Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η ηλεκτρονική μουσική δεν ήταν πια το μικρό πειραματικό μυστικό των εκλεκτικών μουσικών διανοητών των μέσων του προηγούμενου αιώνα και των αλχημιστών της αλγοριθμικής σύνθεσης, ενώ είχε ήδη ξεφύγει και από τις αγκάλες του progressive κύκλου. Από το γερμανικό kraut μέχρι την τζαμαϊκανή ambient dub το επαναστατικό λεξιλόγιο της ηλεκτρονικής μουσικής εξαπλώνεται ραγδαία, οριζόντια και κάθετα, διεισδύοντας σε κάθε βασικό genre και subgenre, αγγίζοντας όλο και μεγαλύτερες μάζες, εξοπλίζοντας όλο και περισσότερες εμβληματικές μουσικές τάσεις. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και για όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 η ηλεκτρονική μουσική και τα υπό-ιδιώματά της μπολιάζει ευρέως μερικές από τις πιο δημοφιλείς μουσικές τάσεις σε όλη την Ευρώπη συμβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση της κοινής ευρωπαϊκής underground κουλτούρας των μεγάλων ευρωπαϊκών αστικών κέντρων που βρήκε το ιδανικό της soundtrack στους ήχους των Kraftwerk, των Ultravox και των OMD, των Depeche Mode και των Human League. Τα συνθετικά beats και ο ηλεκτρισμένος ήχος έχουν γίνει πια μια σκοτεινή πλην pop υπόθεση.

Σε αυτό το τρένο πηδάνε και οι Covenant λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80 προλαβαίνοντας το στον σταθμό της γενέθλιας γραφικής πόλης τους, Helsingborg, κάπου στη νοτιοδυτική Σουηδία – για την ακρίβεια από το γειτονικό Lund με το ιστορικό πανεπιστήμιο όπου η αρχική σύνθεση των Covenant είχε βρεθεί για σπουδές. Οι Eskil Simonsson, Joakim MonteliusClas Nachmanson διψώντας για επιστήμη και φιλοσοφία αλλά και για μουσική βρίσκουν στη βιομηχανική electro και στην EBM τη διέξοδο που θα τους επιτρέψει να εκφράσουν τις έντονες υπαρξιακές ανησυχίες τους. Στήνουν ένα αυτοσχέδιο studio στο δωμάτιο του Nachmanson και το 1988 βαφτίζονται στο όνομα του κοινού δεσμού τους. Covenant.

Κλείνουν συμφωνία με το σουηδικό label Memento Materia, γράφουν το πρώτο track “Replicant” και τον Δεκέμβριο του 1994 ακολουθεί ένα ιδανικό ντεμπούτο στο σώμα των 11 original tracks του Dreams of Cryotank. Με το album αυτό και το διάδοχο Sequencer δυο χρόνια μετά οι Covenant δίνουν στίγμα ακριβείας για το τι είναι ικανοί να κάνουν και ρίχνουν τα θεμέλια για την πορεία τους που θα τους ταξιδέψει πολύ πιο μακριά από πολλές αντίστοιχες μπάντες της γενιάς τους.

 

Θα ακουστεί κλισέ αλλά δεν πειράζει. Η ζωή, η τέχνη και η μουσική είναι χτισμένες πάνω στον μετασχηματισμό των κλισέ σε μοναδικότητα. Κάπως έτσι λοιπόν αυτό που ξεχωρίζει τους Covenant είναι η ικανότητά τους να χτίζουν μια πολύ συγκεκριμένη ηχητική ατμόσφαιρα που ταξιδεύει τον ακροατή σε πολύ συγκεκριμένα ηχοτοπία. Δεν τους μπερδεύεις εύκολα με άλλους σύγχρονους τους κάτι που για τα δεδομένα του EBM είναι ένα μικρό κατόρθωμα. Η εμπειρία της ακρόασης είναι έντονη ξεπερνάει τα μέσα βάθη του είδους και οδηγεί μέχρι την άκρη των σκανδιναβικών τοπίων που εμπνέει τη μουσική των Covenant.

 Όσο περνάει ο καιρός χωρίς να απωλέσουν τα άγρια κεκτημένα του distortion αρχίζουν και αξιoποιούν όλο και πιο έξυπνα τα επικοινωνιακά πλεονεκτήματα της synth pop κλειδώνοντας με το τρίτο full-length album τους Europa αυτό που μάλλον θα καταχωρισθεί ως χαρακτηριστικός ήχος τους. Κάπου μεταξύ των  στοιχειωτικών ψιθύρων του “Dead Stars” από το United States of Mind του 2000 και των υπνωτιστικών beats  του “We Stand Alone” από το Northern Light του 2022 κρύβεται ίσως το μυστικό της συνταγής τους.

 

Την ίδια στιγμή δεν φοβούνται την επέκταση. Τα production skills του Joakim Montellius αλλά και του Daniel Mayers που προστίθεται το 2006 στην μπάντα σε αντικατάσταση του Clas Nachmanson ταξιδεύει τους Covenant ακόμα πιο μακριά, σε αναζήτηση νέων πηγών ενέργειας και συναισθήματος. Το “Ritual Noise” από το Skyshaper του 2006 που φέρνει τους Covenant για πρώτη φορά σε αξιόλογη θέση στα mainstream γερμανικά charts είναι ένα πολύ καλό δείγμα για τη δυνατότητα και την ικανότητα των Covenant να παραμείνουν relevant ακόμα και μετά την πρώτη δοκιμαστική περίοδο του millenium.

 

Στη σκηνή οι Covenant στήνουν καλειδοσκόπια visuals και ήχων μετατρέποντας το εκάστοτε venue σε ξέφρενη σκοτεινή πίστα δονούμενη από τους παλμούς των beats και την πίστη του αφοσιωμένου κοινού τους. Η μπάντα, μυστηριώδης, καθοδηγεί τους πιστούς της στο ταξίδι, ένα ταξίδι που ξεκινάει από μια σουηδική άκρη των ‘80s και συνεχίζεται μέσα από δημιουργικά σκοτάδια μέχρι και σήμερα.

Το ημερολόγιο δείχνει 2023. Από την αρχική σύνθεση των Covenant που πειραματιζόταν στο δωμάτιο του Clas Nachmanson έχει απομείνει μόνο ο lead vocalist Eskil Simonsson. Η κληρονομιά όμως εκείνης της αρχικής τριάδας που πριν 35 χρόνια έβαλε τη Σουηδία με αξιώσεις στον χάρτη του ευρωπαϊκού EBM, δίπλα σε μπάντες μεγατόνων από τις μεγάλες δυνάμεις της Αγγλίας και της Γερμανίας είναι ακόμη κάτι παραπάνω από παρούσα σε κάθε εμφάνιση των Covenant. Οι Covenant παραμένουν πιστοί στο ταξίδι και στη σύμβαση που σύνηψαν με τους εαυτούς τους το 1988. Συνεχίζουν.

 

Οι Covenant εμφανίζονται στο Arch Club - Live Stage το Σάββατο 2 Δεκεμβρίου. Περισσότερα εδώ. Η προπώληση συνεχίζεται στο more.com.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured