Ο φασισμός ήταν πάντα εδώ

Νίκος Σβέρκος
Νίκος Σβέρκος

Πίσω από τα views, τα κανάλια και τα pixels κρύβεται πάντα η τάση για δημιουργία, για έκφραση, για πράξη. Και μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή έρχονται οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι αλήθειες του καθενός. Κάθε δύο Πέμπτες, ο Νίκος Σβέρκος παίρνει αφορμή από ένα βίντεο αναρτημένο στο ίντερνετ και καταθέτει τη δικιά του οπτική, αφού οι κόρες των ματιών συσταλούν και το μυαλό ηρεμήσει...

Είναι φορές που αναρωτιέσαι ποια πρέπει να είναι η τακτική σου, ως άνθρωπος πάνω απ' όλα και ύστερα ως δημοσιογράφος. Να διακινείς τα βίντεο με ομιλίες Χρυσαυγιτών ή όχι; Στο ερώτημα αυτό, όποια απόφαση κι αν πάρεις, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και αναγνώσεις για το τελικό αποτέλεσμα. Και όλα εξαρτώνται από το ακροατήριό σου και από το πώς πλασάρεις το όλο θέμα.

Αν δηλαδή αποφασίσεις, απλά στο όνομα της πληροφόρησης –και όχι της ενημέρωσης– να προβάλλεις ένα βίντεο με έναν μελαχρινό «Άρειο» που τσιρίζει, τότε δίνεις ακόμα μία δίοδο για να ακουστούν τα λόγια μίσους του σε αυτιά τα οποία διψούν για αρπακολλατζίδικες ειδήσεις. Αν όμως παρουσιάσεις τα γεγονότα από την οπτική του δημοσιογράφου που βασίζεται σε αρχές, τότε το μήνυμα παίρνει άλλες διαστάσεις και αναγνώσεις.

{youtube width="480" height="300"}pRe7sgGGIPQ{/youtube}

Κρίνοντας, λοιπόν, από τον κόσμο που –υπό κανονικές συνθήκες– παρακολουθεί ένα σάιτ πολιτισμού, της ανθρώπινης δραστηριότητας δηλαδή που αναζητά και επερωτά τα πάντα, ο Μιχαλολιάκος πρέπει να προκαλεί αποτροπιασμό για τα όσα λέει και όσα πράττει με τα χέρια του. Εκτός αν πρόκειται για τα γνωστά εντεταλμένα τρολ, τα οποία, μόλις βρουν αντιχρυσαυγίτικη επιχειρηματολογία, είναι έτοιμα να ξεράσουν επιθέσεις ηλεκτρονικές, καταλογίζοντας μέχρι και ότι κρύβεις τόσα χρόνια «κλέφτες και προδότες». Αηδίες...

Πέρα από το θεωρητικό πλέγμα του θέματος, η ομιλία Μιχαλολιάκου και του πρωτοπαλίκαρού του, του Κασιδιάρη, είναι μια ομιλία μίσους. Ξεκινώντας από τον κοντοκουρεμένο Κασιδιάρη με την περιποιημένη εμφάνιση, το γραμμένο σώμα και το μονίμως προτεταμένο πηγούνι, ακούμε την κλασική μαγκιώρικη ρητορεία του κωλόμπαρου. Δεν μέμφομαι τα θύματα trafficking, που είναι δούλες στην υπηρεσία της εύκολης αντρίλας, αλλά τα άτομα που χρησιμοποιούν τις γυναίκες εκεί για να απαλύνουν τον ανώμαλο αντρισμό τους, όπως λειτουργεί το σπρέι για την κακοσμία του στόματος.

Streaming22_2

Ο Κασιδιάρης χαρακτηρίζει την εμφάνιση μιας βουλευτίνας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ίδια με μιας καθαρίστριας, ενώ αποκαλεί «βαψομαλλιάδες» τους άντρες βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν χρειάζεται να επεκταθεί κανείς στις στιλιστικές προτιμήσεις των Χρυσαυγιτών, οι οποίες φαίνονται καθαρά από τη μουσική που ακούνε και το κακό black metal που παίζει ο Χριστιανός Καιάδας. Αναρωτιέται όμως κανείς το εξής απλό: οι Χρυσαυγίτες λένε ότι πρέπει να φύγουν όλοι οι ξένοι για να βρουν δουλειά οι Έλληνες. Για να ξεσκατίζουν δηλαδή τους παππούδες μας, να σαλαγάνε τα πρόβατά μας και να μαζεύουν τις ελιές μας. Αυτές οι δουλειές γίνονται από υπάνθρωπους;

Το να ψάχνεις βέβαια για λογική σε Νεοναζί είναι σαν να ψάχνεις για ψύλλο στα άχυρα. Και επειδή αυτό είναι προφανές για όσους σκέφτονται με τον εγκέφαλο και όχι με τον νωτιαίο μυελό, επιστρατεύεται ο φύρερ για να «πολιτικοποιήσει» τα λεγόμενα και να μπολιάσει τους αλαλάζοντες με επιχειρήματα πλήρως ανιστόρητα και στρουθοκαμηλικά για την ελληνική πραγματικότητα. Εκεί εντάσσεται και ο φασιστικός χαιρετισμός του Μιχαλολιάκου, μια κίνηση που θέλει να προκαλέσει σοκ σε αντιπάλους και υποστηρικτές. Σοκ το οποίο πάντα δίνει τον πρώτο λόγο σε αυτόν που το προκαλεί.

Ο Μιχαλολιάκος λοιπόν κάνει το φασιστικό χαιρετισμό των Χιτών και των Ταγματασφαλιτών και μετά έχει τον κύριο λόγο να τον δικαιολογήσει. Μια μέρα αφού είχε προκληθεί σάλος και όλοι μιλούσαν για αυτόν, βγήκε η Χρυσή Αυγή και είπε ότι τον συγκεκριμένο χαιρετισμό τον έκανε ο Μεταξάς, ο οποίος είπε το «όχι» στους φασίστες. Μιλάμε για επικοινωνιακή πολιτική που τσουβαλιάζει τα πάντα με τον αποσπασματικό τρόπο των σχολικών βιβλίων. Λες και η ιστορία είναι μια όμορφη ευθεία ιστοριούλα σαν τον Ιησού τον Ναζωραίο και τους Άθλους του Ηρακλή.

Επειδή λοιπόν οι 'Ελληνες εθνικιστές, ακροδεξιοί, φασίστες ουδέποτε έλειψαν από την πολιτική σκηνή, αλλά απλώς κρύβονταν σε διάφορα κόμματα και κομματίδια, ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με ειλικρίνεια. Ο ελληνικός λαός δεν ήταν στο σύνολό του ποτέ φιλόξενος, εκτός αν ο επισκέπτης κουβαλούσε δολάριο. Ο ελληνικός λαός δεν ήταν ποτέ στο σύνολό του δημοκρατικός: πάντα η «ανωτερότητα της φυλής» τσίγκλαγε τους εγκεφάλους, έστω κι αν αυτός που σήκωνε τα βάρη και κρεμούσε τα μετάλλια ήταν Γεωργιανός ή Αλβανός. Κι αυτός που έβαζε εκατομμύρια στην τσέπη στο όνομα των προαναφερθέντων ήταν Έλληνας.

Ας το παραδεχθούμε πρώτα και μετά η συζήτηση για το πώς αντιμετωπίζουμε τον φασισμό των μικροαστών, όσων φθονούν τους από πάνω επειδή δεν μπορούν να τους φτάσουν και μισούν τους από κάτω επειδή φοβούνται μήπως «ξεπέσουν» εκεί, θα έχει πραγματική βάση.

Top