Μετά τον crossover παροξυσμό του Screamadelica (1991), ήρθε το Give Out But Don’t Give Up (1994), το άλμπουμ που όλοι αγαπούν να μισούν, γιατί έφερε το συγκρότημα πιο κοντά σε μια ηχητική δεξαμενή στην οποία επιστρέφει πολύ τακτικά: τους Rolling Stones της περιόδου 1969-1971. Ηχογραφημένο στο Μέμφις, ήταν τόσο προσκολλημένο στον ορθόδοξο ροκ κανόνα, ώστε αποξένωσε πολλούς από τους ακροατές που επιθυμούσαν ένα σίκουελ —ή απλώς ένα ριμέικ— του Screamadelica. Την επόμενη τριετία όμως, κάτι έμοιαζε να αλλάζει δραστικά για την μπάντα.
Το Vanishing Point (1997) ήταν ένα άλμπουμ που ήθελε να αποδώσει φόρο τιμής στο ομώνυμο ψυχεδελικό φιλμ του 1971, το οποίο είχε εύστοχα χαρακτηριστεί «Easy Rider σε τέσσερις τροχούς». Πρωταγωνιστής του ήταν ο Kowalski, ο speed freak οδηγός που στοιχηματίζει να μεταφέρει μια Dodge Challenger από το Ντένβερ στο Σαν Φρανσίσκο σε λιγότερες από 15 ώρες. Αν κερδίσει το στοίχημα, εξασφαλίζει μια δωρεάν παρτίδα αμφεταμίνες.
Το Vanishing Point ηχογραφήθηκε στο The Bunker, το κατεδαφισμένο πλέον στούντιο που η μπάντα είχε φτιάξει στο Primrose Hill του Λονδίνου. Ήταν το εναλλακτικό score ενός σημαδιακού φιλμ για την αντικουλτούρα των αρχών του 1970, καθώς οι Primal Scream έκριναν ότι η —υπέροχη, αντικειμενικά— μουσική επένδυση της ταινίας ήταν διαποτισμένη από ένα «χίπικο» μουσικό χάλι που έπρεπε να “αντικατασταθεί”. Το άλμπουμ ήταν επίσης το πρώτο μέρος της άτυπης Bunker Trilogy, που ήρθαν να συμπληρώσουν τα Xtrmntr και Evil Heat.
Το καλειδοσκοπικό και ταυτόχρονα σκοτεινό Vanishing Point έδωσε την αίσθηση ότι το συγκρότημα ξαναβρήκε έναν δρόμο που ίσως να μην είχε ποτέ χάσει. Κομμάτια όπως το εμβληματικό “Kowalski”, με το sample-δάνειο από το “Halleluhwah” των Can, διαδόθηκαν μέσα από το βιντεοκλίπ που ουσιαστικά ανακατασκεύαζε το πρωτότυπο φιλμ με όρους Primal Scream.
Επόμενος σταθμός της τριλογίας, και βασικό σημείο ενδιαφέροντός μας, το Xtrmntr. Ηχογραφείται και αυτό στο Bunker Studio μέσα στο 1999. Είναι μια ακόμη περίοδος αναβρασμού για το πλανητικό γίγνεσθαι, η οποία, συγκρινόμενη με τα σημερινά δεδομένα, μπορεί να φαντάζει ομαλή, όμως δεν ήταν αμελητέα. Ο μετασχηματισμός της παγκοσμιοποίησης —λέξη-φετίχ για την εποχή— επιταχύνεται ραγδαία, όπως και τα κινήματα εναντίον της, που οδηγούνται σε ένα αποκορύφωμα στις μαζικές διαδηλώσεις του Σιάτλ. Λιγότερο από δύο χρόνια αργότερα, γίνεται η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης.
Το Xtrmntr είναι ένα άλμπουμ θυμωμένο και εμπρηστικό, που εκτείνεται σε έντεκα κομμάτια. Ο θυμός του διαποτίζει τον χωρίς φωνήεντα τίτλο του άλμπουμ, που δίνει την αίσθηση ενός στόματος που προφέρει τη λέξη “exterminator” με σφιγμένα τα δόντια: Prml Scrm - Xtrmntr. Ο ήχος του δεν περιγράφεται με ευκολία: ένα κράμα βιομηχανικού punk, techno, ηλεκτρονικής μουσικής που ξεγλιστρά από το κραταιό big beat της εποχής, και krautrock ηχογραφημένο με διαφορετικούς συνεργάτες, τόσο στη σύνθεση της μπάντας όσο και στην παραγωγή: Brendan Lynch, David Holmes, Chemical Brothers, Adrian Sherwood, Dan the Automator.
Από αυτά τα πρόσωπα ξεχωρίζει ο Kevin Shields, ο οποίος είχε ξεκινήσει να συνεργάζεται με την μπάντα έναν χρόνο νωρίτερα, αναλαμβάνοντας να κάνει remix στο “If They Move Kill ’Em” από το Vanishing Point. Δεν ήταν τόσο ένα απλό remix όσο μια ανακατασκευή του κομματιού, το οποίο πήρε τον τίτλο “MBV Arkestra (If They Move Kill ’Em)”. Το MBV ήταν αναφορά στους My Bloody Valentine, το σχήμα του Shields που βρισκόταν σε μια δημιουργική ανάπαυλα που έμελλε να διαρκέσει 22 χρόνια. Ως Arkestra λογίζεται η συνένωση των Primal Scream με τους My Bloody Valentine, μια αναφορά στην αειθαλή Arkestra του Sun Ra. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο ρηξικέλευθο, ώστε όχι μόνο κυκλοφόρησε σε EP, αλλά αναπάντεχα συμπεριλήφθηκε και στο Xtrmntr.
Ο Shields έγινε τελικά ημι-μόνιμο μέλος της μπάντας, είτε παίζοντας σε άλλα κομμάτια του δίσκου, όπως το “Accelerator”, είτε μιξάροντάς τα. Το “Accelerator”, που κυκλοφόρησε και ως single, έσπρωξε τους Primal Scream προς μια μεταμοντέρνα, noise ενσάρκωση των Stooges. Η κιθάρα του Shields περνάει μέσα από στρώσεις σαγηνευτικού και ταυτόχρονα οριακού θορύβου. Το “Shoot Speed/Kill Light” είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης.
Οι Primal Scream ήταν ένα σχήμα που πάντοτε το χαρακτήριζαν η διάθεση για συνεργασίες και η ρευστότητα στη σύνθεση. Εκτός από το “MBV Arkestra”, που μας ήταν γνώριμο σε άλλη μορφή από προηγούμενο άλμπουμ, ένα ακόμη κομμάτι εμφανίζεται δύο φορές, σε δύο διαφορετικά mix: το “Swastika Eyes”, σε εκδοχές από τον Jagz Kooner και τους Chemical Brothers. Είναι άλλωστε ένα σχήμα που δεν διστάζει να μοιραστεί τις ηχογραφήσεις του με συνεργάτες, ώστε να δει τι θα προκύψει από τη συνεισφορά τους. Με αυτόν τον τρόπο είχε προκύψει και το “Loaded”, ως αποδομητικό remix του Andrew Weatherall στο “I’m Losing More Than I’ll Ever Have”.
Παράλληλα, ο Bernard Sumner των New Order κάνει την εμφάνισή του στο “Shoot Speed/Kill Light”, συνεισφέροντας κιθαριστικά στο χτίσιμο ενός μηχανικά επαναλαμβανόμενου, παράδοξα ευφορικού κομματιού που κλείνει το άλμπουμ.

Στιχουργικά, το Xtrmntr κινείται σε μια δυστοπική, κλειστοφοβική περιοχή, όπου περιγράφεται ένα σύμπαν που θα μπορούσε να έχει γεννηθεί μέσα σε έναν νεοφιλελεύθερο εφιάλτη. Ο Bobby Gillespie, πιστός στις cut-up διδαχές του William Burroughs, οικοδομεί στιχουργικά κολάζ που δεν θα ήταν παράταιρα στα μπετονένια, high-rise οικοσυστήματα του J.G. Ballard.
Οι καταστασιακής λογικής στίχοι του Gillespie, μινιμαλιστικοί και ελλειπτικοί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο παρακινούν σε μια ηδονική ανατροπή ή σε έναν ανατρεπτικό ηδονισμό. Το εξεγερσιακό στοιχείο είναι παρόν παντού στο άλμπουμ, κάτι που στην εποχή της κυκλοφορίας του δεν παρέλειπε να τονίζει ο Gillespie σε συνεντεύξεις-αντιπαγκοσμιοποιητικά μανιφέστα κατά της Παγκόσμιας Τράπεζας και όχι μόνο. Το μιλιταριστικό κολάζ του artwork, το οποίο διαχέεται και στα βιντεοκλίπ του δίσκου, εντείνει αυτή την ατμόσφαιρα.
Οι ζωντανές εμφανίσεις των Primal Scream της εποχής του Xtrmntr ήταν παραληρηματικές. Θορυβώδεις, με δεξιοτεχνική διαχείριση του feedback, και τον Kevin Shields σταθερή προσθήκη στα αριστερά της σκηνής με μια κιθάρα Mosrite. Ελάχιστο οπτικό υλικό υπάρχει από εκείνη την περίοδο, με πιο σημαντικό το κινηματογραφημένο live στο London Astoria και την εμφάνιση του συγκροτήματος στη μουσική εκπομπή Later... with Jools Holland. Αν εκείνη την περίοδο οι Primal Scream φανέρωναν μια εκλεκτική συγγένεια στις ζωντανές τους εμφανίσεις, αυτή δεν ήταν τόσο με τους Rolling Stones όσο με τους MC5, των οποίων το “Kick Out the Jams” έκλεινε τα σετ τους. Ίσως η ανάγκη τους να ταυτιστούν με ένα σχήμα που συνδύαζε τον πολιτικό λόγο με το rock ’n’ roll να έβρισκε την εφαρμογή της στο συγκρότημα από το Ντιτρόιτ.
Στις 8 Δεκεμβρίου 2025 οι Primal Scream έπαιξαν ολόκληρο το άλμπουμ στο Roundhouse του Λονδίνου, σε μια επετειακή εμφάνιση για τα 25 χρόνια του Xtrmntr, με τις προβολές κατά τη διάρκεια του “Swastika Eyes” να προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Σε συνέχεια αυτής της εμφάνισης, έχει προγραμματιστεί για τον Σεπτέμβριο του 2026 μια βρετανική περιοδεία όπου το άλμπουμ θα παρουσιαστεί στην ολότητα του. Μένει να φανεί αν ο Kevin Shields θα συμμετάσχει ξανά ως ο par excellence γκεστ θορυβοποιός αυτής της περιόδου.
Παράλληλα, τα τρία άλμπουμ που άτυπα συγκροτούν την Bunker Trilogy της περιόδου 1997-2002 —Vanishing Point, Xtrmntr, Evil Heat— επανακυκλοφορούν σε ενισχυμένες εκδόσεις μέσα στο 2026, είτε μεμονωμένα είτε ως ενιαία έκδοση που καταγράφει τα πιο ζωτικά στοιχεία μιας χαρακτηριστικής πενταετίας.
Αν κάτι επιβεβαιώνει η επιστροφή στο Xtrmntr, είναι ότι η πιο οξεία περίοδος των Primal Scream δεν ήταν απλό προϊόν μιας εποχής αναβρασμού. Ήταν ένας τρόπος να ακουστεί το rock 'n' roll σαν ένας κάποιος πολιτικός συναγερμός.






