Παναγιώτης Μένεγος

Opinomena1


Σε πρώτο επίπεδο δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα με το, από κάθε άποψη, ιστορικό live των Πυξ Λαξ την Τετάρτη στο ΟΑΚΑ. Νομίζω πως όλοι όσοι ξιφουλκούν, ειρωνεύονται, κανιβαλίζουν, οικτίρουν, αγανακτούν και στενοχωριούνται αυτές τις μέρες εκεί έξω (αλλά κυρίως εκεί μέσα, στον άγριο κόσμο των social media), κυρίως αυτομαστιγώνονται.

Γιατί, βλέπεις, κάπου υπάρχει ένα CD κρυμμένο στο ράφι με τα «απαγορευμένα» της δισκοθήκης. Και ίσως ένα απόκομμα εισιτηρίου από κάποιον ξεχασμένο Λυκαβηττό στα λυκειακά/γυμνασιακά 1990s. Έλα όμως που ο Μπάμπης Στόκας προφανώς δεν χωράει στην ίδια πρόταση με ονόματα όπως Dirty Beaches ή Washed Out., κάτι που μας οδηγεί σε αυτό που λέω «φαινόμενο Ρακιντζή» –υπήρχαν άνθρωποι που και προχθές πλήρωσαν εισιτήριο μόνο και μόνο για να τιτιβίζουν κράξιμο από το ΟΑΚΑ. Κάπως άρρωστο, αν θες τη γνώμη μου. Φυσικά, (κάνουν πως) ξεχνάνε ότι μουσικά κανείς δεν γεννιέται εκλεπτυσμένος. Μόνο γίνεται. Και αν. Για να φτάσεις ξέρω ’γω στον Forest Swords επιβάλλεται (ή μάλλον δεν γίνεται αλλιώς) να έχεις καταναλώσει αρκετό σκουπίδι. Ή έστω πράγματα τα οποία, μοιραία, μετά από 6 μήνες παύουν να σε αντιπροσωπεύουν.

Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει βέβαια ότι υπάρχει κάποια λογική μουσική εξήγηση για την κοσμοσυρροή των 60-70.000 ανθρώπων στο ΟΑΚΑ. Η διοργανώτρια εταιρεία δούλεψε υποδειγματικά πάνω στο κριτήριο με το οποίο γεμίζουν πια τα στάδια (όσα γεμίζουν τέλος πάντων). Για την ακρίβεια στο μοναδικό κριτήριο με το οποίο μπορεί να υπάρξει τέτοια προσέλευση στην Ελλάδα: το κριτήριο του «ήμουν κι εγώ εκεί». Το απόλυτο κίνητρο που παρακινεί στις συναυλίες το μεγάλο μέρος του κοινού. Εκείνο που καταναλώνει μουσική από ringtones, talent shows, προσφορές από κυριακάτικα φύλλα και reunions πάσης φύσεως. 

Opinomena2

Ναι, ξέρω «παντού έτσι γίνεται –όχι μόνο εδώ», η μουσική βιομηχανία προσπαθεί να σώσει το καταρρέον βασίλειό της στον δρόμο και όχι στο στούντιο. Αλλά, ρε παιδί μου, σε άλλες «εθνικές» αγορές υπάρχουν κι εκείνοι που πηγαίνουν στο δισκάδικο, πηγαίνουν και στο μικρό κλαμπάκι για να δουν έστω αυτούς που κατεβάζουν παράνομα, π.χ. τους Pains Of Being Pure At Heart (βρέθηκα σε ένα 200άρι τέτοιο την προηγούμενη εβδομάδα στο Βερολίνο). Τέλος πάντων, το ξόδεμα χρημάτων για οποιοδήποτε μουσικό σκοπό είναι κομμάτι του μικρού ή μεγάλου μπάτζετ με το οποίο ζουν. Στην Ελλάδα, το ξέρουμε όλοι, αυτό το είδος απουσιάζει. Γι’ αυτό και η κάθε Didi δουλεύει εδώ κι έναn χρόνο τους Πυξ Λαξ με αυτό το πέρα από κάθε φαντασία αποτέλεσμα και δεν ψάχνεται, ας πούμε, να σου φέρει τους Arcade Fire που εκ του ασφαλούς ορέγεσαι (και που η αλήθεια είναι ότι απαιτούν διαφορετική στρατηγική, την οποία δεν ξέρω αν μπορεί ή ακόμα κι αν θέλει να εφαρμόσει οποιοσδήποτε από τους υπάρχοντες διοργανωτές).

Επομένως, εγώ δεν βλέπω κανένα πολιτιστικό σημείο μηδέν στο επικό sold out, όπως θρηνούν στα ίντερνετς. Απλά  μια αντανάκλαση της μουσικής κατανάλωσης κι αισθητικής made in Greece. Όπως Scorpions, Roger Waters και οσονούπω Bon Jovi. Αλλά, μισό λεπτό, υπάρχει όντως κάτι λειψό στο επιχείρημα που αναπτύσσω εδώ και μερικές εκατοντάδες λέξεις. Κι έχει να κάνει με την ίδια τη μπάντα. Το χρήμα της επανένωσης ουδείς εμίσησε. Αλλά, μια reunion συναυλία που γίνεται reunion περιοδεία που γίνεται reunion τηλεοπτικό σόου που γίνεται reunion live άλμπουμ και που κάθε εμφάνιση καταλήγει να είναι «η τελευταία πριν την επόμενη» (όπως έλεγε και ο Νίκος Γκάλης), καταργεί στην ουσία το τυράκι  του «ήμουν κι εγώ εκεί» που λέγαμε πριν. Πού ήσουν κι εσύ εκεί βρε καημένε; Στα Γιάννενα, στο Καρπενήσι, στην Αθήνα; Στην Αθήνα, στις 13/7 ή στις 10/9;

Δεν ξέρω τι αντιπροσωπεύουν για το ελληνικό τραγούδι οι Πυξ Λαξ (κάτι πάντως, αλλιώς δεν θα είχαμε αυτόν τον κακό χαμό), όμως σίγουρα χειρίζονται με εξοργιστική αναξιοπρέπεια την όποια κληρονομιά τους. Με ένα «όσα φάμε κι όσα πιούμε» στυλ που υπαγορεύει ως χώρο ηχογράφησης του live άλμπουμ τα Γιάννενα και όχι το κατάμεστο προχθεσινό ΟΑΚΑ, το οποίο δεν αποτελεί καν τον τελευταίο σταθμό της περιοδείας, όπως ίσως θα επέβαλλε ένα καλά σκηνοθετημένο παραμύθι. Και να σου πω και κάτι τελευταίο; Ούτε και όλο αυτό θα με ενοχλούσε, ποιος είμαι εγώ να κάνω κουμάντο στο πορτοφόλι ξένων ανθρώπων, αλλά ρε γαμώτο «μη δακρύζεις πια για μένα» με αυτές τις αμπελοφιλοσοφίες κομμωτηρίου στις συνεντεύξεις. Κι άλλοι κονόμησαν «για μια τελευταία φορά», αλλά τουλάχιστον το παραδέχτηκαν. Ή σιώπησαν. Κάπως πιο τίμιο απέναντι στις δεκάδες χιλιάδες οθόνες κινητών που απαθανάτισαν το χθεσινό φινάλε. Αν κάποιος έμεινε από μπαταρία, έχει κι άλλο κανονάκι. Σε δύο μήνες…

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured