View More

2015: η χρονιά που η ρετρομανία συγκρούστηκε με τον οραματισμό

Στα 5 πρώτα έτη των 2010s, ο μουσικός κόσμος χώθηκε σε μία βαθιά περίοδο αναπόλησης: η νοσταλγία για το παρελθόν ήταν διάχυτη σε κάθε ρεύμα ή κίνημα που μας απασχόλησε. Η φετινή χρονιά φαντάζει όμως ως η πρώτη κατά την οποία αρχίζει και διαμορφώνεται ένας διακριτός ήχος. Έστω και εκ των υπογείων... 

Άγγελος Κλειτσίκας
Άγγελος Κλειτσίκας

 

Αν μπορώ να σας εγγυηθώ κάτι πριν αρχίσετε την ανάγνωση του τελευταίου Indiestopia για το 2015, είναι πως θα διαβάσετε μία εντελώς διαφορετική ρετροσπεκτίβα του έτους που (ευτυχώς;) μας αποχαιρετά με ανεξέλεγκτους ρυθμούς. Μην περιμένετε λοιπόν να συναντήσετε ούτε αξιολογικές λίστες με τους καλύτερους/αγαπημένους δίσκους της χρονιάς (καθόλου λίστες, για την ακρίβεια), ούτε σύντομα κείμενα-επεξηγήσεις για την επιλογή μου κάτω από αυτούς. 

Όμως ούτε καν κάποια ελεύθερη, συνειρμική ή άλλης φύσεως ανάλυση για το ποιες δουλειές ξεχώρισα φέτος. Γιατί το έτος πυροδοτεί –και χρήζει, στο φινάλε του– μία κάπως πιο φιλοσοφική συζήτηση: ποιοι είναι οι δίσκοι που συνεχίζουν να αναμασούν ρετρολάγνα το παρελθόν ως τάση της εποχής; Και από την άλλη, ποιοι είναι εκείνοι που έχουν ξεκολλήσει από τον βούρκο της άκριτης αναβίωσης, εναρμονίζονται με το παρόν και ανοίγουν τον δρόμο για ένα μέλλον λίγο καλύτερο από ένα μαυσωλείο της ποπ κουλτούρας; Σε αυτή την πρακτική, μα και κομβική για τις μουσικές εποχές ερώτηση, θα προσπαθήσει να απαντήσει το άρθρο που ακολουθεί. 

Indie15_2.jpg

Ήδη μέσω πολλών προηγούμενων κειμένων, είχα εκφράσει (έστω έμμεσα, μα ελπίζω περιεκτικά) τον προβληματισμό μου πάνω στη σημερινή μουσική πραγματικότητα. Ειδικότερα στην εισαγωγή του τελευταίου Indiestopia για τη Blackest Ever Black, ξέκλεψα λίγο χώρο για να μοιραστώ εκτενέστερα κάποιες σκέψεις μου πάνω στον εθισμό –αν όχι εμμονή– με το πρόσφατο παρελθόν, η οποία χαρακτηρίζει την πλειονότητα των καλλιτεχνών σήμερα. Είτε μιλάμε για τη mainstream σφαίρα, είτε για την αφρόκρεμα της εναλλακτικής κουλτούρας, αλλά και για πιο αφανείς πτυχές της, όλες μοιράζονται ένα βασικό κοινό: αντλούν, λιγότερο ή περισσότερο φανερά, μελωδικά και στυλιστικά στοιχεία από όλες τις δεκαετίες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Έτσι, ανάλογα με το είδος και τον καλλιτέχνη, αναδιατάσσουν στον χώρο τα στοιχεία αυτά ή μεταλλάσσουν τον ηχητικό γονιδιακό κώδικα των ερεθισμάτων τους. Άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο ευρηματικά. 

Οι λόγοι είναι κάτι παραπάνω από σύνθετοι. Δεν έχουν δηλαδή να κάνουν απαραίτητα με την απώλεια έμπνευσης ή με το ρητό «όλα έχουν ειπωθεί και πια επαναλαμβάνονται». Αυτές μοιάζουν πιο πολύ ως απαντήσεις σε κάποια διαφορετική ερώτηση. Περισσότερο έχει να κάνει με την ευρύτερη φρενίτιδα που χαρακτηρίζει την ποπ κουλτούρα με οτιδήποτε ρετρό. Αφενός λόγω της διαχρονικής ύπαρξης στυλιστικών και πολιτισμικών μοτίβων, αφετέρου εξαιτίας της όξυνσής τους, λόγω της πρακτικά ανεμπόδιστης πρόσβασης (μέσω του διαδικτύου) σε όλον τον όγκο συσσωρευμένης πληροφορίας που μαζεύει η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα. 

Αν όλα αυτά δεν σας προβληματίζουν αρκετά ή δεν σας αναγκάζουν να ξεπεράσετε τις άμυνές σας, οι οποίες φωνάζουν «υπερβολή!» και «ισοπέδωση!» απέναντι στα λόγια μου, σας καλώ να αναλογιστείτε το εξής: θεωρείτε πως σε περίπου 10 με 15 χρόνια θα είστε ικανοί να απαντήσετε στην ερώτηση «ποιος είναι ο ήχος που χαρακτηρίζει τη δεκαετία»; Εγώ θα απαντούσα όχι, πάντως. Μάλιστα, αν η φετινή χρονιά δεν είχε τις ανακουφιστικές της εξαιρέσεις, θα το έλεγα με βεβαιότητα.

Indi15_3.jpg

Σε πρώτη φάση, στις κορυφές των charts και του ποπ stardom, τίποτα δεν δίνει αφορμές για να πούμε με σιγουριά ότι βρισκόμαστε στο 2015. Το πιο τρανταχτό και πρόσφατο παράδειγμα είναι η τελευταία δισκογραφική κατάθεση-φαινόμενο της Adele, η οποία σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Η soul φλόγα και η ποπ γλύκα βρίσκονται σε αφθονία και είναι αξιολάτρευτες, γεγονός παραπάνω από ευχάριστο όταν αναφερόμαστε σε δίσκους με τέτοια εμπορική εμβέλεια. Αλλά από πρωτοτυπία, μηδέν. Όπως και η Lana Del Rey: κυκλοφόρησε έναν δίσκο παραπάνω από συμπαθέστατο, μα για να το κάνει επισκέφθηκε μερικά ακόμη vintage παζάρια και παρακολούθησε μερικά επιπλέον ντοκιμαντέρ για τα 1960s. Ακόμη και τα crossovers, όμως, χρειάστηκαν αναχρονιστικές εκπτώσεις για να πραγματοποιηθούν. Δείτε τη περίπτωση του Weeknd: το διεστραμμένο R'n'B του Beauty Behind The Madness χρειάστηκε να ντυθεί με 1980s φωσφορίζoν σκοτάδι, για να μπορέσει να μπει σε πιο χλιδάτα σαλόνια.

Ας ρίξουμε όμως μία γρήγορη ματιά στους δίσκους που συναντάμε με υψηλή συχνότητα εμφάνισης στις καθιερωμένες λίστες με τα «καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς» στα μεγαλύτερα μουσικά μέσα. Αυτοί που χτυπάνε κατευθείαν στο μάτι όσον αφορά την αθεράπευτή τους εξάρτηση από το παρελθόν είναι το I Love You, Honeybear του Father John Misty –το οποίο ενσωματώνει όλη τη χρυσή εποχή του Laurel Canyon ήχου– το ομώνυμο ντεμπούτο της Natalie Prass, που βρίσκεται στα μισά της απόστασης Laurel Canyon και Motown, το Carrie & Lowell του Sufjan Stevens, που αναμειγνύει την αμερικάνικη φολκ παράδοση με ηλεκτρονικά στοιχεία, ο 2ος δίσκος της Courtney Barnett, ο οποίος  βασίζεται σε μία πιο ανάλαφρη μορφή του grunge, αλλά και οι πιο οριοθετημένοι αρπισμοί της Joanna Newsom στο Divers, που βέβαια μιμείται τις μούσες της Kate Bush και Vashti Bunyan πιο κραυγαλέα από ποτέ. Μπορούμε αν θέλετε να σταθούμε επίσης στην εμμονή του Kamasi Washington με τον Miles Davis ή στο αναχρονιστικό riot grrrrl σύμπαν στο οποίο κατοικούν οι Sleater-Kinney. Και ας μην μιλήσουμε καλύτερα για τον Leon Bridges και τη σκέτη βιντατζιά soul του: είναι ό,τι κοντινότερο μπορώ να σκεφτώ στις χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις της coca-cola, σε επίπεδο κολλήματος με τα 1960s. 

Indi15_4.jpg

Δεν θέλω να αφήσω περιθώρια παρεξηγήσεων: όλοι οι παραπάνω είναι υπέροχοι δίσκοι, που μάλιστα αγόρασα και έλιωσα μέσα στη χρονιά. Αλλά αν μιλήσουμε με όρους πρωτοπορίας και κουρδίσματος σε παροντικές συχνότητες, τότε θα βρίσκονταν στον πάτο κάθε λίστας. Αντιδιαμετρικά αντίθετες περιπτώσεις είναι αυτές του Kendrick Lamar και της Grimes, οι οποίοι έβγαλαν δίσκους που σημειωτέον άκουσα λιγότερο μέσα στη χρονιά, συγκριτικά με τους προηγούμενους· τους θεωρώ όμως πολύ σπουδαιότερους για τη συζήτηση που λαμβάνει χώρα στους διαδικτυακούς τείχους του συγκεκριμένου URL. To μεν To Pimp A Butterfly απέδειξε πως το χιπ χοπ αποτελεί χώρο που έχει πολλές ακόμη αναξιοποίητες γωνιές για μουσικούς εμπλουτισμούς και πειραματισμούς, ενώ ανέδειξε και τον στιχουργικό συγχρονισμό με την εποχή μας. Η δε Grimes δεν κάνει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από το να εφευρίσκει ακαταμάχητες μελωδίες, τις οποίες ντύνει με ενδυμασίες από bites και likes –και όχι από καμένες κασέτες και χαλασμένα jukebox.

Οι δυο τους αποτελούν πάντως μόνο την κορυφή του παγόβουνου για τις δύο διαφορετικές όψεις του επίκαιρου και φουτουριστικού, τις οποίες υπηρετούν. Στα όρια του ευρύτερου crossover στα χιπ χοπ χωράφια βρίσκονται καλλιτέχνες με όραμα, που κυκλοφόρησαν από καλούς μέχρι φανταστικούς δίσκους φέτος: όπως ο Vince Staples, ο Future, ο Freddie Gibbs, ο Ty Dolla $ing και ο Earl Sweatshirt. Αν όμως κάποιος θέλει να κρυφοκοιτάξει μέσα στα εργαστήρια όπου παράγεται ο ήχος του αύριο, θα πρέπει να κατέβει στα πιο υγρά υπόγεια της ηλεκτρονικής και χορευτικής/πειραματικής μουσικής. Εκεί όλα μοιάζουν συναρπαστικά και καινούρια. Οι αναθυμιάσεις ασφαλώς από τις προηγούμενες δεκαετίες εισχωρούν –λογικά και αναπόφευκτα– και σ' αυτούς τους χώρους, όμως η μουσική ακούγεται τελικά να φτιάχνεται στο σήμερα και να βάζει τα θεμέλια για ένα μέλλον. Ένα μέλλον όσο δυστοπικό και συνάμα ρομαντικό ακούγεται και στους δίσκους.

Indi15_5.jpg

Ακούστε για παράδειγμα το Platform της Holly Herndon, έναν avant-garde δίσκο ηλεκτρονικής ποπ για τη γενιά της ψηφιακής απελευθέρωσης. Ή το πέμπτο άλμπουμ της Jenny Hval, Apocalypse, Girl, που φαίνεται να ηχογραφεί τον μελλοντικό μουσικό συνδικαλισμό. Ο Oneothrix Point Never με το Garden Of Delete, πάλι, καταθέτει μια δουλειά που φαίνεται σαν να τη δημιούργησε μηχανή με υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη, ενώ ο Arca μοιάζει σαν να εμπνέεται από το πώς θα έμοιαζε ο πιθανός επόμενος παγκόσμιος πόλεμος, όσο εξερευνά παράλληλα τη διμερή σεξουαλικότητα της ανθρώπινης φύσης, με εξίσου φουτουριστικό τρόπο. Το Olympic Mess του Helm ακούγεται σαν το μεταλλικό, παγωμένο βουητό που παράγουν οι κάτοικοι μίας μακρινής στον χρόνο ρομποτικής, εναέριας πόλης, ενώ το Dumb Flesh του Blanck Mass –έτερο ήμισυ των Fuck Buttons– θα έπαιζε με βεβαιότητα στα clubs αυτής, μαζί με το Dark Energy της Jlin

Indi15_6.jpg

Μαζί τους ο Anthony Naples με το Body Pill του και ο Sam Sheperd, ο κύριος Floating Points δηλαδή, με το Elaenia –ένα άλμπουμ που ακούγεται σαν να στείλαμε έναν τζαζ δίσκο σε έναν εξωγήινο πολιτισμό και μας τον επέστρεψε βάζοντας τις δικές του πινελιές. Αλλά και η βρετανική dance κουλτούρα κάνει γερά άλματα προς το μέλλον, με το hardcore drum 'n' bass του Nothing του Kode9 ή με το garage που συναντάμε στο Communion του Rabbit. Συναρπαστικά πράγματα συμβαίνουν στον χώρο του ηλεκτρονικού πειραματισμού και ελπίζω να συνεχίσουν κι άλλοι μουσικοί να αποκωδικοποιούν ηχητικά την παράνοια της σημερινής ζωής.

Το Indiestopia ξεκίνησε πριν περίπου 9 μήνες με σκοπό να καταγράψει τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα, κινήματα, σκηνές και labels, όσα έχουν αναφορικότητα στο σήμερα είτε γιατί εκφράζουν ανησυχίες της εποχής, είτε γιατί αγωνιούν να ξεκολλήσουν τη μουσική από την παρελθοντική της παλινδρόμηση. Περισσότερο όμως επιθυμεί να αποδείξει πως υπάρχουν ακόμη πολλοί λόγοι για να μην εγκαταλείψουμε την ενεργή ενασχόληση με το παρόν, καθώς η μουσική δεν είναι στατικό εργαλείο ηδονής, αλλά μία δυναμική μεταβλητή, η οποία αντανακλά τις ζυμώσεις των καιρών μας. 

Το 2015 ήταν μία ελπιδοφόρα για χρονιά γι' αυτές τις επιδιώξεις. Ας ελπίσουμε σε μία νέα χρονιά, η οποία θα απαλλαχθεί ακόμη περισσότερο από τις ρετρό εμμονές της, φέρνοντας ακόμα πιο σπουδαία μουσική, για όλους εμάς που τη χρειαζόμαστε για να βγάλει το σύμπαν νόημα

Προτεινόμενη Δισκογραφία:

Holly Herndon - Platform

Arca - Mutant

Oneothrix Point Never - Garden Of Delete

Blanck Mass - Dumb Flesh

 

 
Top