Στοπ. Ιδιωτικός Χώρος Ακρόασης (Reloaded)

Διονύσης Κοτταρίδης
Διονύσης Κοτταρίδης

Ο κύριος Γιάννης Μουρτζόπουλος, μουσικός και καθηγητής Ηλεκτροακουστικής και Ψηφιακής Τεχνολογίας Ήχου στο Πανεπιστήμιο Πατρών, θέλησε να προσθέσει μερικές παρατηρήσεις ορμώμενος απ' το τελευταίο κείμενο των Ακροαστικών (βλέπε στήλη δεξιά). Δεν θα μπορούσα να μην τις δημοσιεύσω, μετά των απαραίτητων ευχαριστιών.

«Συμφωνώ με τις επισημάνσεις και θέλω να προσθέσω μερικές ακόμη παρατηρήσεις, αναγκαστικά από πιο τεχνοκρατική σκοπιά:

(α) η ατομική ακρόαση –με τις προεκτάσεις που δίνει το άρθρο– συνεπάγεται ακρόαση με ακουστικά, συχνά σε θορυβώδες περιβάλλον, που ηχητικά και ψυχολογικά είναι εχθρικό για φυσιολογική ακρόαση. Αυτό οδηγεί σε εξαιρετικά ψηλές στάθμες αναπαραγωγής ήχου που σε βάθος χρόνου οδηγούν σε βλάβες στην ακοή. Μάλιστα με τα ακουστικά χάνεται και η δυνατότητα ποιοτικής ακρόασης, αφού η ηχογραφημένη μουσική αναπαράγεται φυσικότερα με ηχεία σε κάποιο ακουστικά υπαρκτό χώρο.

(β) παραδοσιακά, η ατομική ακρόαση γινόταν στον οικιακό χώρο ακρόασης (σαλόνι ή ένα δωμάτιο του σπιτιού), όπου υπήρχε ένα κανονικό ηχοσύστημα και συχνά υπήρχαν και άλλοι συν-ακροατές. Η ακρόαση της μουσικής έχει πλέον εκδιωχθεί από τον οικιακό χώρο και έχει αντικατασταθεί από την TV-βίντεο (στο σαλόνι) και το σερφάρισμα στο ίντερνετ (στο δωμάτιο). Έτσι, συνήθως η ακρόαση μουσικής στο σπίτι είναι περιστασιακή και συχνά εμφανίζεται μόνο σαν ηχητικό συμπλήρωμα της ηλεκτρονικής εικόνας. Οι μηχανισμοί που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση ανοίγουν μια μεγάλη συζήτηση, αλλά πρακτικά η νεότερη γενιά οδηγήθηκε στο να λειτουργεί σαν εξόριστος ακροατής με φορητές συσκευές.

(γ) παρόλο που η ατομική ακρόαση με φορητές συσκευές και ακουστικά αρχίζει την εποχή του αναλογικού ήχου με το walkman, λόγω κασέτας αυτό το μέσο οδηγούσε σε διαδοχικότητα στην ακρόαση και περιορισμένη πρόσβαση σε αποθηκευμένο περιεχόμενο. Η νεότερη εκδοχή που συζητάμε, τεχνολογικά πλέον σχετίζεται με την ύπαρξη του ψηφιακού ήχου σε μορφή MP3 και με τη συνεχώς αυξανόμενη χωρητικότητα αποθήκευσης σε φορητά συστήματα (πλέον σε USB stick ή άλλες τέτοιες μνήμες). Τέτοιες τεχνολογίες οδηγούν στο σχεδόν στιγμιαίο downloading ενός ολόκληρου CD και η αποθήκευσή του σε ένα stick μαζί με εκατοντάδες άλλα –σε MP3 ποιότητα, η οποία είναι χειρότερη της αρχικής. Έτσι, η «ατομικοποιημένη» ακρόαση γίνεται μέσω όλο και μικρότερων φορητών συσκευών και ταυτίζεται πλέον και με μια fast food προσέγγιση μουσικής ακρόασης, με σχεδόν αυτόματη πρόσβαση σε όλες τις μουσικές, shuffle αναπαραγωγή και χαμηλή ηχητική πιστότητα. Όμως, μια τέτοια προσέγγιση είναι ένα πρωτόγνωρο πείραμα για τον άνθρωπο και την εξέλιξη της μουσικής, αφού σε όλους τους πολιτισμούς η ακρόαση της μουσικής σχετίζεται με ποιοτικές και όχι με ποσοτικές σχέσεις και απαιτεί ηχητική αρτιότητα και χρόνο για επιλογή και ταύτιση με το υλικό ακρόασης. Η προσλαμβανόμενη αισθητική αξία της όποιας μουσικής είναι διαδικασία υποκειμενική μεν, αλλά όχι στιγμιαία. Επιπλέον, μόνο η πιστότητα του ήχου κάνει τη διαδικασία ακρόασης αληθοφανή έτσι ώστε να μεταφέρεται πλήρως στον ακροατή το ηχογραφημένο μουσικό μήνυμα. Αλλιώς, η πρόσβαση-ακρόαση στη μουσική γίνεται μια ακόμη απρόσωπη υπηρεσία του διαδικτύου.

(δ) η «ατομικοποιημένη» ακρόαση στις μέρες μας αναγκαστικά σχετίζεται με την εμπορική επιτυχία του iPod και του iTunes.  Με περίπου 300 εκ. πωλήσεις, το iPod ήδη φτάνει και ξεπερνά τις αντίστοιχες του walkman της Sony. Με περίπου 75% μεριδίου των νόμιμων downloads, το iTunes είναι πλέον ο μεγαλύτερος διακινητής μουσικής. Έτσι, πέρα από τις όποιες σύνθετες κοινωνικές αναλύσεις του φαινομένου, προσωπικά θεωρώ την Apple σαν τον προφανή ωφελημένο και υπεύθυνο από τη διαδικασία αυτή, αφού πέτυχε μέσω του lifestyle marketing (με την απαραίτητη μουσική υπόκρουση από τους U2) την απενοχοποίηση και αποδοχή της ατομικής ακρόασης με iPod. Σημειωτέον ότι το iPod δεν ήταν η πρώτη ψηφιακή φορητή συσκευή του είδους.

(ε) η συνεχής μείωση του χρόνου για downloading και η αύξηση της χωρητικότητας σε μικρές φορητές μνήμες, κάνει πλέον δυνατή τη χρήση υλικού σε ποιότητα CD (ή έστω με μη-απωλεστική συμπίεση τύπου flac), χωρίς να γίνεται αναγκαία η συμπίεση μέσω MP3 ή και AAC που ακολουθείται στη  πλειοψηφία των downloads μέσω iTunes. Με δεδομένο ότι εδώ και αρκετά χρόνια όλη σχεδόν η ηχογραφημένη μουσική βρίσκεται στο διαδίκτυο, μπορούμε πλέον να έχουμε όλα τα πλεονεκτήματα της ευκολίας πρόσβασης και ποικιλίας σε ακούσματα, μέσω downloading ή και streaming σε ικανοποιητική πιστότητα, χωρίς συμπίεση τύπου MP3. Και ακόμη καλύτερα είναι να ακούμε τη μουσική μόνοι ή και με φίλους σε ένα οικείο περιβάλλον, με ηχεία και με κάποιο ποιοτικό ηχοσύστημα.  Αυτό όμως θα μπορεί να συμβεί μόνο αν δεν χαθούν οι τρέχουσες και μελλοντικές γενιές ακροατών μέσα από τις επιβλαβείς συνήθειες που συνεπάγεται η εκδίωξη της μουσικής από την οικιακό χώρο, η απαξίωσή της μέσω άσκοπου και ανέξοδου downloading και η αποστασιοποίηση που επιφέρει η ακρόαση-κατανάλωση αρχείων MP3 με χρήση ακουστικών».

Γιάννης Μουρτζόπουλος
καθηγητής Ηλεκτροακουστικής και Ψηφιακής Τεχνολογίας Ήχου, Παν/μιο Πατρών

Top