No AI Inside
Φωτ.: Glen Carrie

Πριν κάποιες μέρες, συζητούσα με έναν φίλο μουσικό, σχετικά με ένα παίξιμο κιθάρας του σε κάποιο νέο τραγούδι, στο νέο άλμπουμ των Mechanimal. Έβαλε όμως έναν όρο.

«Θέλω μόνο να μου εγγυηθείς ότι δεν έχει χρησιμοποιηθεί AI». Αρχικά, γέλασα. Στη συνέχεια, όμως, του είπα πως με προσβάλλει λίγο αυτό που ακούω. Όχι επειδή θεωρώ την τεχνητή νοημοσύνη τον διάβολο, αλλά επειδή νομίζα πώς με ξέρει αρκετά χρόνια ώστε να γνωρίζει πόσο δύσκολα γεννιούνται αυτά τα τραγούδια. Δεν γεννιούνται από prompts. Γεννιούνται από αϋπνίες, εμμονές, διαφορετικές εκδοχές, από ανθρώπους που έπαιξαν ή τραγούδησαν, αφήσαν το ίχνος τους σε κάθε αυλάκι βινυλίου που έχουμε σκαλίσει με την μουσική μας.

Του εξήγησα ότι δεν υπάρχει ούτε ένα prompt μέσα στο νέο άλμπουμ. Υπάρχουν σαμπλαρισμένες κιθάρες, αλλά ακόμα κι αυτές είναι παιγμένες και ενορχηστρωμένες από εμένα. Υπάρχουν ηλεκτρικές κιθάρες που παίχτηκαν από άλλους φίλους. Υπάρχουν sequencers που παίζουν μόνα τους όσο τους δίνει κίνηση το ηλεκτρικό ρεύμα. Και υπάρχουν και λάθη. Και τα λάθη, προς το παρόν, είναι ακόμα ανθρώπινα. Μετά σκέφτηκα ότι ίσως ο φίλος μου δεν με προσέβαλε τελικά. Ίσως απλώς έκανε την πιο φυσική ερώτηση της εποχής μας. Όπως κάποτε ρωτούσες, όταν έβλεπες τον Ρουβά να τρώει τούμπα και να τραγουδάει ακόμα, αν κάτι είναι playback. Έτσι, σήμερα ρωτάς αν αυτό το τραγούδι το έχει γράψει άνθρωπος.

Και από εκεί ανοίγει μια μεγαλύτερη κουβέντα. Προσωπικά, δεν με τρομάζει τόσο η μουσική που μπορεί να γράψει μια μηχανή. Με τρομάζει περισσότερο ότι αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε τραγουδοποιό σαν ύποπτο σε ανάκριση. Ή σαν αθλητή που πρέπει να περάσει από αντιντόπινγκ. «Παρακαλώ ουρήστε στο δοχείο και δηλώστε αν χρησιμοποιήσατε Suno, Udio, GPT, Claude ή κάποιο diffusion model». Ποιος ξέρει, ίσως σε λίγα χρόνια να υπάρχουν αυτοκόλλητα στις κυκλοφορίες. "Human Made". "No AI Inside". Σαν τις ντομάτες και τις μπανάνες "βιολογικής καλλιέργειας".

Η ειρωνεία, όμως ξέρετε ποια είναι; Σήμερα πολλοί άνθρωποι που πιθανόν ζητούν αυτές τις πολύ σοβαρές εγγυήσεις ανεβάζουν το αίτημά τους από ένα κινητό που προβλέπει τις λέξεις τους, τους προτείνει διαδρομές, τους δείχνει ποιο τραγούδι θα τους αρέσει, αποφασίζει ποια ανάρτηση θα δουν πρώτη και τους θυμίζει ακόμη και πότε να πιουν νερό.

Γιατί; Γιατί, έχουμε ήδη συγκατοικήσει με τις μηχανές, πολύ πριν σκάσει η έκρηξη του ΑΙ. Απλώς στη μουσική ξαφνικά τις προσέξαμε, ότι μπορούν να γίνουν ακόμα πιο αυτόνομες και δημιουργικές. Και εδώ εμφανίζεται μια παράξενη φιλοσοφική ανατροπή. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί φαινομενικά να απειλεί την τέχνη, αλλά απειλεί και την ίδια την έννοια της πρόθεσης. Γιατί ένα τραγούδι δεν είναι οι νότες του. Είναι η απόφαση να γραφτεί.

Είναι εκείνο το "γιατί" που δεν εξηγείται εύκολα. Εκείνο που μπορεί να σε κάνει να ανοίξεις ένα synthesizer στις τρεις τα ξημερώματα, όχι επειδή κάποιος στο ζήτησε, αλλά επειδή κάτι μέσα σου δεν αντέχει άλλο να σωπαίνει. Καμία μηχανή δεν νοσταλγεί. Δεν ζηλεύει. Δεν ερωτεύεται λάθος άνθρωπο. Δεν φοβάται ότι γερνάει. Δεν κουβαλάει το βάρος μιας κηδείας μέσα σε έναν ρυθμό. Ναι, φυσικά και μπορεί να αναπαράγει το αποτύπωμα όλων αυτών. Όχι όμως την ανάγκη της έκφρασής τους.

Κι όμως, υπάρχει και μια άβολη αλήθεια που καλό είναι να μην προσπερνάμε. Η ανθρώπινη δημιουργία δεν ήταν ποτέ τόσο αγνή όσο αρέσκεται να πιστεύει. Κάθε μουσικός είναι ήδη μια μηχανή εκπαίδευσης. Ακούει Bowie, Suicide, Coil, Kraftwerk, Can, Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Public Enemy, Run DMC, καταπίνει τα πάντα και κάποια στιγμή τα ξερνάει με διαφορετική σειρά. Γιατί το μυαλό μας είναι το αρχαιότερο generative model που υπάρχει. Η διαφορά είναι αλλού. Στο ότι ο άνθρωπος μπορεί να αρνηθεί τον ίδιο του τον εαυτό. Να πετάξει το καλύτερο κομμάτι. Να καταστρέψει έναν δίσκο λίγο πριν τελειώσει. Να σωπάσει για πέντε χρόνια. Να αλλάξει γνώμη. Να προδώσει το ίδιο του το στυλ.

Η ελεύθερη βούληση ίσως να μην είναι τίποτε άλλο από το δικαίωμα να κάνεις μια κακή επιλογή χωρίς κανέναν λόγο. Και αυτή η πολυτέλεια, προς το παρόν, παραμένει αποκλειστικά ανθρώπινη. Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένα άλμπουμ γράφτηκε με AI. Το ερώτημα είναι αν γράφτηκε από κάποιον που είχε ακόμα την πολυτέλεια να αμφιβάλλει για τον ίδιο του τον εαυτό. Γιατί από όλες τις τεχνολογίες που ανακαλύψαμε, η αμφιβολία παραμένει η πιο ανθρώπινη.

Κάπου εκεί, όμως, στέκομαι γιατί συνειδητοποίησα ότι το πραγματικό ερώτημα της εποχής μας δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γράψει μουσική. Αυτό το έχει ήδη απαντήσει. Το ερώτημα είναι άλλο: όταν κάποιος πληκτρολογεί μερικές προτάσεις σε μια εφαρμογή, παίρνει σε λίγα δευτερόλεπτα ένα ολοκληρωμένο τραγούδι και το υπογράφει ως δικό του, είναι πράγματι δημιουργός; Ή είναι ο πελάτης μιας εξαιρετικά εξελιγμένης υπηρεσίας; Οι υπερασπιστές αυτής της νέας πραγματικότητας λένε πως ο δημιουργός δεν χρειάζεται πλέον να παίζει κάθε νότα. Όπως ένας παραγωγός ή ένας σκηνοθέτης δεν κρατά ο ίδιος την κάμερα ούτε παίζει όλα τα όργανα, έτσι και ο άνθρωπος που δίνει τις σωστές κατευθύνσεις σε μια μηχανή λειτουργεί ως επιμελητής, ως καλλιτεχνικός διευθυντής μιας ιδέας. Οι επικριτές, από την άλλη, υποστηρίζουν ότι εδώ ακριβώς σπάει ο δεσμός ανάμεσα στην πρόθεση και την πράξη. Γιατί άλλο να καθοδηγείς μουσικούς, ανθρώπους που αντιδρούν, προτείνουν, κάνουν λάθη και σε αναγκάζουν να αλλάξεις πορεία, κι άλλο να παραγγέλνεις αποτέλεσμα από ένα σύστημα που συμπυκνώνει εκατομμύρια προϋπάρχοντα έργα σε ένα στατιστικά πιθανό προϊόν. Η απόσταση ανάμεσα στον δημιουργό και στο έργο ίσως να μην ήταν ποτέ τόσο μικρή τεχνολογικά και τόσο μεγάλη υπαρξιακά.

Και βέβαια, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή όσο θα ήθελαν όσοι μοιράζουν εύκολες καταδίκες. Υπάρχουν άνθρωποι που χρησιμοποιούν εργαλεία όπως το Suno ή το Udio όχι ως τελικό προορισμό, αλλά ως αφετηρία. Δεν πατούν ένα κουμπί και ανεβάζουν το πρώτο αποτέλεσμα στο Spotify. Παράγουν δεκάδες, ίσως εκατοντάδες εκδοχές της ίδιας ιδέας, ψάχνοντας μέσα στον αλγοριθμικό θόρυβο εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που μοιάζουν να έχουν ψυχή. Έπειτα επιστρέφουν στο Ableton, στο Logic ή στο Cubase, κόβουν, παραμορφώνουν, ηχογραφούν ξανά, προσθέτουν συνθεσάιζερ, κιθάρες, φωνές, αφαιρούν περισσότερο απ' όσο κρατούν. Εκεί η AI δεν είναι ο δημιουργός. Είναι ένα εργοστάσιο πρώτης ύλης. Η μουσική εξακολουθεί να γεννιέται από μια ακολουθία αποφάσεων.

Kάθε εποχή να χρειάζεται το δικό της σκάνδαλο. Κάποτε ήταν το synthesizer. Μετά το drum machine. Αργότερα το sampling. Θυμάμαι ακόμη πόσοι επέμεναν ότι εκείνοι που σαμπλάρουν ουσιαστικά "κλέβουν" μουσική, ότι η ηλεκτρονική μουσική δεν είναι "αληθινή", ότι ο υπολογιστής σκοτώνει τον μουσικό. Σήμερα όλα αυτά θεωρούνται αυτονόητα εργαλεία. Η ιστορία της μουσικής είναι γεμάτη τεχνολογίες που πρώτα λοιδορήθηκαν και ύστερα έγιναν παράδοση. Μόνο που εδώ υπάρχει μια διαφορά που δύσκολα παραβλέπεται. Το synthesizer δεν έπαιζε μόνο του. Το sampler δεν αποφάσιζε μόνο του τι θα ηχογραφήσει. Το drum machine δεν συνέθετε ολόκληρα τραγούδια επειδή κάποιος του έγραψε τρεις προτάσεις. Διότι, η γενετική τεχνητή νοημοσύνη δεν επεκτείνει απλώς το χέρι του μουσικού, αντίθετα, και σε πολλές περιπτώσεις, αντικαθιστά ολόκληρη τη διαδρομή από την έμπνευση μέχρι την εκτέλεση.

Εκεί αρχίζει να τρίζει η αναλογία του "καλλιτεχνικού διευθυντή". Ένας παραγωγός συνεργάζεται με ανθρώπους. Ένας σκηνοθέτης συνομιλεί με ηθοποιούς που αντιστέκονται, αυτοσχεδιάζουν, κάνουν λάθη, τον εκπλήσσουν. Η δημιουργία είναι μια διαπραγμάτευση ανάμεσα σε διαφορετικές συνειδήσεις. Η μηχανή δεν έχει συνείδηση για να διαφωνήσει. Δεν θα σου πει ποτέ "όχι". Δεν θα προτείνει κάτι επειδή ξύπνησε λυπημένη ή επειδή θυμήθηκε έναν έρωτα από τα δεκαοκτώ της. Εκτελεί μαθηματικές πιθανότητες. Αυτό δεν την κάνει λιγότερο εντυπωσιακή. Την κάνει όμως κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό.

Ίσως λοιπόν το ερώτημα να μην είναι αν αυτός που γράφει prompts είναι καλλιτέχνης. Μπορεί να είναι. Όπως μπορεί να είναι και ένας επιμελητής έκθεσης, ένας παραγωγός ή ένας σκηνοθέτης. Το ερώτημα είναι άλλο: ποιο ακριβώς μέρος του έργου μπορεί να αποκαλέσει δικό του; Τη σύλληψη; Την επιλογή; Την επιμέλεια; Ή και την ίδια τη δημιουργία; Γιατί αυτές οι τέσσερις λέξεις έμοιαζαν κάποτε σχεδόν συνώνυμες. Σήμερα, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της τέχνης, αρχίζουν να απομακρύνονται η μία από την άλλη σαν τεκτονικές πλάκες. Και το κενό που ανοίγει ανάμεσά τους δεν είναι τεχνολογικό. Είναι βαθιά φιλοσοφικό.

 

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured