Στις αρχές της δεκαετίας του '70, οι ταινίες "blaxploitation" βρίσκονταν σε άνοδο και οι αστέρες της soul της εποχής συχνά επιλέγονταν για να συνθέσουν τη μουσική τους. Πρώτοι άνοιξαν τον χορό ο σκηνοθέτης Melvin Van Peebles και οι Earth Wind & Fire, σκοράροντας τη μουσική στο ψυχεδελικό-χαοτικό φιλμ Sweet Sweetback's Baadasssss Song του 1971. Λίγο αργότερα, την ίδια χρονιά, ο Isaac Hayes γνώρισε επιτυχία οσκαρικών διαστάσεων με το αξέχαστο soundtrack της ταινίας Shaft. Στη συνέχεια, καλλιτέχνες όπως ο James Brown και ο Marvin Gaye ακολούθησαν με τα Black Caesar και Trouble Man, αντίστοιχα. Ωστόσο, με απολύτως μουσικά κριτήρια, το Superfly του Curtis Mayfield είναι το κατεξοχήν blaxploitation που αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου. Πέρα από το στυλιζάρισμα του γκέτο, το Superfly συνιστά ένα καταπληκτικό σύνολο τραγουδιών που είναι αρκετά δεμένα θεματικά, μένοντας αρκετά πιστά στην πλοκή της ταινίας, όπου ένας απατεώνας του δρόμου, μικροδιακινητής ναρκωτικών (ο επονομαζόμενος Priest), σχεδιάζει μια τελευταία συμφωνία πριν ξεκινήσει κατευθείαν μια νέα ζωή.
Γέννημα θρέμμα του Σικάγο, ο Curtis Mayfield (1942 – 1999) ήταν ένας σπάνιος Αφροαμερικανός ποιητής, ένας από τους λίγους κοινωνικούς σχολιαστές που ήταν εξίσου ικανός να ασκήσει κροτική στο αμερικανικό/καπιταλιστικό σύστημα ή, πιο αμφιλεγόμενα, να θέτει συχνά δύσκολα, διερευνητικά ερωτήματα για την ίδια του την κοινότητα. Από τις doo woop ηχογραφήσεις του τη δεκαετία του 1950 μέχρι την πνευματική, γεμάτη μηνύματα soul της δεκαετίας του '60 ως μέλος του υπέροχου κουαρτέτου The Impressions, ο Curtis καθιέρωσε τη φήμη για την καλοφτιαγμένη μουσική του, γεμάτη με ουσιαστικούς στίχους, ανεξάρτητα από το πλαίσιο ή την περίσταση.
Οι Impressions διαλύθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ο Mayfield είχε ήδη ιδρύσει την δική του δισκογραφική εταιρεία, την Curtom, για να κυκλοφορεί τους δικούς τους δίσκους και να κάνει παραγωγές σε άλλους Αφροαμερικανούς μουσικούς της soul-funk. Με άλλα λόγια, ο Mayfield συνειδητοποίησε πολύ έγκαιρα (και το προσπάθησε με συνέπεια σε όλη του τη ζωή), ότι για να είναι πραγματικός ανεξάρτητος ως καλλιτέχνης, θα έπρεπε να ελέγχει όχι μόνο την ίδια τη μουσική του, αλλά και τα μέσα παραγωγής της μουσικής.
Πριν από το Superfly, είχε ήδη κυκλοφορήσει στην Curtom δύο εξαιρετικά σόλο άλμπουμ, το Curtis το 1970 και το Roots του 1971. Ειδικά το πρώτο, με τραγούδια όπως το "(Don't Worry) If There's a Hell Below, We're All Going to Go" και το "Move On Up", θεωρείται σήμερα απολύτως κλασικό.
Επόμενη δουλειά του ήταν το soundtrack του Superfly. H μουσική επένδυση του Mayfield δεν είναι μόνο περιγραφική. Δεν ντύνει απλώς πλάνα με καθημερινές σκηνές από τους δρόμους του Σικάγο ή πολλές φορές ή τα συχνά βίαια ξεσπάσματα των ηρώων. Άλλοτε λειτουργεί ως εσωτερικός μονόλογος των ίδιων ηρώων και άλλοτε ως κοινωνικός σχολιασμός από ένα εξωτερικό παρατηρητή.

Από το δυναμικό εναρκτήριο κομμάτι του "Little Child Running Wild" μέχρι το ομώνυμο τραγούδι που κλείνει τον δίσκο, το Superfly είναι ένα καλειδοσκοπικό τοπίο soul-funk μελωδίας. Το "Little Child Running Wild" τραβάει αμέσως την προσοχή σου με τα κροταλίζοντα τύμπανα, το βαρύ μπάσο και τα ανερχόμενα βιολιού. Έπειτα έρχονται τα κόρνα και καταλαβαίνεις ότι αυτό το άλμπουμ είναι τόσο κακό όσο το Shaft του Hayes, μόνο που με περισσότερα τραγούδια εξισορροπούν τα ορχηστρικά ενδιάμεσα. Το “Pusherman” είναι ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του άλμπουμ. Αποτελούμενο κυρίως από μπάσο, κρουστά, ελάχιστες συγχορδίες κιθάρας και την υψηλής ταχύτητας ερμηνεία του Mayfield, το τραγούδι είναι ένα απάνθισμα της ζωής στο δρόμο:
«I'm your mama, I'm your daddy
I'm that nigga in the alley
I'm your doctor when in need
Want some coke? Have some weed
You know me, I'm your friend
Your main boy, thick and thin
I'm your pusherman»
Το αναμφισβήτητα πιο καυτό κομμάτι του σετ είναι το “Freddie's Dead”, ένα single του οποίου η φωνητική εκδοχή δεν ακούστηκε στην ταινία. Περιλαμβάνεται όμως στο soundtrack και ο Mayfoeld καταθέτει εδώ μερικούς από τους πιο συγκλονιστικούς στίχους σχετικά με τους θανάτους από την πρέζα, η οποία θέριζε τα γκέτο στη δεκαετία του ’70:
«Just think of Fred
Everybody's misused him
Ripped him up and abused him
Another junkie plan
Pushin' dope for the man
A freddies on the corner now
If you wanna be a junkie, why
Remember freddies dead»
Ο ήχος του “Freddie's Dead” αποτέλεσε πρότυπο για το funk της δεκαετίας του '70. Καθώς η ογκώδης, wah-wah κιθάρα του αντηχεί και αναπηδά, ένα funky riff στο μπάσο βρυχάται καθώς ένα τμήμα εγχόρδων προσθέτει υφή και τελικά μεταλλάσσεται σε σειρήνα αστυνομίας. Στους στίχους ο Mayfield ρίχνει μια νηφάλια ματιά στην πορεία του Fat Freddie, του ναρκομανή τον οποίον τα αφεντικά χρησιμοποίησαν και ξεφορτώθηκαν όταν δεν τους ήταν πια χρήσιμος.
Η ορχηστρική εκδοχή του “Freddie's Dead” αποτελεί το συνοδευτικό θέμα του ομώνυμου χαρακτήρα για να ταξιδεύει στην μοιραία του βόλτα. Το άλμπουμ περιέχει κάποιες ορχηστρικές επιλογές, όπως το αυτονόητο “Junkie Chase”, με τα δυνατά κόρνα του, και το σαφώς πιο τρυφερό “Think”. Ωστόσο, και πάλι τα φωνητικά τραγούδια απογειώνουν το άλμπουμ. Το “Give Me Your Love” είναι ένα τόσο σέξι όσο κι ο καλύτερος Barry White, το “Eddie You Should Know Better” ακούγεται groovy και παραμένει συναισθηματικό ταυτόχρονα και στο “No Thing On Me” βλέπει τον Mayfield τραγουδάει με τη συνοδεία gospel χορωδίας, θυμίζοντας το “What's Going On?” του Marvin Gaye.
Τέλος υπάρχει το ομώνυμο κομμάτι-έπος. Αυτή η funky γραμμή μπάσου, αυτό το τρέμολο κιθάρας που σιγά σιγά κορυφώνεται, το σκούξιμο στο κόρνο, ο ρυθμός των conga-drums, που εισάγουν το φλατσέτο του Mayfield καθώς τραγουδά στους στίχους.
«Darkest of night
With the moon shining bright
There's a set goin' strong
Lotta things goin' on
The man of the hour
Has an air of great power
The dudes have envied him for so long
Oh, superfly
You're gonna make your fortune by and by
But if you lose, don't ask no questions why
The only game you know is do or die»
Ο Mayfield κρατάει την πιο σκληρή κριτική του για τους Priest στο ομώνυμο κομμάτι. Αντί να εξυμνήσει τον πρωταγωνιστή της ταινίας που μόλις έκανε μια τεράστια συμφωνία κοκαΐνης, σχολιάζει. Πέρα από ένα φανταχτερό αυτοκίνητο και τον ρόλο του ως έμπορος ναρκωτικών, ποιος είναι πραγματικά ο Priest; Μπορεί να είναι ταυτόχρονα ήρωας και εγκληματίας; Ο Mayfield μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος που ζηλεύουν όλοι ζει επίσης μόνος και δεν εντάσσεται στην κοινωνία:
«Can't be like the rest"
Is the most he'll confess
But the time's running out
And there's no happiness»
Αλλά τα σχόλια του Mayfield δεν γίνονται κήρυγμα. Δεν μιλάει ποτέ υποτιμητικά για κανέναν. Ο Freddie είναι μια τραγική φιγούρα, η πτώση του εξίσου θλιβερή με οποιουδήποτε άλλου. Τύποι όπως ο Priest δεν ξέρουν πώς να υπάρξουν εντός του νόμου, όμως αποτελούν δημιούργημα του περιβάλλοντός τους, της μολυσμένης πόλης του εναρκτήριου τραγουδιού. Ο Mayfield τους ασκεί κριτική, αλλά συγχρόνως νοιάζεται για αυτούς τους ανθρώπους.
Το Superfly ήταν το όχημα για τον Mayfield να αξιοποιήσει περισσότερο τις εύστοχα διατυπωμένες παρατηρήσεις του για τη ζωή των μαύρων στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Εκτός από την ποίηση και τα κοινωνικά σχόλια, υπάρχει προφανώς και η καταπληκτική μουσική που συνοδεύει την ταινία, μιας από τις καλύτερα φτιαγμένες και αποδεκτές ταινίες blaxploitation της εποχής εκείνης.
Σε αντίθεση με το Shaft, το Superfly δεν σημείωσε τεράστια εισπρακτική επιτυχία, καθώς συγκέντρωσε λίγο πάνω από 2 εκατομμύρια δολάρια. Αλλά το soundtrack του Mayfield απογειώθηκε. Το 1972, το άλμπουμ έφτασε στην κορυφή τόσο των R&B όσο και των ποπ charts για πάνω από ένα μήνα. Φτάνοντας επίσης στη δεύτερη θέση στα charts της jazz. Επίσης, έδωσε ώθηση στην καριέρα του Mayfield ως κινηματογραφικού συνθέτη: θα δούλευε σε πέντε ακόμη soundtrack μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Δυστυχώς, ποτέ ξανά δεν τα κατάφερε τόσο τέλεια όσο στο Superfly.






