View More

Blackest Ever Black: Ένας ζοφερός χωροχρόνος κρυμμένος στο πέπλο του ρομαντισμού

Στα μονοπάτια του ambient μαυσωλείου της Blackest Ever Black, η νεότερη βρετανική dance κουλτούρα διασταυρώνεται με τις σκοτεινότερες πτυχές των περιθωριακών ρευμάτων των 1980s, σε μία τοξική και νευρωτική συνεύρεση...

Άγγελος Κλειτσίκας
Άγγελος Κλειτσίκας

 

Αν υπάρχει κάτι που δεν θα γνωρίσω ποτέ, είναι η μαγεία του να γεύεσαι τους χυμούς και τους ιερούς όρκους μίας μουσικής (υπο)κουλτούρας: το να γίνεσαι συμμέτοχος και συνωμότης μιας φιλοσοφίας που πηγάζει από τη μουσική και υπερθεματίζει το εγώ μας· κάτοικος και εξερευνητής ενός κόσμου στον οποίον οι ιθαγενείς του συνδέονται με τα ίδια ιδεολογικά υλικά, συγκολλημένα κάτω από τη μουσική φλόγα. Χωρίς να θέλω να φανώ νοσταλγός εποχών που δεν έχω ζήσει, είναι αλήθεια πως ανήκω στην πρώτη γενιά η οποία βίωσε στο πετσί της την ψηφιακή απελευθέρωση. Γεγονός που έβαλε οριστικά ταφόπλακα στην πιθανή μελλοντική δημιουργία νέων, καθαρά πρωτολείων μουσικών ρευμάτων, και όχι μπασταρδεμένων μαρκετίστικων τάσεων. Ανήκω στη γενιά της εξατομικευμένης εξέτασης του συλλογικού, και όχι το αντίστροφο.

Blackest_2.jpg

Σήμερα η μουσική πραγματικότητα είναι πλημμυρισμένη με τάσεις ξαναζεσταμένες στον φούρνο μικροκυμάτων: αναβιώσεις και νοσταλγία που κοιτάει προς τα πίσω, και δεν αποτελεί καύσιμο για έμπνευση με κάποιο όραμα. Ίσως διαφωνήσετε με το απόλυτο της πρότασής μου, αλλά στην εποχή που η πληροφορία ρέει ελεύθερα και άκριτα, η μουσική είναι καταδικασμένη να επανασυναρμολογεί κομμάτια του ίδιου παζλ, με τις όποιες ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις να είναι ικανές να ξεγελάσουν μόνο το απαίδευτο αυτί. Ακόμη όμως και μέσα σε αυτό το περιβάλλον μπορούν να γεννηθούν κοιτίδες πειραματισμού, οι οποίες συνδυάζουν θρύμματα των πιο ανέγγιχτων πλευρών περιθωριακών ρευμάτων των περασμένων δεκαετιών. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τη λονδρέζικη Blackest Ever Black, το όνειρο που στην πορεία ξεχάστηκε, αλλά τελικά έγινε πραγματικότητα για τον ευφυή ιδρυτή της, Kiran Sande.

Ο Sande γεννήθηκε στη βρετανική επαρχία το 1983. Ήταν από εκείνα τα τυχερά παιδιά που μεγάλωσαν με ετερόκλητα μουσικά ερεθίσματα από τον οικογενειακό τους περίγυρο, τα οποία διοχέτευσε κατόπιν στη δισκογραφική του με διαφορετικό τρόπο το καθένα. Όπως έχει πει χαρακτηριστικά, καθόταν με τις ώρες στο χαλί του σαλονιού και σχεδίαζε φανταστικά εξώφυλλα δίσκων, έφτιαχνε λίστες ονομάτων για το ποιοι είναι υπεύθυνοι για τα άλμπουμ, ενώ ανέγραφε μέχρι και τις πληροφορίες κυκλοφορίας. Όταν πια μετακόμισε για τις σπουδές του στο Λονδίνο, είχε την τύχη να ζήσει τα πάντα στον υπερθετικό τους βαθμό, γενόμενος κοινωνός σε μία από τις τελευταίες αυθεντικές και ανεπηρέαστες από το διαδίκτυο υποκουλτούρες: η electroclash ήταν μεν αμερικάνικη εισαγωγή, βρήκε όμως το λονδρέζικο καταφύγιό της στο queer club Nag Nag Nag. Εκεί ο Kiran κατανάλωνε άφθονες ποσότητες rave και punk –βασικών συστατικών του ρεύματος– αλλά και μπόλικο MDMA, σε μία περίοδο αποδόμησης και απομυθοποίησης του νεορομαντισμού που, όπως λέει, διαμόρφωσε καθοριστικά τις ηχητικές του επιθυμίες, αλλά και τον τρόπο θεώρησης της ζωής του.

Blackest_3.jpg

Άψογος χειριστής του γραπτού λόγου και πνευματώδης φιλόσοφος της ζωής, άρχισε κατόπιν να γράφει για το λονδρέζικο ιντερνετικό περιοδικό περιθωριακής μουσικής FACT το 2007, ώστε να ψηλαφίζει τις σάρκες της μουσικής με τον τρόπο που τον εξέφραζε ιδανικότερα. Μέχρι και το 2010, πέρασε μία φάση στην οποία (όπως λέει) είχε πολύ ελεύθερο χρόνο, αλλά είχε χάσει την όρεξη για ζωή: η μόνη του ποιοτική διαφυγή ήταν το παίδεμα και η ανάπτυξη του μουσικού του αισθητηρίου. Η ιδέα της δισκογραφικής άρχισε τότε να ζωηρεύει μέσα του, αλλά δεν έβρισκε πραγματικά κάποιον καλλιτέχνη που να τον ενθουσίαζε. Όμως το 2010, ο φίλος του Chris Farrell –ιδιοκτήτης  της ανεξάρτητης Idle Hands– του έστειλε ένα demo από ένα ντούο με το όνομα Raime, που πίστευε ότι θα τον ενδιέφερε. Τελικά όχι απλώς αποτέλεσαν την πρώτη μπάντα που υπέγραψε στη Blackest Ever Black, αλλά ενέπνευσαν κι ολόκληρο το καλλιτεχνικό του όραμα, καθώς μοιράζονταν πανομοιότυπα ακούσματα, παρόμοιες ιδέες για τη ζωή, ίδιες φιλοσοφικές πεποιθήσεις. 

Τα λόγια του ίδιου του Kiran για τους Raime, μιλάνε από μόνα τους: «για να κυκλοφορήσω κάποια δουλειά, σκεφτόμουν αν θα άρεσε σε αυτούς πρώτα, για μένα ήταν πάντα οι ιδανικοί μου ακροατές». Τα δύo πρώτα τους EP στη δισκογραφική (2011), άπλωσαν έναν ambient/techno μανδύα πάνω στις πιο ακατέργαστες γωνίες του goth και post-punk πρίσματος. Μάλιστα, συνοδεύτηκαν και από μία έξτρα κυκλοφορία, μία συλλογή με επιλογές του σχήματος οι οποίες έχουν επιδράσει έντονα την αισθητική και μουσική τους προσέγγιση. 

Blackest_4.jpg

Η επιλογή της δεύτερης μπάντας για τη Blackest Ever Black προβλημάτισε ιδιαίτερα τον οξυδερκή ιδιοκτήτη της. Σκέφτηκε όμως τον λόγο που εξαρχής δημιούργησε την εταιρεία, και το πρόβλημα λύθηκε από μόνο του: καθώς το όνομά της, πέρα από το αυτοσαρκαστικό της υπόθεσης, προέρχεται από ένα άλμπουμ του Russel Haswell, γεννήθηκε ως ανάγκη του Kiran να αντιταχθεί στην αποκαρδιωτική κατεύθυνση που είχε πάρει η βρετανική dance κουλτούρα. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, υστερούσε σε περιεχόμενο και ουσία και δεν είχε ταυτότητα –οπότε, μέσω του label, ήθελε να εξερευνήσει ηχητικά φάσματα που θα εξέφραζαν τα μουσικά του ερεθίσματα και τις υπαρξιακές του ανησυχίες. Το ντεμπούτο ΕΡ πυκνής και ομιχλώδους goth ambient των Tropic Of Cancer, με τους προβληματισμούς πάνω σε θέματα απομόνωσης και θνησιμότητας, ήρθε λοιπόν με φυσικότητα και άπλωσε περισσότερο τα πεδία εξερεύνησης της Blackest Ever Black.

Το γυναικείο δίδυμο από το L.A. είχε ήδη κυκλοφορήσει ένα cult ΕΡ στη Downards του Karl O’ Connor –ή Regis, όπως είναι πιο γνωστός. Ο Βρετανός DJ είχε ιδρύσει τη δισκογραφική του πίσω στο 1993, αλλά μετά από κάποιες σημαντικές κυκλοφορίες βιομηχανικής techno από δικά του σχήματα (π.χ. Surgeon) πέρασε στην αφάνεια. Έχοντάς τον ως βασική επιρροή, ο Kiran επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε να φτιάξει ξανά μουσική, η οποία θα συνδύαζε την techno με πιο υπόγεια ερεθίσματα, όπως το industrial ή το post-punk. Έτσι, ο Regis έβγαλε στη Blackest Ever Black το ΕΡ In Syrian Tongue (2011), εναρμονίζοντας το πρόσφατο χορευτικό παρελθόν με ένα απόκρυφο παλιότερο. Μία από τις σπουδαιότερες κυκλοφορίες της εταιρείας ήρθε αμέσως μετά από τους Young Hunting, δύο μυστήριους nerds από το Εδιμβούργο που αγνοούσαν βασικές μουσικές αναφορές, αλλά ήταν εθισμένοι στην εκκλησιαστική μουσική και στα soundtracks ταινιών φθηνού τρόμου. Ως λογικό επακόλουθο, το The Night Of The Burning μοιάζει με ψαλμωδία σταλμένη από ένα θρησκοληπτικό, δυστοπικό μέλλον.

Blackest_5.jpg

Το 2012 η Blackest Ever Black ξεκίνησε να συμμετέχει στο παιχνίδι των επανεκδόσεων δίσκων που είχε αγνοήσει η ιστορία, αποκρυσταλλώνοντας έτσι την αισθητική της με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο. Το soundtrack των Black Rain του Stuart Argbright –μέλους των θρυλικών για το minimal noise ρεύμα Ike Yard– για την ταινία Johnny Mnemonic δεν είχε κυκλοφόρησε ποτέ μέχρι και το 2012, ενώ την ίδια χρονιά ακολούθησε και το ριζοσπαστικό πειραματικό art-rock των Gareth Williams & Marry Curie. Ο δίσκος όμως που ανάγκασε τον Kiran να μοιράζει συνεχώς συνεντεύξεις για τον αλλόκοτο και αταβιστικό του κόσμο, ήταν το ντεμπούτο των Raime. To Quarter Turns Over A Living Line εμπνέεται από νουβέλες του J.G. Ballard και εκφράζει έναν οργανικό jungle φαταλισμό, αφήνοντας τον ακροατή αβοήθητο απέναντι στις αρραγές του dub λούπες και στις απρόβλεπτες, αποπνικτικές του ambient αυλακώσεις. Είναι το άλμπουμ που συμπυκνώνει τέλεια τόσο τις ηχητικές λωρίδες πάνω στις οποίες κινείται η δισκογραφική, όσο και το προσωπικό όραμα του ιδιοκτήτη της για την αισθητική της ταυτότητα.

Είναι δύσκολο να πινεζάρω κάθε μία από τις αρκετές ιδιαίτερες και θεωρητικά αντιφατικές μεταξύ τους κυκλοφορίες που ακολούθησαν. Κάθε νέο σχήμα έδινε καινούριες δυνατότητες ερμηνείας για παλαιότερους δίσκους της Blackest Ever Black, και όλοι μεταξύ τους δεν μοιράζονταν απλώς αισθητικές συγγένειες, αλλά πολύ βαθύτερες πνευματικές και ιδεολογικές. Όλοι όμως, στο τέλος, από εξατομικευμένες οντότητες που ερμήνευαν τη δισκογραφική, αποκτούσαν νόημα λόγω της διακριτής ταυτότητας που είχε αυτή αποκτήσει.

Για παράδειγμα, το ντεμπούτο των Raspberry Bulbs (Deformed Worship) το 2013 μοιάζει σαν τα μέλη ενός black metal σχήματος να άκουγαν Vaselines στην εφηβεία τους. Η ψυχεδέλεια, με τοξικά εκχυλίσματα ambient, των Secret Boyfriend στο This Is Always Where You’ve Lived είναι –τηρουμένων των αναλογιών– ένα από τα πιο εύπεπτα ακούσματα του καταλόγου του label, οι Tropic Of Cancer (με μόνο πια μέλος την Camella Lobo) κυκλοφόρησαν το cult ντεμπούτο τους Restless Idylls, ενώ και οι Prurient του Ian Dominick Fernow (ευρύτερα γνωστού ως Vatican Shadow), δημιούργησαν έναν industrial ψυχαναλυτικό διάλογο με τίτλο Through The Windows.

Blackest_6.jpg

Κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους, δύο από τα πρώτα σχήματα της Blackest Ever Black άλλαξαν όνομα για να δημιουργήσουν δίσκους με διαφορετικό ηχητικό στίγμα. Οι Raime μετατράπηκαν έτσι σε Moin για ένα EP που πασπάλιζε με ambient χρυσόσκονη τη hardcore παράδοση του Steve Albini, ενώ οι Young Hunting μετονομάστηκαν (οριστικά) σε Dalhous, με το ντεμπούτο τους An Ambassador For Laing να δομείται θεματικά πάνω στις περίεργες ψυχιατρικές πρακτικές του R.D Laing. Σημαντικές δουλειές που συνεχίζουν να οξύνουν τις σκοτεινές γωνίες του μυστικιστικού σύμπαντος της δισκογραφικής είναι επίσης το EP των Bremen με το αρχέγονο drone που τσιτώνει τις νευρώσεις, το tribal noise των Cut Hands (δηλαδή του William Bennet, μίας από τις σπουδαιότερες φιγούρες της βρετανικής noise ιστορίας) και η ψυχεδελική free jazz των Officer! (Dead Unique, ηχογραφημένο το 1994). Αλλά και οι φετινές δουλειές των  F Ingers, του Tarquin Manek, των Tropic Of Cancer και των Exploring Jezebel αξίζουν μία προσπάθεια αποκωδικοποίησης.

