Συνειδητοποιώντας το ταξίδι...

Οι άνθρωποι που συναναστρέφομαι χωρίζονται συνήθως σε δύο στρατόπεδα. Από τη μία οι άνθρωποι που ζουν για τις διακοπές, τα σαββατοκύριακα, τις αργίες μετά από τρεις μήνες (είναι αυτοί που σου στέλνουν τα ημερολόγια υπολογισμού της ημέρας του Αγίου Πνεύματος μέχρι το 2045), τα επερχόμενα ταξίδια, εκείνοι που ζουν τη ζωή τους συνήθως ως διάλειμμα μεταξύ ευχάριστων στιγμών. Ενδιάμεσα υπάρχει η προσμονή και αναπόληση. Από την άλλη, υπάρχει η κατηγορία όσων -μαζοχιστικά και ευδαιμονικά ταλαίπωρων- κανονίζουν αυτά τα διαλείμματα και δεν προλαβαίνουν να τα σκεφτούν παρά μόνο όταν αρχίζουν.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ανήκοντας στη δεύτερη κατηγορία, έφτασα στο αεροδρόμιο ως απεσταλμένος του Avopolis στο Jack Daniel’s Mash Legendary Event και άρχισα να το αντιλαμβάνομαι όταν για ώρες με ταλαιπώρησε ο εθνικός μας αερομεταφορέας, βάζοντας σε κίνδυνο ακόμα και το ταξίδι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Με μια προσγείωση στην πραγματικότητα πριν καν πετάξεις, έχεις κι εσύ την ευκαιρία της προσμονής, παρότι παλαίμαχος της δεύτερης κατηγορίας, αυτών δηλαδή που δεν προσμένουν.

Μια μικρή εισαγωγή.

Το Jack Daniel’s Mash Legendary Event θα το είδατε στο αντίστοιχο banner του Avopolis που σας προσκαλούσε να λάβετε μέρος. Είναι ένα private event, με 400 άτομα από όλο τον κόσμο (από ανθρώπους των media και special guests, μέχρι groups και νικητές διαγωνισμών), που φέτος έλαβε χώρα από 10 ως 13 Απριλίου. Από την Ελλάδα επιλέχθηκαν τρία μέσα, ένα από τον χώρο των εντύπων, ένα ραδιόφωνο και ένα portal (Avopolis.gr). Τα τρία αυτά ελληνικά μέσα (όπως και πολλά αντιπροσωπευτικά μέσα παγκοσμίως) διενήργησαν διαγωνισμούς για να στείλουν συνολικά έξι άτομα (συν τους εκπροσώπους από κάθε μέσο) στην άλλη άκρη του κόσμου, στο Nashville του Tennessee, προκειμένου να ζήσουν αυτή την εμπειρία. Και δε μιλάμε απλώς για μια εμπειρία ξενάγησης στους χώρους παραγωγής του Jack Daniel's, αλλά για μια μουσική εμπειρία με περιηγήσεις στα θρυλικά RCA studios, στο Country Hall of Fame, αλλά και βραδινές εξόδους με ασταμάτητη live μουσική -δε νοείται κυριολεκτικά κονσέρβα σ' αυτό το βγαλμένο από άλλες δεκαετίες σκηνικό του Nashville. Αποκορύφωμα κάθε βραδιάς ήταν οι συναυλίες, με συμμετοχή φέτος των Black Rebel Motorcycle Club, των Hard-Fi, των Carbon/Silicon του Mick Jones των
Clash, αλλά και wannabe famous local groups από όλο τον κόσμο. Σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου διενεργήθηκαν και διαγωνισμοί συγκροτημάτων: οι νικητές είχαν την ευκαιρία είτε να ηχογραφήσουν στα RCA studios, είτε να παίξουν ζωντανά για το κοιnό των media και των καλεσμένων. Αλλά όλα αυτά θα τα πούμε μετά... Ξεκίνημα, με το χωριουδάκι όπου έγινε την τελευταία μέρα το κορυφαίο συναυλιακό event, αλλά και όπου παράγεται το Jack Daniel's. Το ταξίδι ξεκινάει...

Στο Lynchburg: To know us better με τον Πύργο της Βαβέλ και τους ανθρώπους της πόλης...



Το Lynchburg, το μέρος όπου υπάρχει το αποστακτήριο και ένα κέντρο φιλοξενίας εκατοντάδων χιλιάδων επισκεπτών το χρόνο (αν και δεν του φαίνεται) μοιάζει με χωριουδάκι βγαλμένο από χολυγουντιανό σκηνικό. Δεν πρέπει να υπάρχει κάτοικος εκεί που να μην ασχολείται με το Jack Daniel's και σίγουρα δε μιλάμε για πιώμα. Μιλάμε για δουλειά. Nα σημειώσουμε, δε, ότι είναι από τα μέρη που παρέμειναν dry από την εποχή της ποτοαπαγόρευσης - στη μέκκα του Jack Daniel's λοιπόν απαγορεύεται να σου σερβίρουν ποτό! Xρειάστηκε μία και μόνο ερώτηση για να πάρουμε την αποστομωτική απάντηση. Βρεθήκαμε στο Miss Mary Bobo's Boarding House Restaurant για να δοκιμάσουμε σπιτικό φαγητό της πόλης και κάτσαμε σε τεράστιες αυτοσχέδιες παρέες "to know us better", μαζί με δημοσιογράφους και καλεσμένους από όλο τον κόσμο σε ένα πραγματικό πύργο της Βαβέλ. Δίπλα μας, ο Μαμαλάκης της Ιταλίας έβρισκε φανταστική κάθε ζουμαριστή (σε κάμερα) μπουκιά στον ουρανίσκο του, ενώ μια παραδοσιακή γιαγιά μας ανέλυε την ιστορία του μέρους με τα φημισμένα Southern-style meals, ενισχύοντας τη μέχρι τότε αντίληψή μας περί φιλικότητας των κατοίκων του Νότου.

"Με τί ασχολούνται οι κάτοικοι του χωριού;" ρωτήσαμε αφελώς για να πάρουμε τη βέβαιη απάντηση: "Όλοι με το Jack Daniel's -κι αν δεν είναι σ' αυτούς, θα είναι παντρεμένοι μ' αυτούς".

Το tour: Μόνο η οσμή αρκούσε... Τα υπόλοιπα μόνο να τα ζήσετε έχει νόημα.

Όσο για το tour; Δεν ξέρω πόσοι από εσάς πίνετε Jack Daniel's, αλλά "ευδαιμονία" χωρίς καν να βάλετε στο στόμα σας γουλιά από το ποτό, θα δοκιμάζατε αν ξοδεύατε αρκετή ώρα στο σκοτεινό και δροσερό χώρο των βαρελιών του αποστακτηρίου. Το tour μπορεί να είχε εκπαιδευτικό χαρακτήρα και μια δόση γνήσιου, αν και επιτηδευμένου σοβαροφανούς χιούμορ από μια χαρακτηριστική αμερικάνικη μορφή (σαν σκριπτ κι αυτό μιας μαρκετίστικης αντιμετώπισης, με γνήσιο όμως πρωταγωνιστή), αλλά η έκσταση ήρθε στην οσμή των αποθηκευμένων βαρελιών. Έπρεπε να βγούμε έξω και να κάτσουμε στον καθαρό αέρα δίπλα στη φυσική πηγή νερού του ποτού, για να μετριάσουμε τη δικαιολογημένη πλέον επιθυμία μας για Jack. Την ιστορία του Jack Daniel's την ακούσαμε αρκετές φορές, τόσο που οι άγγλοι δημοσιογράφοι γύρω μας προσπαθούσαν να την πουν απέξω, κάνοντας σχετικά αστεία. Ούτε κι αυτήν όμως θα σας την πούμε...

Οι εμφανίσεις των συγκροτημάτων.



Οπωσδήποτε δεν ξεκινάει κανείς να περάσει τον Ατλαντικό για να δει τους Black Rebel ή τους Hard-Fi. Βρισκόμενος, όμως, εκεί, και ζώντας την πολιτισμική κυρίως εμπειρία, δε μπορεί παρά να εκστασιαστεί με την πιθανότητα ενός private event σε ένα μικρό κλαμπάκι. Βρεθήκαμε στην πρώτη γραμμή ενός πανέμορφου club να παρακολουθούμε -εν μέσω νεφών (όπως θα έλεγε και ο Παπάζογλου)- μια μπάντα βρώμικου και πιασάρικου rock'n'roll, παραμορφωμένων bass lines και φαζαριστών κιθάρων. Δε χρειάζεται να πούμε ότι τράβηξαν τα κομμάτια στο έπακρο, αποδομώντας και ψυχεδελιάζοντάς τα αρκούντως, τόσο που το club χωρίστηκε στα δύο. Σε εκείνους που δε μπορούσαν να παρακολουθήσουν και παρασύρονταν σε μια ακατάσχετη φλυαρία και σε όσους μπήκαν για τα καλά στα χαοτικά γρανάζια τους. Ακόμα και κομμάτια-hits, όπως το Weapon Of Choice από το τελευταίο τους album, δε μας φάνηκαν και τόσο friendly στα αυτιά. Μήπως ξεκουφαθήκαμε όντας ένα μέτρο από τη σκηνή; Μπορεί.



Την τελευταία βραδιά η διάθεση ήταν διαφορετική. Έχοντας ως φόβητρο μια προδιεγραμμένη επιστροφή στην πραγματικότητα, αλλά και με τη βοήθεια των πιο πιασάρικων ήχων των Hard-Fi, αλλιώς είχε γραφτεί το σενάριο στην κορυφή του λόφου του Lynchburg, σε ένα club ειδικά σχεδιασμένο για ξεχωριστά events, με απίστευτη θέα.

Πριν φτάσουμε, όμως, εκεί, ξοδέψαμε κάμποσες ώρες σε ένα καθαρά φεστιβαλικό χώρο που είχε στηθεί, με happenings, εμφανίσεις groups από άλλες χώρες, φαγητά και άφθονο Jack Daniel's στο αίμα μας. Αλλά το κύριο μενού (Hard-Fi και Carbon/Silicon) δεν είχε έρθει...

Βέβαια, πόσο μπορείς να αναμένεις με αγωνία την εμφάνιση ενός group που ισορροπεί στο μεταίχμιο μιας βρετανοκιθαριστικης και μιας boy-band αντιμετώπισης της μουσικής (και βγάλε το lifestyle), με σαφή επιμελώς ποπίστικα και (για να πούμε και του στραβού το δίκιο) ψεύτικα"εεε-οοο" εδώ κι εκεί; Μόνο αν την προηγούμενη μέρα όλο αυτό που άκουσες σου φάνηκε μια απροσδιόριστη μάζα θορύβου που διέκοπτε την ηρεμία σου.

Εντούτοις, ακόμα και οι Hard-Fi φρόντισαν να βαρέσουν στο ψαχνό. Ακολουθώντας την εμφάνιση των Carbon/Silicon, της μπάντας που έφτιαξε ο Mick Jones των Clash με τον Tony James των Generation X, που κυριολεκτικά τα έσπασε παίζοντας ακόμα πιο βρώμικες, ακόμα πιο γεμάτες και απαράμιλλα garage εκδόσεις του άλμπουμ της, "The Last Post" (αν το έχετε ακούσει, δεν υπάρχει καμία σχέση κυριολεκτικά live), δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά. Tα 'Middle Eastern Holiday', 'Tied Up Too Tight', 'Television', 'Suburban Knights', 'Cash Machine' και 'Hard To Beat' φαίνονταν ποπ προθερμάνσεις ενός προαναγγελθέντος ξεσπάσματος: στο τέλος ανέβηκαν όλοι στη σκηνή και με όλα διπλά (μπάσα, κιθάρες κτλ), έβγαλαν ένα απίστευτα γεμάτο, αλλά και δεμένο ήχο, τόσο στο 'Why Do Men Fight?' των Carbon/Silicon, όσο και στο 'Stars Of CCTV' των Hard-Fi.

"Should I Stay Or Should I Go" και... πατείς-με, πατώ-σε.



Ο διαιτητής δεν έχει ακόμα σφυρίξει τη λήξη: μετά από το εκρηκτικό 'E=MC2' των Big Audio Dynamite, ήρθε μια σκηνή την οποία ελάχιστοι από τους παρευρισκόμενους μπορούν να περιγράψουν. Η κοινή μπάντα έπαιξε το 'Should I Stay Or Should I Go' των Clash και για τέσσερα λεπτά χάσαμε το φως μας. Όλο το club έγινε ένα τεράστιο mosh pit, με κόσμο που με απίστευτα χαμόγελα έγινε μέρος μιας μανιασμένα κινούμενης μάζας. Ίσως ένα από τα συναυλιακά highlights για τον γράφοντα. Unexpected...

Οι εντυπώσεις από το υπερατλαντικό ταξίδι. Τι σου έμεινε;

Γυρνώντας από ένα υπερατλαντικό ταξίδι, τί μπορεί να σου μείνει; Αλλάζοντας ταχύτητες στο κοσμοπολίτικο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης με τους μουρτζούφληδες και αγενείς υπαλλήλους των καταστημάτων του αεροδρομίου και επανερχόμενος σχεδόν ακαριαία στο αγχωτικό περιβάλλον της Αθήνας, όπου απλώς χρειάζεται ένα κουμπί για να φορτσάρεις και να επανέλθεις μηχανικά στην πραγματικότητα, σε περιβάλλουν φίλοι και συνεργάτες με ερωτήσεις. Και πραγματικά είναι δύσκολο να συγκροτήσεις όλο αυτό το συνοθύλευμα εικόνων μερικών ημερών σε λίγες λέξεις, πόσο μάλλον σε ένα τελικό συμπέρασμα, όσο κανείς έχει χρόνο και διάθεση να ακούσει πλέον, χωρίς να του αποσπαστεί η προσοχή από κινητά, δουλειές και άγχη. Σου μένουν εικόνες και περισσότερο κρατάς πρώτες εντυπώσεις. Όσα αρχικά σου προξένησαν το ενδιαφέρον, η εντύπωση από αντίθετες πρακτικές, από διαφορετικά περιβάλλοντα, και στην περίπτωσή μας (ημών των παθιασμένων με τη μουσική), οι διαφορετικές μουσικές. Όσο συνηθίζει το μάτι και το αυτί και γινεσαι ένα με το περιβάλλον (στις λίγες έστω μέρες απόδρασης), τόσο λιγότερο συγκρατείς εικόνες.

Σαν κι αυτή της βραδιάς στους δρόμους της Broadway Street με τις νέον επιγραφές (βγαλμένες από ασπρόμαυρες ταινίες by night) και τα μαγαζιά να παίζουν live country και blues επιτυχίες, αυτή που περιχαρής μπάτσος, αγκαλιάζοντας τη νεαρά νικήτρια από το διαγωνισμό του Red Fm για μια φωτογραφία αναφώνησε "there is God!", το χορό στα λαιβάδικα με τον κόσμο (μια διψασμένη για διασκέδαση αμερικανική επαρχία χωρίς την πολυτέλεια των ταμπού) στα μπαρ και στα τραπέζια, οι γνωριμίες με ανθρώπους του Jack Daniel's, αλλά και εκπροσώπους μέσων από όλο τον κόσμο. Ένα μικρό κέντρο του μουσικού κόσμου ήταν εκείνες τις ημέρες το Νάσβιλ, έτοιμο να διαδώσει -με αφορμή τα προσχεδιασμένα happenings- το πνεύμα του Jack Daniel's ανά τον κόσμο. Ευαγγελιστές -μέρες που 'ναι- δεν είμαστε, και γι' αυτό, άλλωστε, μην αναμένετε θεωρίες για κάτι που είτε σας αρέσει, είτε όχι (περί ορέξεως για το ποτό...). Όπως και να 'χει, όμως, χωρίς Jack Daniel's δεν θα γραφόταν το συγκεκριμένο άρθρο το μελαγχολικό βράδυ της επόμενης Κυριακής, γεμάτο relaxed μουσικές, αλλά και αναπολήσεις από τα video που τραβήξαμε... Και εδώ που τα λέμε, ίσως ένα μέρος του spirit να το κουβαλήσαμε μαζί μας -έστω και όποτε μας αφήνει ήσυχους η πανικόβλητη καθημερινότητά μας...



 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured