View More

Σφηνάκια Υπαρξιακής Αγωνίας

Κάθε εβδομάδα, ο Άγγελος Κλειτσίκας κάνει μια γύρα σε αναλογικά και ψηφιακά στενά κι επιλέγει στιγμιότυπα απ' όσα είδε, άκουσε, σκέφτηκε και ένιωσε την ανάγκη να μοιραστεί. Στο νέο του Snap(shots), εκφράζει τις υπαρξιακές του ανησυχίες μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου και τη μικρή οθόνη.

Άγγελος Κλειτσίκας
Άγγελος Κλειτσίκας

Και κάπως έτσι, μετά από παραπάνω από μισό χρόνο ύπαρξης, η στήλη μετακινείται μόνιμα (;)  Τρίτη. Ίσως, την χειρότερη μέρα της εβδομάδας ως προς το πώς την έχουμε τοποθετήσει στο μυαλό μας οι προνομιούχοι άνθρωποι του Δυτικού καπιταλιστικού κόσμου στο concept της «έννοιας» εβδομάδα. Εξηγούμαι: η Δευτέρα είναι ξεκάθαρη στις προθέσεις της, είναι η πρώτη εργασιακή ημέρα, είναι η εβδομαδιαία πίκρα, η προσαρμογή στην κανονική ροή της ζωής, είναι χάλια,  τέλος της ιστορίας, χωρίς πολλά. Η Τετάρτη βρίσκεται στη μέση της εργασιακής εβδομάδας, προσφέρει κάπως μία παρηγοριά. Η Πέμπτη είναι προπαρασκευή. Η Παρασκευή είναι πριν το Σαββατοκύριακο. Το Σάββατο είναι η καλύτερη μέρα της εβδομάδας, ανέκαθεν. Η Κυριακή χωράει συναισθηματικά μία ολόκληρη ζωή. Η Τρίτη είναι η χειρότερη μέρα. Και υποθέτω πως αυτό που προσπαθώ να πω είναι, «ελπίζω η στήλη να κάνει τις Τρίτες σας λίγο καλύτερες». 

Συντροφιά μου τις τελευταίες δύο εβδομάδες ήταν το βιβλίο της Rebecca Solnit, A Field Guide to Getting Lost. Δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, τόσο στην κατηγοριοποίηση του, όσο και στην ψυχική διαχείριση που απαιτεί. Πρόκειται για ένα υβριδικό ανάγνωσμα, κάτι ανάμεσα σε προσωπικό ημερολόγιο, πολιτισμική κριτική, νατουραλιστική κραυγή, φιλοσοφικό στοχασμό και βουτιά στα ενδότερα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, με αυτό που συνδέει όλα αυτά τα στοιχεία να είναι η έννοια και η σημασία της τέχνης του ταξιδιού. Παρόλο που το βιβλίο είναι γραμμένο πριν από 15 χρόνια, διακατέχεται από μία διαχρονικότητα, καθώς  η αγωνία για το μέλλον του πλανήτη και ο τρόπος που οι κοινωνίες βυθίζονται στην εσωστρέφεια παραμένουν θέματα τρομαχτικά επίκαιρα και τα όσα έγραψε η Solnit λειτουργούν σήμερα ως προειδοποιήσεις. Εκεί, όμως, που το βιβλίο χαράζει ουλές, είναι όταν αυτές οι οικουμενικές συνειδητοποιήσεις γίνονται εργαλείο ανασκαφής για το ψυχικό κόσμο της συγγραφέως. Η απώλεια βρίσκεται στο κέντρο αυτού και παίρνει διάφορες μορφές: απώλεια ανθρώπων, αναμνήσεων, ταυτότητας, εαυτού, ζωής όπως την ξέραμε. Τι απομένει όταν συνειδητοποιείς πως ο κόσμος που πατάς είναι πιο σταθερός από τη μικρή μας ύπαρξη; Τα ταξίδια. Το χάσιμο στον πλανήτη. Ο επαναπροσδιορισμός. Αν η ζωή μας είναι ένα άθροισμα από δέρματα που αφήνουμε πίσω κάθε φορά για να συνεχίσουμε στην πορεία, τότε τα ταξίδια πρέπει να είναι ο τρόπος να κοιτάξουμε πίσω στο μονοπάτι που διαγράφεται. Όπως μου σχολίασε πολύ εύστοχα η αγαπημένη φίλη που μου το πρότεινε, «το βιβλίο αυτό είναι σαν μία θάλασσα που φουσκώνει και ηρεμεί».