Υπάρχει όμως κι ένα αγκάθι που δηλητηριάζει την ύπαρξη της Blackest Ever Black και ίσως την εμπειρία ακρόασης των δίσκων της, για μερικούς ακροατές. Κάποια σχετικά πρόσφατα –και σοβαρά– άρθρα, δηλαδή, επεξήγησαν με εκλαϊκευμένο και προσιτό τρόπο γραφής πώς η δισκογραφική υποστηρίζει καλλιτέχνες που, συνειδητά ή μη, εκφράζουν μέσα από τις καλλιτεχνικές τους πρακτικές νεοφασιστικά, αντιφεμινιστικά και αποικιοκρατικά μηνύματα φυλετικής ανωτερότητας και σεξουαλικής κυριαρχίας. Οι κατηγορίες επικεντρώνονται βέβαια κυρίως στον William Bennet και στις δουλειές του εκτός των πλαισίων της Blackest Ever Black, στη συνέχεια ωστόσο εμπλέκεται και το ίδιο το label, λόγω της απόφασής του να επανακυκλοφορήσει το 7ιντσο See The Dove Fall/Somewhere In Europe των Sol Invictus του Tony Wakeford (κάποτε των Death In June), ο οποίος έχει εκδηλώσει φανερά τις φασιστικές του ιδέες πολλαπλές φορές (και τις έχει πάρει πίσω). Μάλιστα, η παραγωγή σταμάτησε μόλις ο Josh Hall, συγγραφέας ενός από τα σχετικά άρθρα, έστειλε mail στη δισκογραφική… Προσωπικά καταδικάζω οποιοδήποτε φασιστικό μήνυμα, με πρόθεση ή μη, αλλά εδώ υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση, η οποία δίνει αφορμή για μελλοντικό άρθρο, όπου και θα συζητηθεί το όλο θέμα με περισσότερες λεπτομέρειες.

Τον Σεπτέμβριο, η Blackest Ever Black γιόρτασε 5 χρόνια ζωής με ένα compilation κυρίως νεότερων επιλογών από το ρόστερ της, αλλά και με δύο πάρτι-συναυλίες των σπουδαιότερων ονομάτων της στο Λονδίνο και στο Βερολίνο. Πολλές νέες κυκλοφορίες αναμένονται επίσης μέσα στο 2016, με την επιστροφή των Raime να είναι αυτή για την οποία αδημονώ περισσότερο. Θέλω όμως να βγάλω και κάτι από μέσα μου πριν το φινάλε αυτής της στήλης, έχω ανάγκη να το ουρλιάξω κι ας μην ακούγομαι μέχρι εκεί. Το σύμπαν της Blackest Ever Black είναι φρικιαστικό! Ελκυστικά φρικιαστικό, φτιαγμένο από εφιάλτες, εγκλήματα και κακουργήματα που τα βλέπουμε μεν γύρω μας, μα δεν τα συζητάμε. Πλασάρονται ως διανοουμενίστικη τροφή, αλλά παραμένουν εγκλήματα. 

Blackest_7.jpg

Η Blackest Ever Black φαντάζει σε σημεία της ύποπτη, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε θεωρήθηκε ύποπτο και το industrial ή ορισμένες πτυχές του post-punk και του goth. Υποθάλπτει δηλαδή έναν ρομαντικό μισανθρωπισμό και ελιτισμό, ο οποίος ακροβατεί ανάμεσα στο αστείο/politically correct και στο ηθικά ανεπίτρεπτο. Όπως άλλωστε και πολλά ακόμα μουσικά ρεύματα τα οποία δίχασαν, προσηλύτισαν, μεγαλούργησαν και άφησαν εποχή. Δεν ξέρω τι απ’ όλα αυτά θα αποδειχθεί το τέρας της Blackest Ever Βlack, πάντως για την ώρα βγάζει μουσική που ενώνει παρελθόν με μέλλον και αφορά το παρόν. Και το κάνει διαστροφικά καλά, που να πάρει η ευχή.

Προτεινόμενη Δισκογραφία:

Young Hunting – The Night Of The Burning (2012)

Raime – Quarter Turns Over A Living Line (2012)

Tropic Of Cancer – Restless Idyls (2013)

Officer – Dead Unique! (2014)

 

 
Top