Άγγελος Κλειτσίκας

Μία από τις πιο σιχαμερές απαντήσεις που μπορεί να δώσει κανείς στην ερώτηση «Πώς τα πέρασες στις διακοπές σου;», είναι η «Γέμισα τις μπαταρίες μου». Αυτό το καλοκαίρι, όμως, είναι η πρώτη φορά που η συγκεκριμένη, κλισεδιάρικη φράση προσέγγισε κατά πολύ το πως βίωσα τις φετινές διακοπές, που έμοιαζαν με μία απαραίτητη, πολύτιμη και ουσιαστική χρονική ανάπαυλα ανάμεσα σε μία ταραχώδη περίοδο που τελείωσε και μία νέα που ξεκινάει, για την οποία κυρίως νιώθω περιέργεια και ανυπομονησία, παρά άγχος ή φόβο για το πως θα εξελιχθεί. Μέσα στις ήσυχες μέρες του Αυγούστου, διάβασα 7 βιβλία (προσωπικό ρεκόρ διακοπών), είδα 7 ταινίες (μακριά από το προσωπικό ρεκόρ διακοπών) και άκουσα λιγότερους δίσκους απ’ ότι συνηθίζω, αλλά όλοι τους μου εντυπώθηκαν εντονότατα. Και το πρώτο Snap(shots) για τη νέα σεζόν είναι αφιερωμένο σε όλα τα παραπάνω.

Ξεκινώντας από το πιο πρόσφατο χρονικά, θα επικαλεστώ τα λόγια του Jorge Luis Borges που, είχε πει οτι ο κάθε λογοτέχνης σε όλη του τη ζωή προσπαθεί να γράψει ουσιαστικά το ίδιο βιβλίο. Αν μεταφέρουμε αυτή την ιδέα στον κινηματογραφικό κόσμο, τότε το Tenet, η νέα ταινία του Christopher Nolan που πουσαρίστηκε ως αυτή που θα σώσει τον κινηματογράφο στα χρόνια του κορονοϊού, αποδεικνύει πως ο βρετανός σκηνοθέτης χρησιμοποιεί σχεδόν στο σύνολο της φιλμογραφίας του (με αποκορύφωμα το Inception) την έννοια του χρόνου και της σχετικότητας του, για να διοχετεύσει όλες του τις υπαρξιακές ανησυχίες, επικαλώντας παρόμοιες, αφηγηματικές μεθόδους κάθε φορά. Το Tenet αποτελεί την ανεστραμμένη, αποτυχημένη εκδοχή αυτής της εμμονής του (σε σχέση με το Inception λ.χ), καθώς η ιστορία είναι γεμάτη από πρακτορικά κλισέ και όσες ιδέες θα μπορούσαν να μοιάζουν πρωτότυπες, καίγονται από τη κατάχρηση που τους έχει κάνει ο σκηνοθέτης μέσα από προηγούμενες ταινίες του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, αυτές πλέον να μοιάζουν απλώς κουραστικές και ανούσιες, παρά ως δυσνόητοι, φιλοσοφικοί γρίφοι που καλείται να λύσει ο απαιτητικός θεατής. Αν κάτι αξίζει, είναι η το soundtrack νεοκλασσικής/ ηλεκτρονικής μουσικής του Ludwig Göransson που πέφτει στις πιο κρίσιμες στιγμές, οπότε αν όντως αποφασίσετε να τη δείτε στο κινηματογράφο, μην κάνετε το λάθος να τη δείτε σε θερινό.

Ακόμη μία κινηματογραφική απογοήτευση ήταν το An Easy Girl, η νέα ταινία της Rebecca Zlotowski, η οποία προβάλλεται στο Netflix. Η γαλλίδα σκηνοθέτις προσπάθησε να δημιουργήσει μία ταινία/φόρο τιμής στη nouvelle vague, αλλά στην πραγματικότητα αυτό που προκύπτει είναι μία επιφανειακή απόπειρα σύλληψης της αύρας μιας άλλης εποχής χωρίς ουσία. Ίσως το πιο κοφτερό σημείο στο όλο εγχείρημα, είναι πως το πρωταγωνιστικό ρόλο υποδύεται η γαλλοαλγερινή Zahia Dehar, μοντέλο και ηθοποιός γνωστή για το ερωτικό σκάνδαλο με δύο παίκτες της εθνικής ομάδας της Γαλλίας στο οποίο αναμίχθηκε. Στην ταινία μπορεί να πει κανείς πως εξιλεώνεται κάπως αυτοσαρκαστικά για ο,τι είχε συμβεί τότε. Υποδύεται τη Sofia, μία κοπέλα που χρησιμοποιεί το σεξ και το σώμα της για να απολαμβάνει μία χλιδάτη ζωή. Όταν πηγαίνει στις Κάννες για διακοπές, βρίσκει την μικρότερη και πολύ διαφορετική  από αυτήν ξαδέρφη της και της συστήνει έναν πιο...απελευθερωμένο τρόπο ζωής. Τα πλάνα στις Κάννες και τη Μεσογειακή Γαλλία/ Ιταλία είναι πάντα γοητευτικά, αλλά όταν κλέβουν την παράσταση από τα βλέμματα, τα πρόσωπα και τις κινήσεις του σώματος, τότε κάτι έχει πάει λάθος.

Στον αντίποδα, τρομερά ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε το ασπρόμαυρο Blue Jay (2016), μία ταινία σε σενάριο των συμπαθεστάτων αδελφών Duplass (δείτε οπωσδήποτε τη δική τους σειρά Togetherness). Είναι ένα κρυφό, indie διαμαντάκι που μπορείτε να παρακολουθήσετε, επίσης, στο Netflix. Σε μία μικρή, κωμόπολη της Καλιφόρνια, ο Jim πέφτει τυχαία στο σούπερμαρκετ στο μεγάλο του λυκειακό έρωτα, την Amanda (την υποδύεται εκπληκτικά η Sarah Paulson). Και οι δυο τους έχουν επιστρέψει στην πόλη που μεγάλωσαν, ερωτεύτηκαν και δέθηκαν με έναν μαγικό τρόπο, για διαφορετικούς λόγους, και, τελικά, περνούν όλη τη μέρα μαζί, σκάβοντας βαθιά στο παρελθόν και ανακαλύπτοντας όσα τους είχαν κάνει να ερωτευθούν. Το αληθινό και τρυφερό τέλος με διέλυσε και δε σταμάτησα να τη σκεφτόμουν το επόμενο πρωί.

Τη λογοτεχνική παράσταση του φετινού μου καλοκαιριού την έκλεψε η Όλγκα Τοκάρτσουκ, με τα δύο βιβλία της Πλάνητες και Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Η σπουδαία πολωνή συγγραφέας διαθέτει έναν εκπληκτικό τρόπο να διεισδύει βαθιά, πολύ βαθιά στις μεγαλύτερες αλήθειες της ανθρώπινης συνθήκης. Με μία γραφή συμβολική, αλληγορική, τρυφερή και ανθρωποκεντρική πείθει τον αναγνώστη πως φτάνει στα έγκατα του νοήματος της ύπαρξης. Ειδικά οι Πλάνητες μοιάζουν με μία ανατομία της τέχνης του ταξιδιού, της συνεχούς κίνησης, του σώματος και του πνεύματος σε διαρκή εγρήγορση, της ανάγκης του ανθρώπου να κινείται συνεχώς για να βιώσει τις μεγαλύτερες συγκινησεις της ζωής του και να φτάσει στον απώτερο σκοπό. Η διάλεξη που έβγαλε στο πλαίσιο της βράβευσης με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2018 φιλοξενείται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου και νομίζω αποτυπώνει με απίστευτη καθαρότητα την ανάγκη της μεγάλης λογοτεχνίας στους καιρούς που ζούμε. Από τα σημαντικότερα αναγνώσματα της ζωής μου.

 

Ακόμη ένα -αρκετά διαφορετικό- βιβλίο που ξεχώρισα, είναι ο Μονοσήμαντος Κόσμος του Τόμας Μπάουερ (εκδόσεις Αντίποδες) ). Πρόκειται για ένα πολύ πυκνό, φιλοσοφικό/κοινωνιολογικό ανάγνωσμα, μέσα από το ο οποίο ο γερμανός μελετητής τεκμηριώνει με πανέξυπνα και πρωτότυπα παραδείγματα απ’ όλο το φάσμα της σύγχρονης ζωής, το κεντρικό του επιχείρημα: ο κόσμος σήμερα γίνεται ολοένα και λιγότερο ποικιλόμορφος. Όλα ξεκινάνε από τη σύγχρονη ανάγκη του ανθρώπου για ξεκάθαρα νοήματα και σαφείς απαντήσεις, εξηγεί ο Μπάουερ, ενώ η ανοχή στην αμφισημία και τις ανοιχτές ερμηνείες πάνω σχεδόν σε οποιαδήποτε συνθήκη έχει συρρικνωθεί πολύ έντονα με την άνοδο του καπιταλισμού. Μέσα από μία εκλαϊκευμένη γραφή, το βιβλίο καταλήγει να μοιάζει με μία ωδή στην ελευθερία, τη διαφορετικότητα και τον πλούτο του κόσμου που ζούμε. 

Η αλήθεια είναι πως τον Αύγουστο σπάνια κυκλοφορούν οι σημαντικότεροι δίσκοι κάθε χρονιάς -και ο φετινός δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Πάντως, λόγω των διακοπών, των διαφορετικών τόπων και συνθηκών που τους ακούμε, οι δίσκοι αυτοί αποκτούν διαφορετικό νόημα και αξία. Ακόμη κι αν δεν θα βρίσκονται στις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς, θα έχουν ξεχωριστή θέση μέσα μου. Ξεχώρισα λοιπόν το Οn&On&On του Daniel Blumberg, πρώην μέλος των Yuck, ένα αρκετά avant garde έργο που στηρίζεται στην επανάληψη ενός κεντρικού μοτίβου με μαεστρικό τρόπο (μου θύμισε τους Talk Talk με έναν παράδοξο τρόπο), το Long Lost Solace Find του frontman των space rockers Purling Hiss, Mike Polizze, ένας folk-americana δίσκος παλιάς σχολής με γλυκύτατες μελωδίες, το Distance της Jess Cornelius, ένα κλασικό indie άλμπουμ με δυνατό χαρακτήρα, το συμπαθητικό, ανάλαφρο άλμπουμ διασκευών των Whitney με τίτλο Candid, καθώς και τις Φίλες  και το For The Sun από τους «δικούς μας» Δεσποινίς Τρίχρωμη και Melorman, αντίστοιχα. Επιλογές από τα παραπάνω και από πολλά ακόμη, μπορείτε να ακούστε στην καθιερωμένη playlist μου:

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured