Φιλαδέλφεια: Η πρωτεύουσα του αμερικάνικου, σπαραχτικού ροκ ήχου (μέρος 1)

Στη μεγαλύτερη πόλη της Πενσιλβάνια, έχουν συγκεντρωθεί κατά τα τελευταία χρόνια μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα και φρέσκα ονόματα της αμερικάνικης ροκ σκηνής (με τη σύγχρονή της ερμηνεία). Κομμάτι αυτής αποτελεί ένα ορμητικότατο ρεύμα νέων συγκροτημάτων, ηγούμενο από δυναμικές γυναικείες παρουσίες, αποφασισμένες να αφήσουν το δικό τους στίγμα...

Άγγελος Κλειτσίκας
Άγγελος Κλειτσίκας

 

Η Φιλαδέλφεια, μία από τις πολυπληθέστερες και σημαντικότερες πολιτισμικά και οικονομικά πόλεις της ανατολικής ακτής των Η.Π.Α, πέρα από την αναπόφευκτη σύνδεσή της με τo θρυλικό cult φιλμ Rocky –το άγαλμα του οποίου βρίσκεται, σχεδόν ειρωνικά, στην είσοδο του Μουσείου Τέχνης της πόλης, προσελκύοντας αμέτρητους τουρίστες– έχει να επιδείξει και μια έντονη μουσική παράδοση. Από τη θρυλική soul σκηνή στα μέσα των 1970s (γνωστή ως Philadelphia Sound) μέχρι τον πολυπράγμονα ροκ μάγο Todd Rundgren και από το σατιρικό punk των Dead Milkmen μέχρι τους σύγχρονους αναβιωτές Kurt Vile και War On Drugs (ξεχωριστή σκηνή, θα εξερευνηθεί σε μελλοντικό Indiestopia), έχει τη δικιά της θέση στη διαμόρφωση της αμερικάνικης μουσικής ιστορίας.

Η πόλη μπορεί να απέχει μόλις 2 ώρες από το αστικό χάος της Νέας Υόρκης, αλλά οι ρυθμοί εδώ κυλάνε πολύ πιο χαλαρά, σχεδόν επαρχιακά· το δε κόστος διαβίωσης είναι πολύ χαμηλότερο και υπάρχει ακόμη η δυσεύρετη πια αίσθηση της γειτονιάς και της κοινότητας. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που πολλές μπάντες που είχαν φύγει για να κυνηγήσουν την τύχη τους στο Λος Άντζελες ή στο Μπρούκλιν επέστρεψαν, προκειμένου να βρουν ένα υγιές και αγχολυτικό περιβάλλον, το οποίο θα τους προσφέρει την απαραίτητη έμπνευση. 

Στη διαμόρφωση αυτού του σκηνικού συνέβαλλαν ορισμένοι «περιθωριακοί» ήρωες, οι οποίοι δεν συστήνονται μεν ποτέ ως πρωταγωνιστές τέτοιων ιστοριών και καταλαμβάνουν τον λιγότερο χώρο στα μουσικά περιοδικά και βιβλία, αλλά είναι τελικά εκείνοι που παρέχουν το απαραίτητο σπρώξιμο: τη σπίθα που πυροδοτεί κινήματα και δίνει υπόσταση σε νέες μουσικές σκηνές και ρεύματα.

Ο Bruce Warren είναι ένας από τους βασικούς ιθύνοντες του τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού, του WXPN, αλλά και δημιουργός της μουσικής ιστοσελίδας The Key, την οποία ξεκίνησε το 2010. Μέσα από αυτές τις πλατφόρμες αναζητά και προωθεί νέα ταλέντα της πόλης, προσπαθώντας να αναδείξει μπάντες που έχουν νόημα ύπαρξης και φρέσκες ιδέες να μοιραστούν. Όλα τα σημαντικά γκρουπ της Φιλαδέλφειας έχουν λοιπόν φιλοξενηθεί τόσο στον σταθμό, όσο και στη σελίδα του Warren, ο οποίος προσπαθεί να περάσει με ρομαντικά αναχρονιστικό τρόπο μουσικές νόρμες και νέα ονόματα, σαν ένας άλλος –με συγχωρείτε για την υποψία σύγκρισης– John Peel

