Η αιφνίδια αναθέρμανση της emo «παράδοσης», μέρος 1

Δημοσιογραφικά πυροδοτούμενη αναβίωση ενός παραμελημένου ήχου ή αυθεντική συγκέντρωση συγκροτημάτων με κοινό υπόβαθρο και στόχους; Σε κάθε περίπτωση, η αιφνίδια αναθέρμανση της emo «παράδοσης» των 1990s είναι πια trend, και μια ιστορική αναδρομή για το πώς φτάσαμε εδώ επιβάλλεται...

Άγγελος Κλειτσίκας
Άγγελος Κλειτσίκας

 

Η σύγχρονη μουσική ιστορία είναι άμεσα συνυφασμένη με τη γέννηση μίας σειράς ετικετών, στερεοτύπων, παρεξηγήσεων και ασαφώς προσδιορισμένων χαρακτηριστικών: goth κουλτούρα, mod στυλ, punk attitude, indie αισθητική. Το χάσμα μεταξύ της πραγματικής πολιτισμικής ταυτότητας αυτών και της ορολογίας που υιοθετεί η mainstream κοινωνική πλατφόρμα για να περιγράψει τέτοια φαινόμενα, αποτελεί αφορμή αμέτρητων επικοινωνιακών καταρρεύσεων και ταμπού αντιλήψεων. Αν έπρεπε όμως να διαλέξουμε μία νόρμα/παράδοση που έχει δεχτεί και απολαύσει τις πιο ακραίες παρερμηνείες και στερεοτυπικές επιθέσεις, τότε οι emo θα ξεπηδούσαν αβίαστα απ’ το μυαλό.

Όλα έχουν πάντως μια εξήγηση, τίποτα δεν είναι αυτοδημιούργητο, οπότε ας πάρουμε το χρονικό της πολιτισμικής παρεξήγησης από το πρώτο της riff. Washington D.C., 1984: η hardcore/punk σκηνή βρίσκεται στο πιο ώριμό της στάδιο και οι αντιπροσωπευτικότερες μπάντες της Dischord Records οργιάζουν, χτίζοντας φήμη μέσα από συνεχόμενες, αυτοσχέδιες συναυλίες. Ο 20χρονος Guy Picciotto, βαθιά βουτηγμένος στο ιδεολογικό post-hardcore σύμπαν, δημιουργεί τους Rites Of Spring

Σε αντίθεση με τον θρασύ, ωμό και απότομο ήχο της Dischord, η μπάντα συλλαμβάνει μία πιο μελαγχολική/μελωδική ηχητική φόρμα, γεμάτη συναισθηματικές εξομολογήσεις και νοσταλγικούς στίχους. Ο Ian MacKaye, συνιδιοκτήτης της Dischord, επηρεάζεται έντονα από τη νέα προοπτική και δημιουργεί –στην ίδια λογική– τους Embrace. Το λεγόμενο «επαναστατικό καλοκαίρι του 1985», με την έντονη απήχηση των δύο αυτών συγκροτημάτων, γεννάει λοιπόν το emocore. Ως τη soft/συναισθηματική πλευρά του hardcore βέβαια, όχι ως σκηνή. Το όλο ρεύμα εκτονώθηκε άλλωστε γρήγορα. Αθόρυβα, όμως, αρχίζουν και δομούνται τα θεμελιώδη εννοιολογικά concepts της emo κουλτούρας. 

Το οριστικό τέλος του emocore ήρθε όταν οι Picciotto & MacKaye δημιούργησαν μαζί τους πιο ευνοημένους από τη μουσική ιστορία –και τελικά πιο επιδραστικούς– Fugazi. Αλλά οι ιδεολογικοί χυμοί που άφησαν πίσω με τους Rites Of Spring εξαπλώθηκαν γρήγορα κι έτσι άρχισαν να ξεπηδούν πολλά γκρουπ με παρόμοιο ήχο και ταυτότητα, δημιουργώντας έτσι μια σκηνή μέχρι τις αρχές των 1990s. Η οποία κι ακολούθησε γραμμική πορεία, ώσπου ήρθαν στο προσκήνιο δύο μπάντες οι οποίες επαναπροσδιόρισαν την emo κουλτούρα, κάθε μία αντιπροσωπεύοντας τις διαφορετικές πορείες και τάσεις που θα αναπτύσσονταν στη συνέχεια. 

Οι Sunny Day Real Estate και οι Jawbreaker εισήγαγαν στο emo στοιχεία από τα διαφορετικά μουσικά ρεύματα της ίδιας εποχής. Οι Jawbreaker έβαλαν pop punk πινελιές στο 3ο τους άλμπουμ 24 Hour Revenge People (1994), ενώ οι Sunny Day Real Estate –με το θρυλικό και έντονα επηρεασμένο από τη grunge μόδα της εποχής ντεμπούτο τους Diary– ακόνισαν με πιο πνευματώδη τρόπο τις indie ευαισθησίες της emo ηχητικής παλέτας. Και οι δύο μπάντες κατάφεραν πάντως να κουβαλήσουν και να διαιωνίσουν τα βασικά θεματικά γονίδια της σκηνής, προτάσσοντας προσωπικούς στίχους, βγαλμένους από κρυφές σελίδες ημερολογίων που ξεχείλιζαν από πικρό ρομαντισμό. Εν τω μεταξύ η σκηνή πέρναγε σιωπηλά σε μία νέα φάση: underground υποχώρησης και εκ νέου ανάπτυξης.

Indiestopia8_2.jpg

Στα μέσα των 1990s, ρεύματα που ως την προηγούμενη δεκαετία είχαν περιθωριακό χαρακτήρα –όπως το δεύτερης γενιάς punk και το indie rock– άρχισαν να παίρνουν mainstream μορφές, οπότε το emo βρήκε χώρο να επικρατήσει ως μία από τις βασικές υποκουλτούρες. Αντλώντας έμπνευση κυρίως από τους Jawbreaker, από τη hardcore αισθητική, τον indie αυθορμητισμό και τη DIY ιδεολογία, πολλές μπάντες που προέρχονταν από τις μεσοδυτικές πολιτείες των Η.Π.Α. δόμησαν τότε ένα νέο κατασκεύασμα. Σημαντικότερες από αυτές οι Cap'n Jazz των απίστευτα επιδραστικών για την πορεία της σκηνής αδερφών Kinsella, οι Braid με το φανατικό τους κοινό, οι πιο εύκολα προσβάσιμοι Jimmy Eat World, καθώς και οι pop punk λογικής Promise Ring και The Get Up Kids

Στην ανατολική ακτή, οι Texas Is The Reason –πατώντας πάνω στις αρετές των Sunny Day Real Estate– επιχείρησαν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ του indie ήχου και της emo κουλτούρας, σε μία σχεδόν μάταιη μάχη, ενώ οι Lifetime με τις πιο hardcore ανησυχίες αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τις μελλοντικές emo μπάντες του Νιού Τζέρσεϊ, όπως τους Saves The Day και My Chemical Romance. Αν όμως πρέπει να ξεχωρίσουμε ένα συγκρότημα από τον χαοτικό αριθμό όσων ξεπήδησαν σ' εκείνα τα χρόνια, τότε θα σταθούμε στους Mineral· γιατί είναι αυτοί που κατάφεραν να ενσωματώσουν στον ήχο τους όλα τα μεμονωμένα αισθητικά και μουσικά στοιχεία που αντιπροσωπεύουν τρανταχτά το emo συνοθύλευμα, ειδικά στο ντεμπούτο τους The Power Of Failing (1997). Μέσα δε από τη συγκεκριμένη φουρνιά σχημάτων, τέθηκαν άτυπα και όλα τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά του αληθινού emo: συναισθηματικά κολεγιόπαιδα με υψηλό IQ και κοκάλινα γυαλιά, που δεν μπορούν να δραπετεύσουν από την αθεράπευτα ρομαντική τους φύση.

Την ίδια περίοδο (1996) οι Weezer κυκλοφορούσαν το Pinkerton, ακολουθώντας μεν την τεράστια εμπορική επιτυχία του παρθενικού τους δίσκου, μα ποτίζοντάς το και με μία σκοτεινή emo pop αύρα. Γνώρισαν βέβαια μαζική κριτική και εμπορική αποτυχία, αλλά με τα χρόνια το είδαν να αναδεικνύεται στο πιο cult emo άλμπουμ της ιστορίας. Γενικά, οι emo μπάντες έμεναν στην εμπορική αφάνεια, σταδιακά όμως –και με αφορμή το αρκετά επιτυχημένο για τα δεδομένα Nothing Feels Good των Promise Ring (1997)– η σκηνή άρχισε να χτίζει τον δρόμο της προς τα mainstream πατώματα. Μυρίζοντας το δυνητικό εμπορικό breakthrough συγκροτημάτων όπως οι Jimmy Eat World και The Movielife, κυρίως μέσα από τους χιλιάδες ένθερμους φανς στα live, αλλά και μέσω μιας συλλογής με ανυπόγραφες emo μπάντες (με το προβλέψιμα κλισέ όνομα The Emo Diaries), η Capitol, η Drive Through και η Vargant Records έτρεξαν να κερδίσουν τις, τελικά, πολύτιμες υπογραφές τους.

Έτσι, οι Jimmy Eat World, μέσω του πρώτου τους άλμπουμ στην Capitol, Clarity (1999), αλλά ακόμη περισσότερο με το Bleed American (2001), οι New Found Glory με το ομώνυμο ντεμπούτο τους στη Drive Through (2000) και τέλος οι πιο πιστοί στη 1990s αισθητική Saves The Day της Vargant Records, γνώρισαν σημαντικές επιτυχίες, οι οποίες γίνονταν όλο και πιο κερδοφόρες με την είσοδο στη νέα χιλιετία. Μέσα σε αυτό το ξαφνικό κυνήγι του emo χρυσού, υπήρχαν και μπάντες όπως οι οριακά indie Wrens, οι Appleseed Cast και οι American Football –το ομώνυμο  ντεμπούτο των οποίων αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της αυθεντικής emo κουλτούρας– οι οποίες παρέμειναν αγνές, κρατώντας το πρωταρχικό πνεύμα ανέπαφο από μισαλλόδοξες υλικές επιδιώξεις, αναζωογονώντας και εμπλουτίζοντας παράλληλα την ηχητική του ραχοκοκαλιά.  

Και ενώ όλο και περισσότερες μπάντες που μέχρι πρότινος ήταν γνωστές μόνο σε emo κύκλους άρχισαν να γνωρίζουν επιτυχία (The Get Up Kids, Dashboard Confessional κ.ά.), οι αληθινοί πιστοί αποστασιοποιούνται από το «φαινόμενο» και ακυρώνουν οποιαδήποτε σύνδεση της emo παράδοσης με αυτόν τον νέο, εύπεπτο, ραδιοφωνικό ήχο, τον οποίον αποκαλούσαν «emo για mall». Εδώ βέβαια ξεκινάει μία μεγάλη συζήτηση σχετικά με το αν ό,τι έγινε κατόπιν ήταν αυθεντικό emo –στη mainstream ζώνη τουλάχιστον, καθώς στο περιθώριο πάντα υπήρχε κινητικότητα από ονόματα πιο κλασικής κοψιάς. 

Τρανότερο παράδειγμα της νέας «μολυσμένης» ιδεολογικά εποχής του emo ήταν οι Taking Back Sunday κι αργότερα, στα μέσα των '00s, οι My Chemical Romance, που έκαναν μεγάλο ντόρο με το ανθεμικού χαρακτήρα άλμπουμ τους The Black Parade· αλλά και οι Paramore, The Academy Is και The Fall Out Boy. Ο ιστορικός του είδους Andy Greenwald εξηγεί αυτήν την έκρηξη προς τα εμπορικά σαλόνια ως την απάντηση της μουσικής βιομηχανίας στο κενό που άφησαν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Ένα απροσδιόριστο δηλαδή μουσικό ρεύμα, εκπροσωπούμενο από κουλ ρομαντικά αγόρια με vintage γυαλιά και αλλοπρόσαλλα κουρέματα, σπρωχνόταν σαν το αντίδοτο στην post-9/11 κατάθλιψη, κάτι βέβαια που αντέκρουε θεμελιωδώς το αρχικό emo πνεύμα. Είναι αδύνατον πάντως να κόψεις τη νοητή, αν όχι εντελώς αόρατη, γραμμή που συνδέει μουσικά τις μπάντες αυτές με τη 1990s περίοδο. Σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο κι αν το προσεγγίσει κανείς, ωστόσο, οι ομοιότητες είναι ανύπαρκτες.

 Δυστυχώς, το πιο αντιαισθητικό, ακραίο και μη αντιπροσωπευτικό μικρόβιο της emo παράδοσης όχι μόνο επιβίωσε, αλλά και ταυτίστηκε τελικά με την όλη κουλτούρα στο μυαλό του «μέσου ακροατή». Έτσι, οι κυρίαρχες αντιλήψεις και οι στερεοτυπικοί συσχετισμοί από τις αρχές των '00s και μετά, θέλουν το emo ν' αφορά καταθλιπτικά άτομα –αγόρια κυρίως– που δεν βρίσκουν νόημα σε τίποτα και περνάνε φάσεις στις οποίες θέλουν να κάνουν σοβαρό κακό στον εαυτό τους. Όλες δηλαδή οι αγνές ρομαντικές προθέσεις του ξεκινήματος περάστηκαν μέσα από ένα ακαλαίσθητο φίλτρο, οδηγώντας σε άτομα που έμοιαζαν περισσότερο με αποτυχημένα μέλη πρώην boy bands. Και είναι βέβαια με αυτόν ακριβώς τον τρόπο που έφτασε το emo και στην Ελλάδα: ως ένα μαζικό δηλαδή πολιτισμικό trend, εκπροσωπούμενο από φριχτά παραδείγματα τύπου Tokio Hotel

Θεμελιώδες όμως χαρακτηριστικό της emo σκηνής ανά τα χρόνια υπήρξε η προσαρμοστικότητά της: η δυνατότητά της να λειτουργεί ως ένα πολύ αποδοτικό χωνευτήρι τάσεων και ρευμάτων, αναμειγμένο με το σταθερό, ξεχωριστό «μικρόβιο», το οποίο της παρέχει την emo ταυτότητα. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο –της διοχέτευσης στοιχείων από διαφορετικούς χώρους– έχει αθόρυβα αναπτυχθεί εδώ και δύο χρόνια ένα έντονο και δημιουργικό σύνολο συγκροτημάτων που αντλούν έμπνευση από τις παρθένες emo εποχές στο ξεκίνημα των 1990s. 

Πλανάται βέβαια ένα ερώτημα σχετικά με το ρεύμα αυτό, κατά πόσο δηλαδή είναι τεχνητά δημιουργημένο, σπρωγμένο από μια δημοσιογραφική, χιπστερική αντίληψη ότι πρέπει να έχουμε άποψη για όλα και κατά πόσο έχουμε ένα αυθεντικά ρομαντικό αποτέλεσμα μιας νοσταλγικής πράξης, που διεκδικεί να είναι συναρπαστικό με τους δικούς του (αναβιωτικούς) όρους. Η απάντηση στο Indiestopia του επόμενου Σαββάτου! Μέχρι τότε, χρησιμοποιήστε ως πλοηγό τα λόγια του Andy Greenwald: «η emo υποκουλτούρα στα μέσα των 1990s ήταν η τελευταία με συνθετικά υλικά το βινύλιο και το χαρτί, όχι το πλαστικό και τα megabytes».

Προτεινόμενη δισκογραφία:

Rites Of Spring – Rites Of Spring (1985)

Sunny Day Real Estate – Diary (1994)

Mineral – The Power Of Failing (1997)

American Football – American Football (1999)

 

Top