Άγγελος Κλειτσίκας

 

Έχετε μήπως στο μυαλό σας τις αναμνήσεις του παρελθόντος, όπως πραγματικά αυτές συνέβησαν; 

Κρατήστε την ερώτηση για αργότερα και προσπαθείστε να σκεφτείτε αν νιώθετε οικεία με μερικές από τις παρακάτω εικόνες: εκπαιδευτικά φιλμάκια για τις πυραμίδες, τα φυσικά φαινόμενα, το διάστημα και την ύπαρξη εξωγήινης ζωής με 1960s/1970s αισθητική και απροσδιόριστο ντοκιμαντερίστικο ηχητικό φόντο· κασέτες με βρετανικές cult sci-fi ταινίες και βιβλία της Penguin με περιγραφές για έναν ζοφερό, πυρηνικά εξοντωμένο πλανήτη· ρετρό εικόνες με νοικοκυρές να χρησιμοποιούν ρομπότ οικειακής χρήσης και παιδιά που φοράνε αλλόκοτα εξαρτήματα, για να απορροφήσουν αποδοτικότερα τη γνώση. 

Τι σχέση έχουν όλα αυτά μεταξύ τους; 

Σε πρώτο επίπεδο, μοιάζουν με μοτίβα συγκεκριμένης αισθητικής από γεγονότα και καταστάσεις σε έναν παρελθοντομέλλοντα χρόνο, εκφραζόμενα σε έννοιες ποπ κουλτούρας υπό τον όρο «hauntology». Σε δεύτερη, είναι μόνο μερικά υλικά με τα οποία μαγειρεύονται τα δείπνα στη φανταστική κομητεία της Ghost Box Music.

Indieghost_2.jpg

Η έννοια hauntology ήρθε να αγκαλιάσει πολλά από τα παραπάνω όταν αναφέρθηκε και αναλύθηκε για πρώτη φορά, στο βιβλίο Spectres Of Marx (1993) του Γάλλου φιλόσοφου Jacques Derrida. Εκεί εξηγεί ότι το να υπάρχεις δεν προϋποθέτει και τη φυσική σου παρουσία, αποδομώντας έτσι τη σχετικότητα της αντίληψης του παρόντος. Όπως και να 'χει, η ιδέα άρεσε και άρχισε να οικειοποιείται απ’ όλα τα φάσματα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Στην οικονομία συχετίστηκε λ.χ. με την αέναη φύση του κομμουνισμού και του καπιταλισμού –πριν καν δηλαδή οι έννοιες θεσπιστούν σύμφωνα με τη θεωρία, είχαν ισχύ. Συνδέθηκε επίσης με την πολιτική θεωρία, την ψυχοανάλυση, αλλά και τον αφροφουτουρισμό, τεντώνοντας περαιτέρω τα όρια αυτών των επιστημονικών πεδίων. Στις τέχνες, όμως, αποτέλεσε αντικείμενο αναμόχλευσης και επανερμηνείας του παρελθόντος και (τι ειρωνικό) αγκαλιάστηκε όσο ελάχιστες άλλες σύγχρονες έννοιες, προερχόμενες από κόσμους εκτός των καλλιτεχνικών τειχών.

{youtube}HH2YxYtT5K8{/youtube}

Στη λογοτεχνία, συγγραφείς του φανταστικού συνυφάνθησαν με τη –σε ελεύθερη και εντελώς βοηθητικού χαρακτήρα μετάφραση– «στοιχειολογία», όπως ας πούμε ο Αμερικάνος πατέρας της φανταστικής γραφής H.P. Lovecraft. Αλλά περισσότερο προφανείς αναφορές αποτελούν Βρετανοί συγγραφείς βικτωριανού τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, σαν τον ιστορικό M.R. James, τον Ουαλό Arthur Machen και τον αρχαιολόγο/ψυχογεωγράφο Τ.C. Lethbridge, που καταπιάστηκαν με τη θρυμματισμένη, άχρονη φύση των αναμνήσεων. Έργα των παραπάνω, μαζί με αυτά του θρυλικού πια Nigel Kneale, μετουσιώθηκαν σε cult ταινίες ή σειρές τρόμου και επιστημονικής φαντασίας –το Quatermass & The Pit, το Stone Tape, το Lost Hearts και την αποθέωση της καλτιάς, Wicker Man. Η σημειολογία τους στοιχειώνει φανερά και έντονα τον κόσμο της Ghost Box.

Για να έρθουμε και στον χώρο της μουσικής, η έννοια hauntology χρησιμοποιηθήκε για πρώτη φορά το 2005 από τον Mark Fisher, ιδρυτή του επιδραστικού τότε blog K-Punk, επιχειρώντας να περιγράψει τα επαναληπτικά ηχητικά πλέγματα των Boards Of Canada, όπως ακούγονται στους δύο πρώτους –κι εκπληκτικούς– δίσκους τους, Music Has The Right To The Children (1998) και Geogaddi (2002). Πέρα από αυτά, έκανε αναφορά και στις, χωρίς αναγκαίες συστάσεις, δύο πρώτες δουλειές του Burial, Burial (2006) και Untrue (2007), αλλά και στις εναρκτήριες κυκλοφορίες της άσημης τότε δισκογραφικής του σημερινού Indiestopia. Ο όρος γιγαντώθηκε όταν τον χρησιμοποίησε ο μουσικός συγγραφέας και ιστορικός Simon Reynolds, έχοντας ως βασική αναφορά τις κυκλοφορίες των Broadcast. Οι οποίοι και θεωρούνται πλέον μάγιστροι της μουσικής «στοιχειολογίας». 

Indieghost_3.jpg

Από εκεί και πέρα, ξεκίνησε ένα ντόμινο ονοματολογίας· ένα άτυπο brainstorming καλλιτεχνών που συγκέντρωναν παρόμοιες σημειολογικές αναφορές και πηγές έμπνευσης, αποτελώντας προφανείς επιρροές, τόσο στις τότε, όσο και σε μελλοντικές hauntology μπάντες. Τα περισσότερα από αυτά είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το BBC Radiophonic Workshop, τόπο-κλειδί για το παρόν άρθρο εξ αιτίας των musique concrète και library music αρχειοθηκών του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα που οφείλω να αναφέρω είναι ο David Cain –με έντονο το στοιχείο της μεσαιωνικής ηχητικής λούπας στις Εποχές του (The Seasons)– οι ενορχηστρώσεις του Paddy Kingsland, αλλά και η Delia Derbyshire και η μπάντα της White Noise, με το ρηξικέλευθμο ντεμπούτο τους An Electric Storm (1969). 

Υπάρχουν όμως και άλλοι καλλιτέχνες που δεν μπορούν αυστηρά να συσχετισθούν με τον όρο, σίγουρα όμως διαθέτουν το εκτόπισμά τους στον κατάλογο της Ghost Box. Δεν γίνεται λ.χ. να λείπει η library music του Basil Kirchin, η ηλεκτρονική τζαζ του Neil Ardley, οι βρετανικές proggressive rock μπάντες του ρόστερ της Vertigo ή ορισμένα συγκροτήματα ψυχεδελικής folk. Τέλος δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τον Καναδό πρωτοπόρο της λούπας και των ηλεκτρονικών Bruce Haack –με ειδική μνεία στον δίσκο που είχε κυκλοφορήσει το 1971 ως Jackpine Savage (Together), όπου εμπεριέχονται ηχητικά ντοκουμέντα από προγράμματα εκμάθησης παιδιών που δένονται μέσω της τεχνικής του ηχητικού κολάζ· βασική ανάμεσα στα μέλη της Ghost Box.

{youtube}qBXzmuFzYLM{/youtube}

Υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος για να καταφέρει κανείς να κατανοήσει τους μηχανισμούς λειτουργίας της Ghost Box, βιώνοντας τελικά τη μέγιστη επίδραση αυτών πάνω του. Η Ghost Box είναι ένας τόπος φανταστικός και απροσδιόριστος χρονικά. Η μεγαλύτερη κατοικημένη τοποθεσία της, είναι η κωμόπολη Belbury. Όσα ξέρουμε για εκείνη –αλλά και για τα υπόλοιπα μέρη του σκοτεινού χάρτη– προέρχονται από τις κυκλοφορίες της δισκογραφικής: τόσο μέσα από τους στίχους, όσο και από το artwork των δίσκων, το φανταστικό βασίλειο εμπλουτίζεται σιγά-σιγά με νέα στοιχεία. Το Belbury αποκτά βιβλιοθήκες-διαστημόπλοια και μεσαιωνικές ξύλινες εκκλησίες, ενώ ορισμένοι κάτοικοι αυτοκτονούν λόγω ραδιοφωνικών νέων που θέλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να διδάσκονται μελλοντική σεξολογία. Αν σας θυμίζει τριπαρισμένο Tolkien, τότε δεν έχετε κατανοήσει το concept. Όπως έχουν πει οι δύο Ουαλοί φίλοι και συνιδρυτές της Ghost Box, Julian House & Jim Jupp, η εταιρεία τους «δεν είναι ένα έτοιμο χαρτογαρφημένο σύμπαν με χαρακτήρες, αλλά μία αθόρυβα εξελισσόμενη εικονική ιστορία».

Indieghost_4.jpg

Οι δυο τους γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο του Newport της Ουαλίας και γρήγορα ανακάλυψαν την κοινή τους λατρεία για τον Lovecraft, τον συντοπίτη τους Machen και για την αισθητική των βιβλίων τσέπης της Penguin, ενώ άρχισαν να εξελίσσουν και την αγάπη τους για τη library music –για αρχειοθετημένα δηλαδή ηχητικά samples που ανήκουν ολοκληρωτικά σε μία συγκεκριμένη εταιρεία– για το BBC Radiophonic Workshop, αλλά και για τα ντοκιμαντερίστικα soundtracks. Τα απογεύματα βολτάρανε και έπιναν τις χλιαρές μπύρες τους στο χωριό Caerleon, το οποίο ενέπνεε μία απόκοσμη, μεταφυσική αύρα, θυμίζοντας την αγαπημένη τους σειρά, Children Of The Stones. Στο πρώτο λοιπόν μισό της νέας χιλιετίας, αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα site συγκεκριμένης αισθητικής, με βάση τα σχέδια του Julian, ο οποίος –μέσω της δικιάς του γραφιστικής εταιρείας Intro– έχει συνεργαστεί σε εξώφυλλα των Stereolab,των Oasis και Prodigy. Μέσω αυτού του site, θα πωλούσαν CD-R της δικιάς τους, ιδιαίτερης μουσικής, την οποία και θα έγραφαν επιτόπου.

Τελικά συνειδητοποίησαν πως το σχέδιο είχε μεγαλόπνοο χαρακτήρα και αποφάσισαν έτσι να ιδρύσουν τη Ghost Box (2004), μέσω της οποίας θα κυκλοφορούσαν τις δουλειές από τα σχήματα του καθενός. O Jim είχε την ιδέα για το Belbury και ονόμασε Belbury Poly το πρώτο του σχήμα, το όνομα του οποίου αντιστοιχεί στο υποτιθέμενο εκπαιδευτικό ίδρυμα της πόλης. Παράλληλα σχημάτισε τον σκοτεινό χαρακτήρα Eric Zann (όνομα προερχόμενο από παράφραση μίας μικρής νουβέλας του Lovecraft), μέσω του οποίου θα είχε τη δυνατότητα να ηχογραφεί δίσκους με περισσότερο goth και horror αναφορές. Από την άλλη μεριά, ο Julian σχημάτισε τους Focus Group, με επιρροές απ’ όλα τα προαναφερόμενα ερεθίσματα και με έντονη τη χρήση των public information films: μικρών ενημερωτικών σποτ, τα οποία προβάλλονταν στη βρετανική τηλεόραση στα 1960s, 1970s & 1980s κατ' εντολή της κυβέρνησης, παρέχοντας οδηγίες επιβίωσης από κάποια πιθανή πυρηνική επίθεση

{youtube}2mdTfAMAIPw{/youtube}

Η δεύτερη και η τρίτη κυκλοφορία της Ghost Box, δηλαδή το Sketches And Spells των Focus Group (2004) και το Willows των Belbury Poly (2004), είναι τα πλεόν αντιπροσωπευτικά δείγματα του μυστικιστικού χαρακτήρα της δισκογραφικής. Η διαφορά τους είναι ότι οι δουλειές του Jim διαθέτουν πιο φυσική ηχητική κατεύθυνση, ενώ ο Julian προσπαθεί να αποδώσει το νοσταλγικό χρονικό κομφούζιο μέσω υπνωτικών loops. Τα εξώφυλλα τα είχε σχεδιάσει ο Julian (όπως κι όλα της δισκογραφικής, μέχρι σήμερα) και έμοιαζαν με κάτι ανάμεσα σε βιβλία τσέπης της Penguin και σε εκπαιδευτικά φυλλάδια για τα σχολεία της βρετανικής επαρχίας. Γρήγορα έγινε πάντως σαφές πως η Ghost Box είναι ένα πολύ κλειστό club, όχι γιατί οι ιδιοκτήτες ήταν δύο ακοινώνητοι τύποι, αλλά γιατί είχαν ένα πολύ συγκεκριμένο αισθητικό και καλλιτεχνικό πλαίσιο στο μυαλό τους –ένα όραμα που δεν τους επέτρεπε να υπογράψουν ακόμη και σε αξιόλογες και hype μπάντες, οι οποίες θα τους βοηθούσαν οικονομικά. Φανταστείτε πόσο ασύμβατη θα ήταν όμως μια τέτοια ένωση: σαν να ζητάει κάποιος που μεγάλωσε με τη μικρή μάγισσα Ματίλντα και τις Ανατριχίλες να γράψει το σενάριο για μια D&D ταινία.

Indieghost_5.jpg

Σαν να υπήρξε όμως μία μεταφυσική ένωση πνευμάτων, ο ηλεκτρονικός πειραματιστής Jon Brooks αυτοσυστήθηκε στο ντούο και τους πήρε τα μυαλά όταν τους παρουσίασε το Mind How You Go (2005), δείχνοντας να έχει συλλάβει –αν είναι δυνατόν!– βαθύτερα το concept που ξεδίπλωναν οι δύο Ουαλοί. Έτσι, με το όνομα Advisory Circle, άρχισε να ενσαρκώνει πολίτες για το Belbury, με τη σπουδαιότερή του δουλειά έως και σήμερα να είναι το ντεμπούτο του Other Channels (2008). Μέσω αυτού, αποτυπώνει τη ρομποτική ζωή των νοικυρών της πόλης, ενισχύοντας την αίσθηση χάρη σε ηχητικά ντοκουμέντα από σποτάκια για την αντιμπετώπιση ληστών στα βρετανικά σούπερ μάρκετ, τα οποία λειτουργούν ως λούπες. Την ίδια χρονιά η Ghost Box κυκλοφόρησε και την πρώτη της συλλογή, που λειτουργούσε ως τουριστικό τρενάκι (ή ιπτάμενο τζετ;) στους πεζόδρομους του Belbury. Ήδη από το προηγούμενο έτος, επίσης, το label είχε προχωρήσει στην επανέκδοση του The Séance At Hobs Lane (ηχογραφήθηκε αυθεντικά το 2001 από τους Mount Vernon Arts Lab). 

Το 2009 εντάχθηκε στο ρόστερ και ένας ακόμα πνευματικός συγγενής, ο κιμπορντίστας των Broadcast Roj Stevens, ο οποίος κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του το ίδιο έτος (The Transactional Dharma Of Rhoj), προσπαθώντας «να εξερευνήσει νέα πεδία της μοντέρνας ψυχολογίας και διαφορετικές καταστάσεις συνείδησης». Ο δίσκος όμως που γυάλισε όσο κανείς άλλος τη μαγική σφαίρα του hauntology δεν εκτυλίχθηκε στο Belbury, μα σε ένα άλλο φανταστικό χρονικό βασίλειο της Βρετανίας –μέσω της Warp. Η σύμπραξη δηλαδή των Focus Group και των πιο mainstream στοιχειολόγων Broadcast, μόνο ένα αριστούργημα εξορκισμού του παρελθοντικού φανταστικού σαν το Investigate Witch Cults Of The Radio Age θα μπορούσε να φέρει. Πρόκειται για ένα κολάζ αναμήσεων μίας Βρετανίας που δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα, αλλά προκαλεί νοσταλγία σαν να τη ζουν οι πολίτες της καθ’ αυτόν τον τρόπο κάθε μέρα.

{youtube}uHa4GDDwWKc{/youtube}

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι μπάντες της δισκογραφικής συνέχισαν να σχεδιάζουν νέα σημεία στον χάρτη του Belbury με ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν το πιο εύπεπτο The Belbury Tales των Belbury Poly (2012), το ντεμπούτο του πιο electro μέλους της εταιρείας Pye Corner Audio, Sleep Games (2012) –το οποίο λειτουργεί ως μακάβριο νανούρισμα για τους κατοίκους του Belbury– ο τελευταίος δίσκος των Focus Group, Elektrik Karousel (2013), που εμπνέεται από τσέχικα cartoons (ένα πεντάχρονο κοριτσάκι τον ονόμασε «μουσική για φαντάσματα»), αλλά και το πρώτο άλμπουμ των πολυαγαπημένων Soundcarriers από το Νότιγχαμ για τη Ghost Box, Entropicalia (2014), που φαντάζομαι λειτουργεί σαν soundtrack στις διακοπές των κατοίκων του Belbury. Φέτος η εταιρεία προχώρησε σε επανεκδόσεις παλαιότερων δίσκων, πιο σημαντική είναι όμως η κυκλοφορία ενός μεγαλοπρεπούς best of με τίτλο In A Moment Ghost Box, το οποίο και θα αγοράσω με την πρώτη ευκαιρία. 

Indieghost_6.jpg

Υπό το πρίσμα λοιπόν της ιστορίας που σας διηγήθηκα, ας επιστρέψουμε στην αρχική ερώτηση, καθώς αυτή ουσιαστικά θέτει και η Ghost Box. Σκεφτείτε πως ζείτε στην παρούσα πραγματικότητα, αλλά οι αναμνήσεις σας προέρχονται από το παρελθόν σε ένα παράλληλο σύμπαν, ελαφρώς διαφορετικό σε κρίσιμες στιγμές του από το υπάρχον. Έτσι, ό,τι σας πυροδοτεί τη νοσταλγία δεν σχετίζεται με αληθινά σας βιώματα, μα με θραύσματα εκείνων, που έχουν χαθεί σε μια ανάμνηση που νομίζατε πως τη ζήσατε έτσι. Εκεί ακριβώς έρχεται το μουσικό σύμπαν της Ghost Box, για να αποδείξει πως το ντόμινο δεν είναι μεταφυσικό, αλλά βαθιά ανθρώπινο και φυσιολογικό. Στις καλύτερές τους στιγμές, τα ονόματα της εταιρείας θα σας αναγκάσουν –ανάλογα βέβαια και με το πόσο βρετανικό είναι το πολιτισμικό σας υπόβαθρο– να νοσταλγήσετε στιγμές που δεν καταγράφηκαν ποτέ στον εγκέφαλό σας. 

Μάλλον όμως ανήκω στην τελευταία γενιά της διφορούμενης αυτής ανάμνησης, της εσωτερικής συζήτησης γύρω από μια αβάσιμη νοστλαγία: αφού πια τα πάντα καταγράφονται, δεν μπορείς να αποδράσεις από το δεδομένο παρελθόν. Όπως έχει πει και ένας καλός μου φίλος, το φως της κουζίνας της ελληνικής οικογένειας που μας γεμίζει νοσταλγία (ελπίζω όχι μόνο σε εμάς τους δύο), στο μέλλον θα είναι απλώς το φως της κουζίνας.

Προτεινόμενη Δισκογραφία

White Noise – An Electric Storm (1969)

Belbury Poly – The Willows (2004)

The Advisory Circle – Other Channels (2008)

Broadcast & The Focus Group – Investigate Witch Cults Of The Radio Age (2009)

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured