30 χρόνια από τον πιο χαοτικό death metal δίσκο όλων των εποχών

Είναι βρε παιδάκι μου κάποιοι δίσκοι που ορίζουν ένα είδος. Μετά υπάρχουν και οι δίσκοι που το εξελίσσουν. Μετά όμως υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία, που είναι εκείνοι οι δίσκοι που το ισοπεδώνουν τόσο ολοκληρωτικά, που χαλάνε τόσο πολύ την πιάτσα, που 30 χρόνια μετά έχεις ένα ολόκληρο ιδίωμα να παίζει catch up. Η μπάντα ξεκίνησε το 1988 υπό το όνομα Necrosis, κυκλοφορώντας μερικά underground demo και έναν δίσκο που κινούνταν σε ένα πιο συμβατικό, μα φοβερά μπασάτο thrash/death μονοπάτι. Η μετονομασία τους σε Cryptopsy το 1992 σηματοδότησε την αλλαγή πλεύσης προς κάτι πολύ πιο ακραίο.

;

Το ντεμπούτο τους, Blasphemy Made Flesh, κυκλοφόρησε μέσω μιας μικρής γερμανικής εταιρείας, της Wrong Again Records και ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν ένα ακατέργαστο διαμάντι, που ενώ είχε μεγάλο μέρος του DNA του None So Vile, κάτι έμοιαζε να λείπει. Και εδώ το μπάσο του Martin Fergusson ήταν ήδη αρκετά μπροστά, και οι κιθάρες των Jon Levasseur και Dave Galea θέριζαν τα πάντα στο διάβα τους. Ακόμα και αν υστερούσε λίγο στο κομμάτι της παραγωγής και δεν αναδείχθηκε πλήρως η αξία του, παραμένει ένας εκπληκτικός death metal δίσκος που δικαίως άφησε το στίγμα του στο underground. Όταν ο Fergusson αποχώρησε και τη θέση του πήρε ο Eric Langlois, και ο Galea άφησε τον Levasseur ως μοναδικό κιθαρίστα για τις ηχογραφήσεις του επόμενου δίσκου, το line-up κλείδωσε στην πιο φονική του σύνθεση. Οι τέσσερις αρχιτέκτονες της διαστροφής ήταν έτοιμοι για να παραδώσουν το πιο αρρωστημένο masterpiece όλων των εποχών. Το None So Vile είναι η ευτυχής, σχεδόν κοσμογονική συγκυρία τεσσάρων μουσικών προσωπικοτήτων που βρέθηκαν στο peak της δημιουργικότητας και της παράνοιάς τους, επαναπροσδιορίζοντας ο καθένας το όργανό του. 

Lord Worm

Ο Dan Greening, γνωστός ως Lord Worm, ήταν ένα ανθρωπόμορφο κτήνος πίσω από το μικρόφωνο και στο None So Vile παραδίδει μια ερμηνεία που ακόμα αποτελεί αντικείμενο μελέτης. Ο Worm απαρνήθηκε πλήρως κάθε ψήγμα καθαρής άρθρωσης και μετέτρεψε την φωνή του σε μια μηχανή παραγωγής άναρχων ζωωδών κραυγών πέρα από κάθε φαντασία. Τα γρυλίσματά του ακούγονται σαν αρχαίο κτήνος που ανασύρεται από κατακόμβη, ενώ τα shrieking ουρλιαχτά του έχουν μια αυθεντική σχιζοφρένεια. Βέβαια, πίσω από την απόλυτη ακαταληψία της ερμηνείας κρύβονται κείμενα εξαιρετικής λογοτεχνικής ποιότητας, γεμάτα σαιξπηρική δραματουργία, βιβλικές αναφορές… και φυσικά αρκετή ιστορική διαστροφή και νεκροφιλία. Όλα αυτά γραμμένα με μια σοκαριστικά λόγια γλώσσα. Στίχοι, οι οποίοι ο Lord Worm ακουγόταν σαν να καταβροχθίζει, όπως ακριβώς και τα ζωντανά σκουλήκια στις συναυλίες του σαν άλλη Σωσώ Παπαδήμα. 

Jon Levasseur 

Με την αποχώρηση του Galea, ο Jon Levasseur ανέλαβε όλο το βάρος των κιθάρων, και το αποτέλεσμα που παρέδωσε ήταν ένα σεμινάριο για το πώς πρέπει να ακούγονται οι κιθάρες στο death metal, και το πως δεν πρέπει ταυτόχρονα. Είχε την σπάνια ικανότητα να παντρεύει ακραίες γκρούβες σαν ηχητικές γκιλοτίνες, με φρενήρεις ταχύτητες και εξαιρετικά πολύπλοκα, υπερφορτωμένα leads και νεοκλασικά περάσματα. Το δεξί του χέρι κινείται σε παροιμιώδεις ταχύτητες και τίποτα από αυτά που παίζει δεν είναι generic ούτε στον ελάχιστο βαθμό. Κάθε riff έχει χαρακτήρα και κάθε solo φέρει μια διαφορετικά διαταραγμένη μελωδία. 

Eric Langlois 

Η προσθήκη του Eric Langlois ήταν ίσως το κλειδί που ξεκλείδωσε τον μοναδικό χαρακτήρα του δίσκου. Καλώς ή κακώς μεγάλη μερίδα του death metal είτε το αγνοεί, είτε το έχει θαμμένο στην παραγωγή, είτε το έχει να ακολουθά τυφλά τις κιθάρες. Ο Langlois είπε fuck all that, και έφερε τις fusion, jazz και funk καταβολές του στο προσκήνιο. Παίζοντας με τα δάχτυλα και με τις ακραίο slap του γεμάτο θράσος, το μπάσο του στο None So Vile είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που δεν ακολουθεί καμία δομή, κανέναν κανόνα και δίνει στον δίσκο ένα μοναδικά οργανικό groove. Η λέξη πρωταγωνιστεί είναι πολύ βαριά και δεν μπορώ να την χρησιμοποιήσω τόσο αφειδώς για έναν δίσκο που συνδιάζει 4 GOATs, όμως ας πούμε πως αν αυτό το μπάσο υπήρχε οπουδήποτε αλλού, δεν θα σε ενδιέφερε να ακούσεις κανένα άλλο όργανο. 

Flo Mounier 

Τι μπορεί να πει κανείς για τον Flo Mounier που να μην έχει ήδη ειπωθεί; Προσωπικά τον θεωρώ τον σπουδαιότερο drummer στον ακραίο ήχο, και με σοβαρό case για σπουδαιότερο drummer ολων των εποχών. Η δουλειά του στο None So Vile άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το drumming στο death metal. Παρέδωσε ένα performance που επαναπροσδιόρισε την έννοια του hyperblast. Τα πόδια του κινούνται με ταχύτητες που ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης φυσιολογίας, ενώ τα fills του είναι τόσο πυκνά και απρόβλεπτα που είναι πιο κοντά σε ελεύθερους τζαζ αυτοσχεδιασμούς μέσα σε αυτό το περιβάλλον του απόλυτου death metal ολέθρου. Όλα αυτά, και η ικανότητά του να αλλάζει ρυθμούς σε κλάσματα του δευτερολέπτου, τον κατατάσουν δικαιωματικά στους κορυφαίους μουσικούς που έπιασαν ποτέ μπαγκέτες. 

Τριάντα δύο λεπτά συμπυκνωμένης βίας, χωρίς ίχνος λίπους ή filler. Ας ανοίξουμε τώρα το νεκροτομείο και να μιλήσουμε για τα κομμάτια.

Crown of Horns 

Η έναρξη γίνεται με ένα sample από τον Εξορκιστή ΙΙΙ, μια ταινία υπερβολικά αδικημένη καθώς έχει την ατυχία να ακολουθεί τον άθλιο Εξορκιστή ΙΙ. Και μετά, η κόλαση. Η πιο χαρακτηριστική τσιρίδα σε ολόκληρο το δίσκο, και κάτι που ο πολύς κόσμος δεν γνωρίζει είναι πως δεν ανήκει καν στον Lord Worm. Είναι ο Flo Mounier που χαρίζει τις φωνητικές του χορδές στην επιστήμη για αυτό το τερατουργηματικό ουρλιαχτό ενώ παράλληλα μπαίνει με ένα εξωφρενικό blastbeat. Το κομμάτι είναι ένας χείμαρρος. Οι εναλλαγές ρυθμών είναι καταιγιστικές, ενώ το riff του κλεισίματος είναι τόσο βαρύ που μπορεί να μετακινήσει πλανήτες μετά το εντελώς απρόσμενο solo.  

Slit Your Guts 

Το "Slit Your Guts" είναι ένα μικρό αριστούργημα ακραίας σύνθεσης. Άλλο ένα ρυθμικό roller-coaster και το πιο κιθαριστικό κομμάτι του δίσκου. Πράγμα παράδοξο, γιατί περιλαμβάνει ίσως το πιο μνημειώδες slap μπάσο που έχει παιχτεί ποτέ λίγο πριν πέσει ένα από τα πιο δυναμικά breakdown όλων των εποχών. 

 

Graves of the Fathers 

Το "Graves of the Fathers" , ίσως το πρώτο κομμάτι που σκέφτεται κανείς όταν μιλάμε για Cryptopsy, είναι σίγουρα το πιο groovy κομμάτι στον δίσκο, και αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο task. Ξεκινά με ένα απόκοσμο intro στο μπάσο και εξελίσσεται σε ένα mid-tempo έπος γεμάτο ασύλληπτες τεχνικές λεπτομέρειες από τον Mounier στα πιατίνια. Ο Lord Worm ακούγεται σαν να πνίγεται και να παλεύει για την ζωή του και αν μια λέξη θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το breakdown αυτή είναι η ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΑ. 

Dead and Dripping 

 Το "Dead and Dripping" είναι γεμάτο περίεργα και "στραβά" riffs, με τον Levasseur να κάνει επίδειξη δυνατοτήτων όσο πίσω του ο Mounier παίζει κυριολεκτικά ό,τι θέλει. Η πληροφορία που προσφέρουν οι Cryptopsy σε κάθε λεπτό μουσικής είναι τόσο πυκνή, ώστε ελάχιστες κυκλοφορίες στην ιστορία του death metal μπορούν να συγκριθούν μαζί της. Μέσα σε τέσσερα μόλις τραγούδια, ακόμα και το πιο εξασκημένο αυτί έχει αρχίσει να βιώνει αυτήν την overwhelming αίσθηση στο πετσί του. 

Benedictine Convulsions 

Άλλο ένα δείγμα της στιχουργικής και φωνητικής παράνοιας του Worm και ίσως το πιο υποτιμημένο κομμάτι του δίσκου. Τα riffs αλλάζουν κατεύθυνση διαρκώς και ο Worm τα ακολουθεί με ακόμα πιο χαοτικό τρόπο. Σε σημεία (ειδικά πριν το solo) ακούγεται σαν τον Timmy από το South Park στο Timmy 2000 όταν φώναζε Livin’ A Lie. Ο Worm κατάλαβε κάτι βασικό: οι στίχοι στο death metal δεν χρειάζεται να ακούγονται. Αν ακούγονται, γίνονται σύνθημα. Αν γίνουν σύνθημα, καταναλώνονται. Και εδώ μιλάμε μονάχα για αντι-τέχνη. 

 

Phobophile 

Το magnum opus των Cryptopsy και ένα από τα κορυφαία κομμάτια στην ιστορία του death metal. Η κλασική μελωδία στο πιάνο διακόπτεται από το μοναχικό μπάσο του Langlois πριν έρθει κυριολεκτικά ο Αρμαγεδδών. Διαθέτει μια τρομερά ανεπαίσθητη θεατρικότητα και ανέκαθεν στο μυαλό μου ήταν η ηχητικοποίηση του εξωφύλλου. Δηλαδή το απόλυτο πάντρεμα της βίας και του θανάτου με την καλαισθησία. Το εναρκτήριο riff είναι μυθικό και το solo του Levasseur στο κλείσιμο είναι ένα αριστούργημα νεοκλασικής αισθητικής. Aκραία τεχνικότητα, βία, ατμόσφαιρα και αξιομνημόνευτο songwriting χωρίς να θυσιάζει δευτερό τίποτα από τα τέσσερα. Σοβαρότατο case για καλύτερο death metal κομμάτι όλων των εποχών. Το επαναλαμβάνω για να εμπεδωθεί. 

 

Lichmistress  

Το συντομότερο κομμάτι του δίσκου είναι μια έκρηξη αδρεναλίνης. Είναι η πιο grindcore στιγμή του δίσκου, όμως έχει αρκετή ποικιλία τόσο σε ρυθμούς όσο και σε θέματα που ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω πως χώρεσαν σε έναν τόσο μικρό πακέτο.  

Orgiastic Disembowelment 

 Μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο οι Cryptopsy επιτίθενται αμείλικτα. Το "Orgiastic Disembowelment" είναι το τελειοτικό χτύπημα με μία σύνοψη όλης της διαστροφής που διέπει το None So Vile. Ακραίο slap, ακραία γκρούβα, ακραία ερμηνεία, ακραία σήψη. Το κλείσιμο έρχεται με την μνημειώδη ατάκα του Ash «Go ahead and run! Run home and cry to momma!» από το Army of Darkness αφήνοντας μας γεμάτους mental μώλωπες και εξουθενωμένους από την τόσο κορεσμένη εμπειρία. 

Δεν μπορεί να γίνει αναφορά στο None So Vile χωρίς να σχολιαστεί το εμβληματικό του εξώφυλλο. οι Cryptopsy επέλεξαν έναν πίνακα της Ιταλίδας μπαρόκ ζωγράφου, Elisabetta Sirani, που απεικονίζει την Ηρωδιάδα με το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. Ανέκαθεν λάτρευα αυτήν την ιδιοφυή αντίθεση ανάμεσα στην κλασική, εκλεπτυσμένη ομορφιά του πίνακα και την απόλυτη ηχητική βαρβαρότητα. Μου αρέσει και θεματικά, καθώς η βαρβαρότητα των Cryptopsy (ειδικά στην Lord Worm εποχή) δεν ήταν ένδειξη έλλειψης πολιτισμού, αλλά μια συνειδητή υψηλής τεχνικής καλλιτεχνική επιλογή. 

 

Ο ήχος που απέδωσε ο Pierre Rémillard πέτυχε το ακατόρθωτο και αυτό που δεν κατάφερε να κάνει ο προκάτοχός του. Είναι οργανικός, ζωντανός και απίστευτα βαρύς ταυτόχρονα, με κάθε όργανο ξεχωριστά να λάμπει στον τομέα του και να ξεχωρίζει σαν αυτόνομη παρουσία, ενώ παράλληλα δένει τέλεια με το σύνολο. Ακριβώς αυτό λείπει σε μεγάλο βαθμό από τις τωρινές, snap-to-grid παραγωγές. Η ζωή. 

Το None So Vile ήταν τόσο τέλειο, τόσο απόλυτο, που λειτούργησε ως ευχή και κατάρα για το μέλλον των Cryptopsy. Όταν φτάνεις στην κορυφή του Έβερεστ, ο μόνος δρόμος είναι η κάθοδος. Και για τους Cryptopsy, η κάθοδος αυτή, αν και είχε μερικές καλές στιγμές, ήταν τελικά οδυνηρή. Η πρώτη μεγάλη ρωγμή ήρθε αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου, με την αποχώρηση του Lord Worm. Η μπάντα έχασε ένα τεράστιο μέρος της μυθολογίας και της μοναδικότητάς της. Ο αντικαταστάτης του, Mike DiSalvo, ήταν ένας εξαιρετικός front-man, αλλά… δεν ήταν ο Lord Worm. Και αυτή είναι η χειρότερη σύγκριση που μπορεί να σε βάλει κανείς. Φυσικά μπορούμε να συνεχίσουμε με τις ώρες να μιλάμε για τους επόμενους δίσκους, για το σύντομο reunion και φυσικά για το Unspoken King, όμως δεν θέλω να πάρω το spotlight από τον δίσκο που είναι ο λόγος που διαβάζετε αυτές τις σειρές.  

Κοιτάζοντας πίσω από τη σκοπιά του 2026, το None So Vile μοιάζει ακόμα πιο εντυπωσιακό από ό,τι το 1996. Σήμερα, η τεχνολογία επιτρέπει σε οποιονδήποτε ντράμερ να ακούγεται σαν πολυβόλο μέσα από μια θάλασσα από triggers και quantization. Πάρα πολλοί κιθαρίστες έχουν πετύχει να παράγουν dissonant ρυθμούς που παίζουν με τις νευρικές μας απολήξεις. Η γοητεία του None So Vile έγκειται ομως στο γεγονός πως κατάφερε να τα παρέχει όλα, στον υπερθετικότερο βαθμό, χωρίς απολύτως κανένα compromise, και δυστυχώς ήταν lightning in a bottle. 

None so vile, none so perfect. 

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured