Πολλά πράγματα μπορεί να προσάψει κανείς στο μεγαλύτερο (από άποψη αναγνωρισιμότητας) συγκρότημα του επικού metal: την προσκόλλησή του σε μία το λιγότερο παρωχημένη και γραφική αισθητική, την ανά καιρούς συμπεριφορά –πάνω και πέρα από τη σκηνή– την αμφίβολη αξία πολλών εκ των δισκογραφικών του βημάτων, τη φαλλοκρατική αύρα που καλύπτει τη θεματική νοοτροπία του, τον ναρκισσισμό και την υπεροψία των μελών του. 

Αυτό όμως που παραμένει αναντίρρητο, είναι η αξία των τεσσάρων πρώτων άλμπουμ· ή, για να ακριβολογούμε, του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου δίσκου, συν δύο τραγουδιών από τη 2η πλευρά του ντεμπούτο. Ο ερχομός των Αμερικανών από τα μέρη μας στα πλαίσια της αποχαιρετιστήριας (ή και όχι, σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του Joey DeMaio) περιοδείας τους, είναι μια καλή αφορμή για να εξετάσουμε εκείνη τη μυθική περίοδό τους, από το 1982 έως το 1984. Ρίχνοντας μια ματιά στα ίδια τα άλμπουμ, αλλά και στην αισθητική της θεματικής τους.

Battle Hymns (1981)

Ας είμαστε ειλικρινείς, το ντεμπούτο των Manowar είναι ένας μέτριος δίσκος. Φέρει όμως μέσα του τους σπόρους ολάκερης της μετέπειτα πορείας. Τα 4 κομμάτια της 1ης πλευράς παρουσιάζουν ένα πεζό heavy metal με hard rock απολήξεις και βλέψεις για συναυλιακές εμφανίσεις σε αρένες. Η στιχουργία μένει στην (τότε) σύγχρονη εποχή, σχηματίζει κάποιους αχνούς κοινωνικούς προβληματισμούς και οριοθετεί τον τρόπο ζωής που θεωρείται ο αρμόζων για τη μπάντα και τους οπαδούς. Στο "Battle Hymns", πρώτο τραγούδι της 2ης πλευράς, αφήνονται υποσχέσεις πλουμιστού συνθετικού μεγαλείου, όμως ούτε αυτό ξεφεύγει από τις λογικές της αρένας. Εδώ εμφανίζεται επίσης ξεκάθαρα η αυτοαναφορικότητα, η οποία θα αποτελέσει σταθερό στοιχείο στο μέλλον. Όσο για τη σόλο/μπάσο παράσταση του DeMaio στο instrumental “William’s Tale”, εκκινεί μια αμφιλεγόμενη παράδοση, η οποία και θα συνεχιστεί (παρακάμπτοντας τον επόμενο δίσκο).

Αν το Battle Hymns σταμάταγε εκεί, δεν θα υπήρχαν πολλά να πει κανείς. Στη 2η όμως πλευρά περιέχονται 2 τραγούδια ανυπολόγιστης σημασίας και ποιότητας. Αφενός το καλύτερο ίσως κομμάτι που έγραψαν οι Manowar, το “Dark Avenger”, με τον τιτάνα Orson Welles στην αφήγηση‧ μια περιπετειώδης, σκοτεινή ελεγεία, ορισμός του ολοκληρωμένου, κακοτράχαλου έπους. Με το απειλητικό riff της αρχής, με την ηρωική αφήγηση, με τη συμφωνία με τις δυνάμεις του Κάτω Κόσμου, οι Αμερικανοί θέτουν εδώ μία από τις αισθητικές τους βάσεις: μια σκοτεινή, σοβαρή, συναισθηματική και μοχθηρή sword & sorcery ματιά. Το ομώνυμο του δίσκου κομμάτι, από την άλλη, αποκρυσταλλώνει το φωτεινό, ηρωικό προσωπείο της μπάντας, εξυμνώντας την αξία της μαχητικής συντροφικότητας, την ηρεμία πριν την καταιγίδα. Πολλοί θα θέλαμε οι Manowar να έμεναν περιορισμένοι εντός των ορίων αυτών των δύο θεματικών διανυσμάτων.

Into Glory Ride (1982)

Για πολλούς, όχι αδίκως, αυτό είναι το καλύτερο έργο των Manowar. Ας αφήσουμε στην άκρη το εναρκτήριο “Warlord”, το οποίο επιβεβαιώνει τη μάστιγα των χλιαρών και εκτός κλίματος κομματιών, που διαταράσσουν την επική ομήγυρη –οι στίχοι, αλλά και η μουσική του, είναι όσο πιο μακριά από το ηρωικό στοιχείο γίνεται. Έστω ότι ο δίσκος ξεκινάει με το “Secret Of Steel”: έναν υπέροχα βραδύκαυστο, μελωδικό ύμνο, που θα ταίριαζε στην εκκίνηση του κινηματογραφικού Κόναν της ίδια χρονιάς. Ο Eric Adams σπαράζει, το μπάσο του DeMaio τον στηρίζει κι όλοι μαζί ταλαντεύονται σαν ατσάλι ανώτατης ποιότητας, τα μυστικά του οποίου φωλιάζουν μέσα στους στίχους. 

Το “Gloves Of Metal” είναι ένα εκκωφαντικό mid-tempo τεχνούργημα, που συν τοις άλλοις υπήρξε αφορμή για ένα γραφικότατο, ακατέργαστο βιντεοκλίπ. Συνέχεια με “Gates Οf Valhalla” και θριαμβική ανάβαση στη Βαλχάλα, όπου ο νικητήριος ηρωισμός στέκεται στα καλύτερά του. Το “Hatred”, πάλι, παραμένει αρκετά διχαστικό, χάρη στην ίδια τη φύση του: πρόκειται για ένα σκούρο, αιχμηρό doom κομμάτι, αναπάντεχα συντασσόμενο μουσικά με τον τίτλο του, αρκετά επηρεασμένο από την πρώτη περίοδο των Black Sabbath. Το “Revelation (Death’s Angel)” θέτει με αντιδραστικές θρησκευτικές πινελιές τις βάσεις για τον αρχετυπικό καλπασμό στο επικό metal, ενώ το “March For Revenge” αποτελεί μέρος της αλυσίδας των μακροσκελών κομματιών που κλείνουν τους δίσκους των Αμερικανών.

Hail To England (Φεβρουάριος 1984):

Η πρώτη από τις δύο κυκλοφορίες του 1984 είναι το πιο συμπαγές ποιοτικά άλμπουμ των Manowar, και πιθανώς ο πλέον εικονικός τους δίσκος. Από το “Blood Of My Enemies” –το πεμπτουσιακό Manowar κομμάτι– μέχρι τα απρόσιτα ύψη του “Bridge Of Death” και την απόλυτη σύνταξη με το Σατανά, εδώ βασιλεύει μια μαεστρία γεννημένη από την εμπιστοσύνη της μπάντας στις ικανότητές της, αλλά και από την τελειοποίηση της συνθετικής φόρμουλας. 

Παράλληλα βρίσκουμε στο Hail To England κι ένα από το πιο πειραματικά και παράδοξα τραγούδια της πορείας τους (στιχουργικά και μουσικά), το τρομερό “Each Dawn I Die” –δεν είναι τυχαίο πως επέλεξαν να το διασκευάσουν οι Necromantia. Το “Kill With Power”, πάλι, είναι ένα μανιασμένο, διονυσιακό όργιο μπάσου, ενώ το ομώνυμο του δίσκου τραγούδι εντείνει τη γεωγραφική σκιαγράφηση του φαντασιακού (και μη) στίγματος της μπάντας με έναν δροσιστικό, θαλασσινό αέρα. Το “Army Of Immortals” είναι το λιγότερο καλό του συνόλου, κρατιέται πάντως σε πολύ ανώτερα επίπεδα από τα αντίστοιχα της προηγούμενης και επόμενης κυκλοφορίας.

Sign Of The Hammer (Οκτώβριος 1984)

Δεύτερος δίσκος σε μια χρονιά‧ και τι δίσκος! Αφενός έχουμε το καταπληκτικό μουσικά, αμφίβολο στιχουργικά “All Men Play On 10”. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας σχεδόν εφηβικής νοοτροπίας –οι Manowar γράφουν έναν τρομερό επικό παιάνα για ...την εταιρία τους! Έχουμε επίσης μια γραφικότατη διάχυση του επικού στο πεδίο της καθημερινότητας. Το “Animals” είναι το διαδικαστικά αδιάφορο, εκτός κλίματος κομμάτι του δίσκου. Το εκρηκτικό και λαοφιλέστατο “Thor (The Powerhead)” έχει κάτι από την κόμικ εκδοχή του Σκανδιναβού θεού του κεραυνού. 

Όσο για το “Mountains”, αφενός αποτελεί τη μία εκ των δύο ψηλότερων κορυφών του Sign Of The Hammer, αφετέρου έκανε τους ανά τον κόσμο ορεινούς όγκους λιγότερο επικούς, μετά τη γέννησή του. Το "Sign Of The Hammer" είναι αυτοαναφορικό στιχουργικά, χρησιμοποιώντας την πορεία της μπάντας ως πρώτη ύλη, με αξιολογότατα αποτελέσματα. Το “The Oath” είναι ένα αξιοπρεπές επικό τραγούδι γρήγορου βηματισμού, που όμως κάπου χάνεται ανάμεσα στα θηρία. Το “Thunderpick” είναι το μελωδικό μπάσο σόλο του δίσκου, αναπάντεχα απολαυστικό σε σχέση με τους προκατόχους του. Τέλος, το “Guyana (Cult Οf Τhe Damned)” κλείνει με τον πιο θριαμβευτικό και δακρύβρεχτο τρόπο το άλμπουμ, διδάσκοντας αριστοτεχνική πλέξη του άχρονου επικού με τα γίγνεσθαι του παρόντος.

Θεματική αισθητική και ποιότητα

Μπορεί οι δίσκοι των Manowar να μη χαρακτηρίζονται από κάποιο στενό concept, αλλά υπάρχουν ξεκάθαροι θεματικοί πυλώνες: η ηρωική φύση του πολεμιστή και του ίδιου του πολέμου, ο λαϊκός σατανισμός (με την κατά Anton LaVey έννοια της εκτίναξης της προσωπικής ελευθερίας και των σαρκικών ηδονών), η μυθολογία, το αγνό sword & sorcery, η καθημερινότητα –από μια γενική αίσθηση μέχρι συγκεκριμένα γεγονότα, όπως η μαζική θρησκευτική αυτοκτονία του 1978 στη Γουιάνα που ενέπνευσε το ανυπέρβλητο “Guyana”– αλλά και η ίδια η οντότητα Manowar, όπως και οι οπαδοί της. Ειδικά όσον αφορά τη στιχουργική επαφή με το κοινό και την εξύμνηση των fans, έχει ενδιαφέρον η χρήση της γεωγραφίας: η λεκτική χάραξη ενός χάρτη λειτουργεί ως αρμός εμπέδωσης και ενδυνάμωσης της σχέσης μπάντας και ακολούθων. Ενδεικτικά παραδείγματα είναι τόσο το “Hail To England”, όσο και το (μεταγενέστερο) “Blood Of The Kings”.

Αξιολογώντας τα τραγούδια των τεσσάρων πρώτων δίσκων, φαίνεται πως υπάρχει ξεκάθαρη σύνδεση μεταξύ ποιότητας και θεματολογίας: τα καλά κομμάτια είναι ως επί το πλείστον ριζωμένα στο αλλού και –το κυριότερο– αποφεύγουν την περιαυτολογία. Οι Manowar διαπρέπουν όταν αφηγούνται φανταστικές και μυθικές ιστορίες με μετρημένη σοβαρότητα, όταν δηλαδή δεν προσπαθούν να τονώσουν τον ανδρισμό τους τραγουδώντας για ξεχειλωμένες εικόνες των εαυτών τους καβάλα σε μηχανές. Εξαιρέσεις υπάρχουν (όπως το “All Men Play On 10”), αλλά η ουσία παραμένει πως η καθημερινότητα δεν τα πάει καλά με τους Αμερικανούς. Ελπίζω λοιπόν ότι στην επερχόμενη συναυλία στην Αθήνα θα τιμήσουν τη φανταστική τους πτυχή, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη μυθική, χρυσή περίοδο των ανωτέρω δίσκων.

{youtube}RVimvtDcrRg{/youtube}

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured