν η περίεργα ένρινη φωνή στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, ήταν ο τραγουδιστής με το ασύμβατο (ελέω εντεινόμενου ψωρο-σταρ σύστεμ) που ήταν εκεί να προσφέρει όμορφες μελωδίες. Από τον Βαρδή ήξερες ότι δεν πρέπει να περιμένεις να μεγαλουργήσει συνθετικά. Περίμενες όμως και άκουγες κατά τραγούδια. Όχι τραγουδάκια. Τραγούδια υπέροχα, σαν κι αυτό του βίντεο.
 
Και ο θάνατός του σε συγκινεί λοιπόν γιατί βλέπεις ότι υπήρξε μια περίοδος όταν η διασκέδαση ήταν αγαπημένη συνήθεια για τους ίδιους τους διασκεδαστές. Θαυμάστε την Αλεξίου να δίνει στη Στοκχόλμη μια παθιασμένη ερμηνεία, το μπάσο να «οργώνει» με ατημέλητο τρόπο, την κιθάρα να κινείται τρελά και το μπουζούκι –ναι, το μπουζούκι– δια χειρός Νικολόπουλου, να βρίσκεται εκεί για να δώσει μια ένταση πρωτόγνωρη σε μια ελαφρώς ροκ φόρμα.
 
Δείτε το και ύστερα δοκιμάστε να ακούσετε το επόμενο ποπ είδωλο που θα σερβίρει το εγχώριο σύστημα χωματερής, ντυμένο με «έντεχνη» ζάχαρη.
Top