search

ΑΡΘΡΑ

Το να μιλά κανείς και να γράφει για μουσική δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα, τονίζει ο Μιχάλης Τσαντίλας –κι ας το κάνουν όλο και περισσότεροι στην εποχή του διαδικτύου. Όχι άλλα «κινηματογραφικά» και «ταξιδιάρικα»...

 
Το να μιλά κανείς και να γράφει για μουσική δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα, κι ας το κάνουν όλο και περισσότεροι στην εποχή του διαδικτύου. Μέσα στον όλο ορυμαγδό λόγου, υπάρχουν μερικές λέξεις και φράσεις που επαναλαμβάνονται με αρκετά μεγάλη συχνότητα. Ορισμένες από αυτές χρησιμοποιούνται ορθώς, ορισμένες άλλες, όμως, είτε τοποθετούνται με λάθος τρόπους, είτε οδηγούν σε λάθος εντυπώσεις. Παρακάτω επιχειρείται μια ανατροπή των κακώς κειμένων –από κάποιον που πιθανότατα υπέπεσε σε όλα τα δυνατά σχετικά σφάλματα...
 
«Ο καλλιτέχνης φαίνεται στη σκηνή»
 
Η πρόταση προφανώς ισχύει, αν την πάρουμε κυριολεκτικά: πράγματι, μπορείς να δεις τον καλλιτέχνη όταν εκείνος βρίσκεται επί σκηνής –εκτός κι αν παρακολουθείς τη ζωντανή εκτέλεση του The Wall. Αλλά το συγκεκριμένο σχήμα χρησιμοποιείται συνήθως για να δηλώσει ότι, αν ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να αποδώσει καλά στη συναυλιακή του παρουσία, τότε δεν είναι άξιος.
 
Η αλήθεια όμως είναι ότι η ηχογράφηση ενός έργου και η ζωντανή του εκτέλεση είναι δύο πολύ διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες πολλές φορές συγχέονται ή θεωρούνται συμπληρωματική η μία της άλλης. Στη σκηνή παίζουν μεγάλο ρόλο αστάθμητοι παράγοντες, όπως το άγχος, η ψυχολογία, η διάθεση, ο ίδιος ο χαρακτήρας του μουσικού, ένας ατελείωτος κατάλογος τεχνικών ζητημάτων (ανάλογα με την περίσταση) –πολλαπλασιασμένοι με τον αριθμό των συμμετεχόντων. Ενώ στο στούντιο, θεωρητικά πάντα, η κατάσταση είναι πολύ πιο ελεγχόμενη. Στην ιστορία της μουσικής θα βρει κανείς πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που διέπρεψαν στον έναν τομέα, μα υπήρξαν μέτριοι ή κακοί στον άλλο. Άρα είναι ο καλός περφόρμερ που φαίνεται στη σκηνή· ακόμα κι αυτός, όμως, μπορεί να βρεθεί σε κακή μέρα.
 
«Το καλό τραγούδι στέκεται και με μία κιθάρα»: Σχετικά με την πολυμορφία του μουσικού έργου
 
Σε συνέχεια της προηγούμενης, η συγκεκριμένη φράση μάς λέει ότι ένα καλοφτιαγμένο τραγούδι θα συγκινήσει ακόμα κι αν ακουστεί απογυμνωμένο από την όποια ενορχήστρωση. Πράγματι, κάτι τέτοιο ισχύει, ακόμα περισσότερο αν έχεις στη διάθεσή σου έναν ικανό ερμηνευτή/εκτελεστή, ο οποίος θα μπορέσει να αποδώσει σωστά το κομμάτι. Για να το πάω μάλιστα ακόμα παρακάτω, μια πλήρης μελωδία στέκεται ακόμα και a capella.
 
Όμως, τι γίνεται αν μιλάμε για το “Tomorrow Never Knows”, ας πούμε; Πιστέψτε με, αν το ακούσετε μόνο με μία κιθάρα, μπορεί και να σας πάρει ο ύπνος: ένα ακόρντο διαθέτει όλο κι όλο, και μελωδία χωρίς τίποτε χαρισματικό. Μα καλά, θα ρωτήσετε, γιατί τότε το βάζουν στις λίστες με τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών –και μάλιστα στην κορυφή κάποιες φορές;
 
Arthromus_2
 
Έχουμε εδώ να κάνουμε με το ζήτημα της πολυδιάστατης μορφής του μουσικού έργου. Καθώς η μουσική εξελίχθηκε ως τέχνη, το μουσικό έργο έχασε τη σύνδεσή του με κάποιο συγκεκριμένο μέσο αποτύπωσης και παρουσίασης. Πλέον, δηλαδή, δεν είναι πάντα απλό να αποφανθούμε ποιο είναι το «αυθεντικό» έργο; Είναι η ιδέα τη στιγμή που γεννιέται στο μυαλό του δημιουργού; Είναι η παρτιτούρα (για όπου χρησιμοποιείται πλέον); Είναι η ηχογράφησή του; Ή μήπως είναι η αενάως μεταλλασσόμενη συναυλιακή εκδοχή του; Η αλήθεια είναι ότι ένα τραγούδι όπως το “Tomorrow Never Knows” δεν φτιάχτηκε για να μπορεί να παιχτεί με μία κιθάρα ή ένα πιάνο, αλλά με αποκλειστικές βλέψεις στη στουντιακή διαδικασία. Παρότι λοιπόν δεν είναι σε καμία περίπτωση το καλύτερο τραγούδι των Beatles (αν μετρήσουμε μόνο τη σύνθεση), παραμένει μία από τις πιο περιπετειώδεις και αριστοτεχνικές ηχογραφήσεις που έγιναν ποτέ. Και ως τέτοια πρέπει να κρίνεται.
 
Ο «ψηφιακός ήχος» και τα «φυσικά όργανα»: Διαμάχες περί αυθεντικότητας
 
Ιδού δύο ζευγάρια λέξεων που δεν περίμενα ότι θα συνεχίσω να συναντώ μέχρι σήμερα. Κι όμως, μόλις πριν λίγο καιρό πέτυχα σε δελτίο τύπου αναφορά στη χρήση «φυσικών οργάνων». Προφανώς η σωστή έκφραση είναι «ακουστικά όργανα», τα οποία αντιπαραβάλλονται με τα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα. Η χρήση της λέξης «φυσικά» γίνεται βέβαια για να δώσει τον τόνο της «καθαρότητας» και «αγνότητας». Άντε να εξηγήσεις στους πιουρίστες ότι όλα τα μουσικά όργανα είναι προϊόντα της ανθρώπινης τεχνολογίας και ότι ο ηλεκτρισμός είναι κι αυτός «της φύσης»...
 
Η έκφραση «ψηφιακός ήχος», επίσης, κρύβει πίσω της μια διάθεση υποβιβασμού: τέτοιου είδους ήχος δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η ψηφιακή τεχνολογία, η οποία διευκολύνει την καταγραφή και επεξεργασία του ήχου. Έχει εξελιχθεί μάλιστα τόσο πολύ πλέον η συγκεκριμένη τεχνολογία (και το κόστος της έχει μειωθεί σε τέτοιον βαθμό), ώστε επικρατεί σχεδόν καθολικά. Αναμενόμενα, υπάρχουν κάποιοι που υψώνουν το λάβαρο της επιστροφής σε αναλογικά μέσα καταγραφής, μιλώντας για τη «ζεστασιά» του ήχου που παράγουν. Η συζήτηση είναι μεγάλη, πάντως καλό είναι να σημειώσουμε ότι το εν λόγω χαρακτηριστικό οφείλεται εν πολλοίς στις ατέλειες των συγκεκριμένων μέσων, οι οποίες, όμως, έχουν αφήσει «αποτύπωμα» στο θυμικό των ακροατών. Εν κατακλείδι, λίγη σημασία έχει αν διαθέτεις ή όχι τα (πολλά) χρήματα που χρειάζονται για να ηχογραφείς σε στούντιο με αναλογικά μέσα. Καλούς δίσκους μπορείς να φτιάξεις με τα όποια μέσα. Κι εκεί είναι το ρεζουμέ.
 
«Την αξία του έργου θα την κρίνει ο χρόνος»: Πάρε-δώσε με την αιωνιότητα
 
Θα την έχετε βρει σε πάρα πολλά κείμενα για δίσκους τούτη φράση. Είναι η εύκολη λύση για τον εκάστοτε κριτικό να «νίψει τας χείρας του», να πει μερικά γενικόλογα πράγματα –τα οποία συνήθως εξαντλούνται σε περιγραφές– και να παραπέμψει στις μελλοντικές γενεές για την απόφανση σχετικά με την αξία ενός έργου.
 
Arthromus_3
 
Το «δικαίωμα» αυτό του το δίνει η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η αξία ενός έργου τέχνης είναι ταυτόσημη με τη διαχρονικότητά του. Κάτι τέτοιο είναι ασφαλώς εντελώς αυθαίρετο· άλλωστε οποιαδήποτε ανθρώπινη έκφραση είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα ξεπεραστεί. Η αξία όμως του εκάστοτε έργου μόνο με βάση τα δεδομένα της εποχής που το γέννησε μπορεί να αποτιμηθεί δίκαια, καθώς το κατά πόσο θα αφορά τις μελλοντικές γενεές είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα συγκυριών. Φυσικά, κάθε εποχή φέρνει τις δικές της αποτιμήσεις και βάζει νέες ματιές και εργαλεία στο παιχνίδι –έτερον εκάτερον.
 
«Κινηματογραφικό» και «ταξιδιάρικο»: Ετικέτες σε τιμή ευκαιρίας
 
Μεγάλο μέρος των κειμένων για μουσική εξαντλούνται σε απόδοση χαρακτηρισμών και ετικετών. Είναι κάτι που δεν μπορεί κανείς να αποφύγει, άλλωστε η δισκοκριτική είναι κατηγορία κειμένου που (ιδανικά) απευθύνεται στον καθένα και η συνεννόηση κρίνεται απαραίτητη. Είναι κάποιες «ετικέτες», όμως –όπως οι παραπάνω– οι οποίες είτε δεν έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο, είτε είναι άστοχες μέσα στα συμφραζόμενα που χρησιμοποιούνται.
 
Ο χαρακτηρισμός «ταξιδιάρικο» κατέχει, νομίζω, το ρεκόρ κενότητας: δεν σημαίνει κάτι, δεν περιγράφει, ούτε εξηγεί: ερμηνεύεται κατά το δοκούν από τον καθένα. Ο όρος «κινηματογραφικό» από την άλλη, είναι πιο μυστήρια περίπτωση: προφανώς έχει λόγο χρήσης και περιεχόμενο (όταν μιλάμε για μουσική που πράγματι γράφτηκε για τον κινηματογράφο), όμως σπάνια χρησιμοποιείται με αυτήν την έννοια. 
 
Συνήθως, αποκαλείται «κινηματογραφικό» οτιδήποτε έχει μια εσάνς ορχηστρικού ήχου ή παραπέμπει σε λόγια μουσική. Τούτο συμβαίνει διότι τα soundtrack των κινηματογραφικών ταινιών αποτελούν πια τον κυρίως δίαυλο μέσα από τον οποίον διοχετεύεται στο κοινό ο συμφωνικός ήχος –κι έτσι πολλοί τα συγχέουν. Φυσικά, δεν έχουμε ούτε εκεί να κάνουμε πάντα με ουσιαστικά λόγια μουσική, καθότι υπάρχει σε μεγάλο βαθμό ομογενοποίηση, τυποποίηση και απλοποίηση από τη μεριά των δημιουργών.
 
Arthromus_4
 
«Στην τέχνη δεν υπάρχουν όρια και κανόνες»: Περί περιορισμών και άλλων «δαιμονιών»
 
Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι πράγματι πεδίο στο οποίο ο ασκών διαθέτει πολλές δυνατότητες ελευθερίας. Ειδικά στη μουσική, ο καλλιτέχνης έχει να επιλέξει ανάμεσα σε πολλούς διαφορετικούς τρόπους σύνθεσης, ενορχήστρωσης, ηχογράφησης, έκδοσης κ.ο.κ. Όμως όλο αυτό είναι μάλλον θεωρητικό, καθώς ο εκάστοτε δημιουργός περιορίζεται από τις κλίσεις, τις γνώσεις, τον χρόνο που μπορεί να διαθέσει –από πράγματα δηλαδή που είναι δεδομένα στην κάθε στιγμή.
 
Αλλά, το πιο σημαντικό, ένας μουσικός περιορίζεται από τις ίδιες τις δικές του επιλογές: από τις φόρμες που θα επιλέξει, από τους συνεργάτες και τον εξοπλισμό τον οποίον θα προτιμήσει και τόσα άλλα. Έχει πλάκα να μιλά π.χ. για «απόλυτη ελευθερία» στην τέχνη ένας τραγουδοποιός ο οποίος αναμασά τα ίδια περιορισμένα σχήματα και δεν αντιλαμβάνεται, μέσα στην άγνοιά του, ότι από τη στιγμή και μόνο που έχει επιλέξει τη φόρμα του τραγουδιού, έχει ήδη ορίσει αρκετά αυστηρά τον καμβά του. Άρα, η ελευθερία στην τέχνη έγκειται σε μεγάλο βαθμό όχι στην απουσία ορίων και κανόνων, αλλά στην επιλογή τους. Και το ζήτημα είναι πόσο δημιουργικά μπορεί ο καθένας να κινηθεί μέσα στους (επιλεγόμενους ή επιβαλλόμενους) περιορισμούς του.
 
«Talking about music is like dancing about architecture»: Η αμφισβήτηση της ίδιας της συζήτησης περί μουσικής
 
Κλείνουμε με μία από τις πιο διάσημες φράσεις που έχουν ακουστεί σχετικά με το ομιλείν περί της μουσικής. Συνήθως αποδίδεται στον Elvis Costello, όμως μάλλον ανήκει στον ηθοποιό, ζωγράφο και μουσικό Martin Mull. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη ρήση επιχειρεί να καταδείξει το οξύμωρο του να περιγράφει και να κριτικάρει κανείς ένα μουσικό έργο, από τη στιγμή που αυτό είναι μη ορατό ή απτό –υπονοώντας ότι έτσι χάνεται κάτι από τη «μαγεία» της ακρόασης.
 
Arthromus_5
 
Παρότι ως τσιτάτο είναι πράγματι ευρηματικό, το συγκεκριμένο ρητό παρακάμπτει μάλλον αψήφιστα το γεγονός ότι ο λόγος είναι το σημαντικότερο εργαλείο μας για την κατανόηση των πραγμάτων, αλλά και την επικοινωνία των όποιων συμπερασμάτων. Εν ολίγοις, χωρίς λόγο, χωρίς σκέψη, εκτίμηση και αποτίμηση, δεν υπάρχει και πολιτισμός. Και, τέλος πάντων, φανταστείτε έναν διάλογο που θα εξαντλούνταν στα παρακάτω:
 
- Άκουσες τον νέο δίσκο του Πέτρου Γαϊτάνου;
- Ναι. Μου άρεσε.
- Εμένα όχι τόσο.
 
Πώς θα σας φαινόταν; Όχι ιδιαίτερα συναρπαστικός, έτσι;
 
* Ευχαριστώ τον συνθέτη και παραγωγό Χρήστο Χριστοδούλου για μια σύντομη αλλά διαφωτιστική κουβέντα για την κινηματογραφική μουσική.