Ρόλο στη διαμόρφωση νέων ρευμάτων έχει παίξει όμως και ο Chris Ward, ο ιδιοκτήτης του θρυλικού πια venue Johnny Brenda, στην underground καλλιτεχνική γειτονιά της πόλης, τη Fishtown. Από τη σκηνή του μυθικού πια club έχουν περάσει ονόματα όπως οι Dillinger Escape Plan, οι Bardo Pond, οι War On Drugs, αλλά και οι Pissed Jeans (όλοι με καταγωγή από τη Φιλαδέλφεια), γράφοντας σελίδες σύγχρονης μουσικής ιστορίας.

Philadel_2.jpg

Η τελευταία φουρνιά που έχει κυριαρχήσει στις επιλογές του Warren αλλά και στη σκηνή του Johnny Brenda, είναι μία σειρά από female acts, τα οποία έχουν ρυθμίσει τις κιθάρες τους στις πιο cool παραμορφώσεις για να συνοδεύσουν ιδανικά τους συναισθηματικά δοσμένους στίχους τους. Η ιστορία θέλει τα περισσότερα από αυτά τα συγκροτήματα να επιστρέφουν στην πόλη όπου μεγάλωσαν μετά από αποτυχημένες ιστορίες δόξας και διαφυγής, τόσο για λόγους βιοπορισμού, όσο και για λόγους ψυχικής υγείας και καλλιτεχνικής έμπνευσης. 

Αυτή η μαζική προσέλευση νέων ονομάτων –με κοινά χαρακτηριστικά τον 1990s, επηρεασμένο από το grunge, κιθαριστικό ήχο, τα πνευματικής και ερωτικής απελευθέρωσης στιχουργικά μοτίβα και το έντονα θηλυκό στοιχείο (σαν άλλα riot grrrrl, μα χωρίς τόσο διάχυτο φεμινισμό)– έχουν μετατρέψει τους κάποτε κακόφημους δρόμους της Fishtown σε μία από τις πιο «καυτές» μουσικές γειτονιές της ανατολικής Αμερικής. Αμέτρητα καλλιτεχνικά καφέ και στέκια, δισκοπωλεία, φεστιβάλ, flea markets με ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους, γκαλερί και τοπικά περιοδικά, συνθέτουν ένα οργασμικό σύμπαν. 

Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει μία πραγματικά διακριτή σκηνή, απόρροια μίας ρομαντικής πράξης τοπικιστικού εορτασμού, η οποία δίνει αληθινό και χειροπιαστό νόημα στην όλη καλλιτεχνική φρενίτιδα. Η αρχή έγινε όταν ο έφηβος DIY οραματιστής Sean Agnew άρχισε να κλείνει σόου για πολλές τοπικές μπάντες σε αμέτρητα, εγκαταλελειμμένα μέχρι τότε venues (κατάφερε να κλείσει λάιβ μέχρι και σε εκκλησίες), δίνοντας έμπνευση και σε άλλα άτομα να ανοίξουν περισσότερες σκηνές για τα πιο περιθωριακά γκρουπ. 

Μέσα σε αυτά τα clubs άρχισαν να χτίζουν σταδιακά τη φήμη τους οι πρωταγωνιστές της ιστορίας μας. Αλλά πριν συμβεί κάτι τέτοιο, χρειάστηκε όπως είπαμε να εγκαταλείψουν τις πόλεις που τους έπνιγαν, κάνοντας μια νέα αρχή στις απαλλαγμένες από άγχη και περιορισμούς γειτονιές της Fishtown.

Mετά τη διάλυση των P.S. Elliot, οι δίδυμες αδερφές Katie & Allison Crutchfield ήταν από τα πρώτα ονόματα της σκηνής που μετακόμισαν στη Φιλαδέλφεια, αφήνοντας πίσω το «αποπνιχτικό» (κατά δήλωσή τους) Μπρούκλιν. Η έλευσή τους σηματοδότησε μια νέα καλλιτεχνική περίοδο και για τις δύο, αφού η Katie –ως Waxahatchee, πια– κυκλοφόρησε το ηχογραφημένο στο υπνοδωμάτιό της American Weekend, το οποίο περιέχει ένα από τα πιο σπαραχτικά και εύθραυστα κομμάτια του 2012, το “Be Good”. Η Allison πάλι σχημάτισε τους Swearin’, στο ομώνυμο ντεμπούτο των οποίων (επίσης 2012) περιλαμβάνονται ορισμένες συναρπαστικές στιγμές 1990s κιθαριστικής νοσταλγίας. Τα άλμπουμ όμως που τους χάρισαν σημαντικότερη επιτυχία και μεγάλωσαν κάπως τη γραμματοσειρά των ονομάτων τους στα πόστερ των μουσικών φεστιβάλ, ήταν εκείνα της επόμενης χρονιάς. 

Με το Cerulean Salt, έναν δίσκο που πίσω από τα ενθουσιώδη ουρλιαχτά και τις εκρήξεις των επιθυμιών της Katie κρύβει μια βαθιά μελαγχολία, οι Waxahatchee βρήκαν τον δρόμο για πολλές λίστες με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς: το Pitchfork το συμπεριέλαβε στις 100 καλύτερες καταθέσεις της τελευταίας 5ετίας, ενώ μέλη των Swearin’ συμμετείχαν στην παραγωγή και περιόδευσαν στη συνέχεια μαζί τους. Βέβαια το δικό τους δεύτερο άλμπουμ, Surfing Strange,δεν προκάλεσε την ίδια αίσθηση, είναι πάντως μία προσπάθεια πιο δυναμική και ολοκληρωμένη σε σύγκριση με το ντεμπούτο τους, στην οποία εμπεριέχεται και το "Parts Of Speech" –μία από τις καλύτερες στιγμές του 2013. 

Philadel_3.jpg

Το τελευταίο μέχρι στιγμής κεφάλαιο για τις αδερφές Crutchfield έχει γραφτεί με τον φετινό δίσκο των Waxahatchee, Ivy Tripp. Αποτέλεσμα μία πράξης απομόνωσης για άντληση έμπνευσης, έχει τελικά πιο ποπ χαρακτήρα από τον προκάτοχό του, ενώ διατηρεί τις στιχουργικές αρετές των ειλικρινών εξομολογήσεων της Katie.

Εφάμιλλες συνθήκες ψυχικού εγκλωβισμού οδήγησαν και τη Frances Quinlan –frontwoman των Hop Along– να παρατήσει το Νιού Τζέρσεϊ και να αναζητήσει μια δημιουργική κοινότητα που θα πυροδοτούσε την όρεξή της για νέα άλμπουμ και μουσικές επιδιώξεις. Γνώριζε ήδη τις αδερφές Crutchfield, έχοντας συμπτωματικά τραγουδήσει στα γενέθλια ενηλικίωσής τους, συμμετείχαν μάλιστα και στο ντεμπούτο των Hop Along. 

Η αδιαφορία όμως που έδειξαν τα μουσικά sites μα και η απογοήτευση την οποία και η ίδια ένιωθε για το άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 2012, της καλλιέργησαν την επιθυμία να ψάξει κάπου αλλού την έμπνευση που χρειαζόταν, ακολουθώντας τελικά όχι μόνο το παράδειγμα, αλλά και τις ίδιες τις αδερφές Crutchfield: μετακόμισε πέρυσι στη Φιλαδέλφεια και μόλις φέτος το συγκρότημά της κυκλοφόρησε έναν δεύτερο δίσκο, με τίτλο Painted Shut. Ο οποίος φαίνεται να έχει ενθουσιάσει το δημοσιογραφικό στερέωμα, ορισμένοι μάλιστα κάνουν λόγο για ένα από τα πιο ιδιαίτερα άλμπουμ της χρονιάς. Η αλήθεια πάντως είναι ότι αποτελεί απλώς ένα αναιμικό grunge έργο, που το σώζουν τα ψυχωμένα φωνητικά της Frances.

Η τελευταία ιστορία αναζήτησης έμπνευσης και πνευματικής τροφοδότησης, έχει το ντουέτο Girlpool να μετακομίζει μόλις τον Ιανουάριο από το ιδανικό για κάποιους (αλλά όχι για τις ίδιες) L.A. στη Φιλαδέλφεια, κυκλοφορώντας το ντεμπούτο τους Before The World Was Big. Με τον τίτλο του οποίου και υποδηλώνουν το μινιμαλιστικό, γήινο περιεχόμενό του, μα και την επιθυμία τους να χαρίσουν στη ζωή τους διαστάσεις λιγότερο πολύπλοκες. 

Σε αντίθεση ασφαλώς με όλες αυτές τις μπάντες, υπάρχουν κι εκείνες που δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη Φιλαδέλφεια, κάνοντας τα πρώτα τους βήματα εκεί και χτίζοντας κατόπιν τα ονόματά τους στις σκηνές που άνοιξε ο Agnew. Τέτοια περίπτωση είναι οι Cayetana, τα μέλη των οποίων έχουν συμμετάσχει με κάποιον τρόπο σε όλα τα underground σχήματα της πόλης· κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους μόλις πέρυσι, ένα κράμα από twee ευαισθησίες, grunge γροθιές και surf τσαχπινιές. Αλλά αν υπάρχει ένα συγκρότημα πάνω στο οποίο η τοπική κοινότητα έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες της σκηνής, αυτοί είναι οι Sheer Mag. Και αν ακούσει κανείς το δεύτερο ΕΡ τους, θα καταλάβει χωρίς κόπο το γιατί: σε κάθε γωνιά των 4 κομματιών του κρύβεται ένα rock 'n' roll πνεύμα που δύσκολα παράγεται με τέτοια πειστικότητα στις μέρες μας.

Όση βέβαια δυναμική κι αν διαθέτει αυτή η φρέσκια σκηνή της Φιλαδέλφειας, οι δυνατότητές της είναι εκ προοιμίου και πολύ συγκεκριμένες και περιορισμένες –οφείλουμε να το παραδεχτούμε, αν θέλουμε να είμαστε λίγο πιο ψύχραιμοι και αποστασιοποιημένοι παρατηρητές. Αλλά αν μείνει κανείς σε μια τέτοια προσέγγιση, τότε χάνει κάτι περισσότερο από το μισό νόημα της όλης ιστορίας: γιατί οι πρωταγωνιστές της δεν θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και να μελετηθούν ως πολιτισμικό φαινόμενο στο νέο βιβλίο του Simon Reynolds. Η απόσταξη των δίσκων, των στίχων, των τάσεων αποδημίας τους, θα φέρουν στην επιφάνεια μόνο την ανάγκη της αίσθησης του ανήκειν. 

Σε έναν κόσμο όπου τα πάντα τρέχουν πιο γρήγορα από τα συναισθήματά μας και τα κυνήγια συμβολαιογραφικών «μαγισσών» και χρήματος γίνονται όλο και πιο κυνικά, το να ξέρεις πως η πνευματική σου εκτόνωση έχει ανταπόκριση, σε φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην προσωπική σου ολοκλήρωση. Στη Φιλαδέλφεια τουλάχιστον, το γνωρίζουν πολύ καλά.

Προτεινόμενη δισκογραφία:

Waxahatchee – Cerulean Salt (2013)

Swearin’ – Surfing Strange (2013)

Sheer Mag – II EP (2015)

 

Top