 

Η έννοια της απώλειας κυριαρχεί και στη ταινία που ξεχώρισα αυτές τις τελευταίες μέρες. Στο Dick Johnson Is Dead η ντοκιμαντερίστρια Kirsten Johnson καταγράφει άλλοτε τρυφερά, άλλοτε χιουμοριστικά, άλλοτε σουρεαλιστικά και άλλοτε απλώς με ωμό ρεαλισμό, το πώς ο πατέρας της παραδίδεται σταδιακά στην άνοια κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Είναι ο τρόπος της Αμερικανίδας να αποδεχθεί μέσα από τη τέχνη της το γεγονός πως ο αγαπημένος πατέρας της -ένας πραγματικά αξιολάτρευτος άνθρωπος όπως αποτυπώνεται στο φιλμ- ολισθαίνει αθόρυβα σε έναν κόσμο όπου η ταυτότητα και η προσωπικότητα διαγράφονται και στη θέση τους έρχεται ένας άνθρωπος ολόιδιος με αυτόν που αγαπάς, αλλά χωρίς καμία ανάμνηση που να μπορεί να ορίσει το ποιος ήταν κάποτε. Είναι μία διπλή απώλεια: να περιμένεις τον φυσικό θάνατο του πατέρα σου και παράλληλα κάθε μέρα να μαρτυράς μικρέ απώλειες ύπαρξης με κάθε ανάμνηση που ξεγλιστρά. Το ντοκιμαντέρ της Kirsten Johnson είναι φανταστικό, γιατί καταφέρνει, χωρίς να γίνει μελοδραματικό, να αποτυπώσει με τον πλέον ανθρώπινο τρόπο τη σύνδεση της ζωής της με όλα όσα υπήρξε ο πατέρας της γι’ αυτήν. Και να αναδείξει όλα όσα αξίζουν να γιορταστούν και να επανέλθουν στη μνήμη πριν το μεγάλο φινάλε.

;

Απορώ πως μου είχε ξεφύγει τόσο καιρό μία τόσο απαραίτητη σειρά όπως το Years and Years. Ίσως ήταν καλύτερα που το παρακολούθησα κατά το σωτήριον έτος 2020, γιατί συνειδητοποίησα με τον πιο απτό τρόπο, πως το μελλοντολογικό αυτό θρίλερ σε συμπαραγωγή του BBC και HBO, δεν είναι απλώς μία κινδυνολογική, τεχνοφοβική και εντυπωσιοθηρική  προβοκάτσια όπως κατάντησε το Black Mirror, αλλά μία πέρα για πέρα ρεαλιστική απόπειρα εκτίμησης του κόσμου για τα επόμενα 10 χρόνια. Συντηρητισμός, εθνικισμός, λαϊκισμός, άνοδος της ακροδεξιάς, κοινωνική διάβρωση, πυρηνική απειλή, οικολογική καταστροφή, ταξικός αποσχισμός, κατασκοπευτικός καπιταλισμός και άλλα πολλά, απολύτως αληθοφανή φαινόμενα αποτυπώνονται στην οθόνη της τηλεόρασης και ο θεατής παρακολουθεί μέσα από 6 χορταστικά, επικά επεισόδια, τον τρόπο που η βρετανική οικογένεια Lyons προσπαθεί να ανταπεξέλθει στη νέα τάξη πραγμάτων. Ελπίζω, η σειρά να μην έχει αποδειχθεί ακριβέστατη καταγραφή της πραγματικότητας όταν φτάσουμε στο 2030, αλλά το 2020 ήδη επιβεβαίωσε πολλές από τις δυσοίωνες προφητείες της. 

Δεν ξέρω αν θα βρείτε την ελπίδα στη νέα playlist που ετοίμασα με ό,τι καλύτερο άκουσα τον Οκτώβρη, αλλά ήταν ένας μήνας που κυκλοφόρησε φοβερή μουσική και αυτό πάντα βοηθάει για να μοιάζει η ζωή λίγο πιο διαχειρίσιμη.

FEATURED TODAY

Στο νέο του Diggin', o Ζώης Χαλκιόπουλος γυρνάει στο 1970 και ακούει ξανά και ξανά το ομώνυμο LP των Olympians.

H Τάνια Σκραπαλιώρη φτιάχνει το χορευτικό soundtrack των ημερών, με επιλογές για όλα τα γούστα, όσο γυαλίζει τα παπούτσια της για να χορέψει σε μια πίστα

Κάθε μήνα το Avopolis θα συγκεντρώνει τους δίσκους που έμειναν λίγο παραπάνω στα ακουστικά του. Και τον Νοέμβριο συνεχίσαμε τις ακροάσεις, λίγο πριν την

HOT STORIES

Το περιοδικό δημοσίευσε τη λίστα του με τους 50 κορυφαίους δίσκους της χρονιάς.

Οκτώ tracks από φρέσκα εγχώρια ονόματα, που παίζουν ανατρεπτικά με τις γιορτινές διαθέσεις.  Τα ακούτε σήμερα στο Bandcamp, που μηδενίζει την προμήθειά

Ακούστε την εκδοχή του Τζίμη Πολιούδη στο «Τι Να Σου Προσφέρω».

Top