Πώς το "Screamadelica" των Primal Scream έγινε το "Sympathy for the Devil" της γενιάς του E

Ο Θανάσης Μήνας ανατρέχει στο οριακό album των Primal Scream ενόψει της εμφάνισης της μπάντας στο Release Athens, στις 21 Ιουλίου.

Μέχρι και τις πρώτες ημέρες της δεκαετίας του 1990, οι Primal Scream λογίζονταν ακόμα ως μια αναβιωτική, νεοψυχεδελική μπάντα. Το πρώτο τους album Sonic Flower Groove, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1987 από την εταιρεία Elevation Records του Mayo Thompson (leader των Τεξανών Red Krayola, σύγχρονων των 13 Floor Elevators), αποτέλεσε μια σπουδή στις δωδεκάχορδες κιθαριστικές συγχορδίες των Byrds του “Turn!Turn!Turn!” και του “8 Miles High”. Το δεύτερο τους album, με τίτλο το όνομά τους, που εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1989 από την Creation Records του Alan McGee, ήταν πιο γκαραζιέρικο και σκληρό στον ήχο, με αιχμηρές κιθάρες που διαολίζονταν από το punk των Stooges και των MC 5. Το άλμπουμ ήταν παταγώδης εμπορική αποτυχία, περιείχε όμως ένα κομμάτι, μιαν ας πούμε αλκοολική μπαλάντα στο στιλ του “Wild Horses” των Stones στο πιο soulful, που έμελλε να αποδειχθεί κομβική για την εξέλιξη της μπάντας: το "I'm Losing More Than I'll Ever Have" (με την ευκαιρία, στη δεύτερη πλευρά του 12άιντσου, διασκευάζουν ζόρικα το “Ramblin’ Rose” των MC 5).

Όμως, η μουσική (και ο τρόπος διασκέδασης) γύρω τους άλλαζε, υπό την επίδραση της σκηνής του Μάντσεστερ, της Hacienda, του acid house και του ecstasy. Στην αυτοβιογραφία του Tenement Kid: From the Streets of Glasgow in the 1960s to Drummer in Jesus and Mary Chain and Frontman in Primal Scream  (Third Man Books, 2022), ο Bobby Gillespie σημειώνει ότι τόσο στον ίδιο, όσο και στους Robert Young (μπάσο, κιθάρα, σύνθια, samples), Jim Beattie (κιθάρες, κίμπορντς) και Andrew Innes (κιθάρα, κήμπορντς, μαντολίνο, μπάντζο και άλλα πολλά), τους κίνησε το ενδιαφέρον αυτή η νέα σκηνή, καθώς εντόπιζαν εκλεκτικές συγγένειες με τις χίπικες συλλογικότητες του ’60 και με το ψυχεδελικό Καλοκαίρι της Αγάπης του 1967. Στο πεδίο της μουσικής, ο Gillespie, μέσω των Stones και των Faces, είχε ήδη μυηθεί στη μαύρη μουσική, στις βρώμικες soul ηχογραφήσεις της εταιρείας Stax από το Μέμφις (ή από τα Muscle Shoal Studio της Αλαμπάμα) και στο σκληρό funk των Parliament από το Ντιτρόιτ και των Meters από τη Νέα Ορλεάνη. Άρχισε να αντιλαμβάνεται το acid house ως τον επόμενο κρίκο στην ίδια αλυσίδα.

Ο Bobby στην αυτοβιογραφία του εξαίρει τη συμβολή του Alan McGee, του ιδρυτή της Creation: «Άκουσα για πρώτη φορά acid house χάρη στον Alan McGee το 1988. Ο McGee ήταν τελείως τρελός! Τη μια στιγμή άκουγε Gram Parsons, Stones και Modern Lovers, και το επόμενο λεπτό μεταμορφωνόταν σε έναν φανατικό κήρυκα του acid house. Φώναζε “Σας παρακαλώ!Σας παρακαλώ! Ακούστε αυτή την καταπληκτική μουσική! Σας παρακαλώ! Σας παρακαλώ! Δοκιμάστε αυτό το καινούριο ναρκωτικό!” Δοκιμάσαμε και τη μουσική και το Ε και μας διέλυσαν το μυαλό».

Χρειαζόταν όμως ένας ακόμα καταλύτης, μιας και μιλάμε για χημεία, για να επεξεργαστεί και να πραγματώσει το όραμα και τις νέες ιδέες του Alan McGee και των Primal Scream: ο καταλύτης αυτός άκουγε στο όνομα Andrew Weatherall (1963 – 2020).

Ο Andrew Weatherall ακόμα τότε δεν είχε κάνει καμία παραγωγή. Δούλευε ως DJ, μιξάροντας punk, dub, γκαραζόμπαντες των ‘60s και χορευτική μαύρη μουσική, και εξέδιδε το fanzine Boy’s Own. Είχε δημοσιεύσει στο τελευταίο μια πολύ εγκωμιαστική κριτική για το δεύτερο album των Primal Scream και είχε σταθεί ιδιαίτερα στο "I'm Losing More Than I'll Ever Have". Άνθρωπος με οξυδέρκεια, μεγάλη δισκοθήκη και σπάνιο μουσικό αυτί, ο Weatherall διέκρινε τις ρυθμικές δυναμικές που έκρυβε η σύνθεση και οι οποίες θα μπορούσαν να αναδειχθούν με μια διαφορετική προσέγγιση στην παραγωγή∙ συγχρόνως εντόπισε τις ομοιότητες του τραγουδιού με το “Stay With Me”, τον soulful rock ύμνο των Faces (Δεκέμβριος 1971), ειδικά του Bobby, που έβαζε τα δυνατά του για να ξεπατηκώσει στιλιστικά τη φοβερή ερμηνεία του Rod Stewart (σημ: ο καλός Rod Stewart είναι ισάξιος με τον Jagger ή με οποιονδήποτε soul ερμηνευτή∙ δυστυχώς οι μέτριες στιγμές του υπερτερούν αριθμητικά).

Οι Primal Scream ενθουσιάστηκαν με την κριτική προσέγγιση του Weatherall και αποφάσισαν να του προτείνουν να κάνει remix στο κομμάτι. Γράφει ο Bobby:

«Άκουσα για τον Andrew Weatherall το καλοκαίρι του 1989, όταν παρουσίασε μια λίστα με τα αγαπημένα του τραγούδια στο fanzine  Boy’s Own. Προς μεγάλη μας έκπληξη, έγραφε ότι του άρεσαν πολύ όλες οι μπαλάντες από τον δεύτερό μας δίσκο. Κανείς δεν ενδιαφερόταν για αυτόν τον δίσκο εκτός από λίγους φανατικούς, όμως αυτός τον γούσταρε. Θυμάμαι ότι κάποιοι από την μπάντα ταξιδέψαμε σε μια αγροικία κοντά στο Μπράιτον, όπου μίξαρε δίσκους σε ένα acid house party. Τον γνωρίσαμε τελικά κατά τις 5 το πρωί σ’ ένα λιβάδι. Όλοι είχαμε τριπάρει με E. Κολλήσαμε αμέσως. Μετά ήρθε αυτός και μας είδε να παίζουμε live στο Exeter University και έγραψε θετική κριτική στο NME. Μετά από αυτό, πηγαίναμε να τον ακούσουμε όποτε έπαιζε ως DJ στο Λονδίνο. Έτσι γίναμε καλοί φίλοι. Τότε ήταν που κάποιος, δεν θυμάμαι ποιος ακριβώς, πρότεινε να κάνει remix στο “I’m Losing More Than I’ll Ever Have”. Δέχθηκε, αλλά η πρώτη απόπειρα ήταν κάπως αδύναμη ρυθμικά. Τον εμπιστευόμασταν όμως. Του ζητήσαμε να ξαναδοκιμάσει και ο Andrew Innes του φώναξε “απλώς κατάστρεψέ το γαμημένο”. Του δώσαμε δηλαδή απόλυτη ελευθερία. Κάπως έτσι βασικά πήρε μορφή το “Loaded”. Ο Andrew είχε ένα καλό, ότι δεν ήταν μουσικός. Έμπαινε μόλις για δεύτερη φορά σε στούντιο όταν γράφαμε το “Loaded”. Επειδή δεν γνώριζε τους κανόνες, δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους παραβιάζει. Δεν προσπαθούσε να φτιάξει hits. Αυτό ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό. Ήθελε μόνο να φτιάχνει ενδιαφέροντα κομμάτια που να λειτουργούν στις χορευτικές πίστες».   

Βασισμένο στο “I’m Losing More Than I’ll Ever Have”, το “Loaded” κυκλοφόρησε σε 12άρι στις 19 Φεβρουαρίου 1990. Η παραγωγή του Watherall ενίχυσε τους ρυθμικούς αρμούς, προσέθεσε πνευστά (α λα Stax) στην ενορχήστρωση και επεξέτεινε το αρχικό κομμάτι στα περίπου 7,5 λεπτά σε διάρκεια. Χρησιμοποίησε επίσης ως sample μερικά μέτρα από ένα ιταλικό bootleg dance-mix του "What I Am" της Edie Brickell, ενώ στους στίχους ο Bobby εγκιβώτισε στροφές από το "Terraplane Blues" του θρυλικού Robert Johnson. Με αυτά και μ’ αυτά, το “Loaded” έγινε το “Sympathy for the Devil” της γενιάς του Ε. Τον τόνο και το γενικό πρόσταγμα φυσικά δίνουν οι σαμπλαρισμένοι διάλογοι των Frank Maxwell και Peter Fonda από το cult φιλμ The Wild Angels (1966, προδρομικό του “Easy Rider”): “Just what is it that you want to do? / We wanna be free / We wanna be free to do what we wanna do / And we wanna get loaded / And we wanna have a good time / That's what we're gonna do / (No way baby, let's go!) / We're gonna have a good time / We're gonna have a party”.

Στην Αγγλία το “Loaded” έφτασε στο Νο.16 του επίσημου chart και έδωσε πάνω από 200.000 αντίτυπα, ενώ στις ΗΠΑ σκαρφάλωσε στο Νο.19 του Alternative Airplay του Billboard. Ο Bobby θυμάται: «Το “Loaded” έσκασε ως βόμβα στις χορευτικές πίστες της χώρας. Κοιτώντας πίσω, πραγματικά έπιασε το πνεύμα της εποχής. Ήταν απίθανο να στέκεσαι σε ένα κλαμπ και να βλέπεις το κοινό να εκτροχιάζεται με τους ήχους του. Τα παιδιά έρχονταν και μας αγκάλιαζαν. Το single ξαφνικά απογειώθηκε και εμείς βρεθήκαμε στο Top of the Pops. Μας φάνησε παράξενο, επειδή νομίζαμε ότι μας θεωρούσαν αποτυχημένους, όμως ο Andy δεν συμμεριζόταν αυτή την άποψη. Άκουσε κάτι στα τραγούδια μας. Ήταν κατά βάθος ένας rocker που μπορούσε να συνδεθεί με αυτά που παίζαμε. Και είχε τη διορατικότητα να πάρει μια μπαλάντα μας και να τη μετατρέψει σε κάτι το εκστατικό, σε ένα εκστατικό blues. Μετά το “Loaded”, δώσαμε στον Andy και άλλη κομμάτια να μιξάρει. Αρκετά τελικά κατέληξαν στο “Screamadelica”». 

Τo “Screamadelica” τελικά κυκλοφόρησε από την Creation στις 23 Σεπτεμβρίου του 1991. Στο εξώφυλλο φιγουράρει το γνωστό σχέδιο του γραφίστα της εταιρείας Paul Cannell, ο οποίος το εμπνεύστηκε παρατηρώντας τους τοίχους του γραφείου του, που ήταν λερωμένοι από την υγρασία – αργότερα παραδέχθηκε ότι ήταν συγχρόνως υπό την επήρρεια LSD. Από τα 11 κομμάτια, τα 10 είναι συνθέσεις των Gillespie/Young/Innes. Τη μοναδική –και φευγάτη- διασκευή αποτελεί το "Slip Inside This House" των Roky Erickson και Tommy Hall από το Easter Everywhere, το δεύτερο album των 13th Floor Elevators (1967). Εκτός από το “Loaded”, ο Weatherall έχει επεξεργαστεί άλλα επτά κομμάτια σε συνεργασία με τον μηχανικό ήχου Hugo Nicolson. Ο Bobby Gillespie υπογραμμίζει τη συμβολή του δεύτερου∙ λέει ότι οι γνώσεις του και η μεγάλη εμπειρία του Nicolson στο στούντιο ισοστάθμιζαν τις τεχνικές ανεπάρκειες του Weatherall και του επέτρεπαν να μεταλαμπεύει τις ιδέες του.

Τo Screamedelica είναι ένα πολυπρισματικό album στον ήχο του. Λίγο πριν από την κυκλοφορία του δίσκου, ο Gillespie χαρακτήρισε τους Primal Scream ως μια μπάντα με πολυδιάστατα ακούσματα που περιλαμβάνουν «free jazz, funk, soul, country, blues, electronic music, post-punk, ambient music & ‘60s psychedelic music». Δήλωσε επίσης ότι στη διάρκεια των ηχογραφήσεων άκουγαν κυρίως ‘70s dub-reggae (κάτι που φαίνεται) αλλά και το Pet Sounds των Beach Boys (κάτι που εξηγεί ίσως τις άρτιες ενορχηστρώσεις). 

Το άλμπουμ διέπεται από ένα concept, όχι θεματικό, αλλά σε ό,τι αφορά το feeling στην εναλλαγή των τραγουδιών. Σαν να ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη ροή ενός rave party: χαλαρό ανέβασμα-απογείωση-επιστροφή στη γη. Το ύπουλα σαγηνευτικό riff του "Movin' On Up" που ανοίγει τον δίσκο και αποτέλεσε το επόμενο single, θα μπορούσε άνετα να έχει θέση στη Μεγάλη Τετραλογία των Stones του 1968-72 (“Beggars Banquet”, “Let It Bleed”, “Sticky Fingers”, “Exile On Main Street”). To ξερόμπιτο acid house "Don't Fight It, Feel It", με τη φωνάρα της Denise Johnson, σε προκαλεί να χύσεις πολλά κιλά ιδρώτα. Το "Higher than the Sun" (σε παραγωγή των Orb), το "Inner Flight" και το "Come Together" τριπάρουν ασύστολα, μιξάροντας το dub με τη νεοψυχεδέλεια.  Το "Higher than the Sun (A Dub Symphony in Two Parts)” και το "Shine Like Stars" κλείνουν επίτηδες μυοχαλαρωτικά το δίσκο, καθώς το πάρτυ τελειώνει και ο ήλιος σε βρίσκει κάθιδρο και εξουθενωμένο.

Συνεχίζει ο Bobby: «Το remix του Andy στο “Come Together” έγινε τεράστιο στα club της εποχής. Ήταν ένα από εκείνα τα τραγούδια με τα οποία οι DJs αρέσκονται να κλείνουν τα σετ τους όταν αρχίζει να ανατέλλει ο ήλιος. Ο Liam Gallagher ακόμα μου λέει για τότε που το άκουσε για πρώτη φορά, το ξημέρωμα, σε κάποιο μαζικό rave στη Σκωτία».

Οι κριτικές αυτή τη φορά ήταν διθυραμβικές. Το Melody Maker και το Select το ανέδειξαν «καλύτερο album της χρονιάς (1991)», ενώ στη σχετική λίστα του ΝΜΕ φιγουράρει στο Νο. 3. Το Spin το χαρακτήρισε "totally mind-blowing", το AllMusic έγραψε ότι «υπερβαίνει τον χρόνο και τις επιρροές του», ενώ ετεροχρονισμένα, το 2003 το Pitchfork το συμπεριέλαβε στα «100 καλύτερα album των ‘90s». Τόσο το ΝΜΕ όσο και το Q το έχουν επίσης συμπεριλάβει σε λίστες με τα 100 καλύτερα album στην ιστορία, ενώ το Rolling Stone το εντάσσει στo Τοp-500. Η εφημερίδα Scotsman, τέλος, το ανέδειξε «καλύτερο σκωτσέζικο rock album όλων των εποχών». Σε ένα μεταγενέστρο κείμενό του, ο σπουδαίος δημοσιογράφος, συγγραφέας και ειδήμονας του punk (και όχι μόνο) Jon Savage, χαρακτηρίζει την περίοδο από τις αρχές του ’80 ως τις αρχές του ’90 «μια δεκαετία που χάθηκε εξαιτίας του θατσερισμού και σώθηκε χάρη στο “Screamadelica” και το acid house».

nme-screamadelica

Εξώφυλλο επετειακής έκδοσης του ΝΜΕ, αφιερωμένης στα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του Screamadelica

Όσο και είναι υπερβολική και μάλλον σκόπιμα προβοκατόρικη η αναγωγή του Jon Savage, έχει κάποια βάση: το Screamadelica, εκτός από το ότι εξέφρασε πιο εύγλωττα από οποιοδήποτε άλλο album το zeitgeist, το πνεύμα της εποχής του, συγχρόνως κατόρθωσε να διευρύνει τις μουσικές μας συνειδήσεις και τις κατέστησε πιο ευεπίφορες σε νέες εμπειρίες και αναζητήσεις. Ώθησε μουσικόφιλους που προέρχονταν από ροκ background να εξερευνήσουν είτε τις καινοτομίες της ηλεκτρονικής μουσικής, είτε τον αστείρευτο πλούτο της μαύρης μουσικής, είτε και τα δύο (μιας και οι ρίζες είναι πάνω-κάτω κοινές). Οφείλουμε αυτό το trip εν πολλοίς στο Screamadelica.

 

Οι Primal Scream εμφανίζονται στην Πλατεία Νερού την Παρασκευή 21 Ιουλίου, στο πλαίσιο του Release Athens Festival, μαζί με τους Prodigy και τους Lip Forensics.

Η προπώληση συνεχίζεται στα 50€.

Επίσης, διατίθενται περιορισμένα VIP εισιτήρια. Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές: Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους, οpen-bar, προτεραιότητα πρόσβασης στο χώρο, ιδιωτικό parking, ξεχωριστές τουαλέτες, αναμνηστικό δώρο.

primal-scream-release-festival-promo

Ταυτόχρονα, είναι διαθέσιμο ένα διήμερο εισιτήριο, για όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ημέρες του φεστιβάλ επωφελούμενοι από μία σημαντική έκπτωση:

Release Athens 2023: Προσφορά διημέρου / Prodigy + Wu-Tang Clan

release-special-offer-primalscream-wutangclan

Διάθεση εισιτηρίων:

Τηλεφωνικά στο 11876

Online στα www.releaseathens.gr / www.viva.gr

Φυσικά σημεία: Καταστήματα  Nova, Public, Media Markt, Ευριπίδης, Yoleni’s και Viva Spot Τεχνόπολης

Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured