Dunedin Sound: Η ανεξερεύνητη μουσική σκηνή της Νέας Ζηλανδίας

Από τον ιδιαίτερο ήχο της Flying Nun στα twee μονοπάτια της Lil’ Chief, με τελευταίο σταθμό το ψυχεδελικά πασπαλισμένο σύμπαν της μοντέρνας νεοζηλανδικής σκηνής...

Άγγελος Κλειτσίκας
Άγγελος Κλειτσίκας

Αρκετό καιρό πριν τη συγγραφή αυτού του κειμένου, μια άδεια (και μάλλον μελαγχολική) μέρα στο δωμάτιό μου, κι ενώ έψαχνα μετά μανίας μα μάταια στη δισκοθήκη για το ντεμπούτο των Last Shadow Puppets (το είχα δανείσει) –σε μία πράξη νοσταλγίας χωρίς πρακτική ή συναισθηματική ανταπόκριση– ανακάλυψα ακριβώς δεξιά από τη θέση όπου θα έπρεπε να βρισκόταν τον δίσκο κάποιου Lawrence Arabia με τίτλο Chant Darling, που δεν ήξερα καν πως υπήρχε ανάμεσα στα, σχεδόν πάντα, σκονισμένα ράφια. 

Προφανώς, μπήκε κατευθείαν για ακρόαση. Και μετά για αρκετές ακόμη, διαδοχικές. Απορούσα για την άγνοιά μου πάνω σε αυτό το minimal στολίδι: γλυκόπικρη ποπ, πνευματώδεις στίχοι γεμάτοι αυτοσαρκασμό, σχεδόν αμερικάνικη αίσθηση της μελωδίας ντυμένη με βρετανική φινέτσα. Και άρχισα, ως λογικό επόμενο, να γκουγκλάρω. «O Lawrence Arabia είναι το μουσικό σχήμα του Νεοζηλανδού James Milne»: από εκείνο το σημείο και μετά, λόγω της περιέργειάς μου και του άπειρου ελεύθερου χρόνου που είχα τότε, ξεκίνησα να ψάχνω τη σύγχρονη νεοζηλανδική σκηνή. Σε ένα ταξίδι το οποίο αποδείχθηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον, γεμάτο άγνωστες μουσικές σελίδες.

Indiestopiadun_2.jpg

Είναι τρομαχτικά στερεοτυπικό, αλλά πριν από αυτή την «ωκεάνια» μουσική βουτιά, οι πολιτισμικές συσχετίσεις που λάμβαναν χώρα στο μυαλό μου όσον αφορά τη Νέα Ζηλανδία περιορίζονταν σε δύο-τρεις κλισέ εικόνες/ιδέες: χορός της βροχής, παρθένα τοπία με καταρράχτες και καταπράσινες πλαγιές γεμάτες πρόβατα και, αναπόφευκτα, Lord Of The Rings. Τώρα πια έχω εντάξει βέβαια κι άλλες λέξεις στο Μαορί λεξιλόγιό μου, όπως για παράδειγμα το label με τo οποίo ξεκινάει η ιστορία μας: τη Flying Nun Records. Η εταιρεία μπορεί να ιδρύθηκε το 1981 στο Christchurch ως ακόμη μία δισκογραφική στη post-punk παράνοια της εποχής, αλλά γρήγορα ξεχώρισε και δημιούργησε το δικό της ξεχωριστό ρεύμα, που πήρε το όνομα «Dunedin Sound», από την ομώνυμη πόλη στο πιο νότιο κομμάτι της νησιωτικής χώρας. 

Ο ήχος μπορεί να διακατεχόταν από μια post-punk αύρα, όφειλε όμως τη μοναδικότητά του όχι μόνο στις περιπετειώδεις κιθάρες, τις μίνιμαλ μπασογραμμές και το χαλαρό drum playing, αλλά και σε ένα ενοποιητικό, μη χειροπιαστό, lo-fi καταβολής στοιχείο. Σχήματα όπως οι Clean –με το θρυλικό  single “Tally Ho!”– οι επιδραστικότατοι Chills, που διέθεταν ίσως και το πιο σημαντικό άλμπουμ της σκηνής (το ντεμπούτο τους Brave Words του 1987), μα και άλλοι άξιοι αντιπρόσωποι όπως οι Sneaky Feelings ή οι πρόσφατα επανεκδομένοι Stones και Terminals, συνέθεταν ένα ιδιαίτερο σύνολο, το οποίο μάλιστα ανήκει (σύμφωνα με το Uncut) ανάμεσα στις πιο επιδραστικές indie pop σκηνές πριν την εποχή του mp3, αντιπαραβαλλόμενη με εκείνες της Γλασκόβης και της Olympia Washington. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως συγκροτήματα όπως οι Pavement, οι Mudhoney και οι R.E.M., αναφέρονται σ' αυτήν ως μία από τις βασικές ηχητικές και αισθητικές τους επιρροές.

Την επόμενη δεκαετία αρκετά συγκροτήματα κράτησαν ανέπαφα τα συνθετικά υλικά του Dunedin Sound και τα μετέφεραν στη μετέπειτα έκρηξη, η οποία σημειώθηκε στα μέσα των zeros. Μπάντες όπως οι Garageland, οι Tall Dwarfs και οι Bats παρέμειναν συνεπείς και ευγενείς απέναντι στον ήχο που υπηρετούσαν, εκσυγχρονίζοντάς τον παράλληλα μέσα σε αυτή τη ρομαντικότητα και τη γλυκόπικρη γεύση την οποία άφηνε σα στίγμα. Περνώντας κατόπιν στη νέα χιλιετία, εμφανίστηκε μια σειρά συγκροτημάτων με εμφανείς επιρροές από αυτό το παρελθόν, ενώ μια καινούρια δισκογραφική από το Auckland, με το όνομα Lil’ Chief Records, αποτέλεσε την εκφραστική τους πλατφόρμα, λαμβάνοντας τη σκυτάλη από την κλασική πια Flying Nun. 

Indiestopiadun_3.jpg

Πολλοί ενδιαφέροντες καλλιτέχνες βρήκαν το πάτημα που χρειάζονταν μέσα από τη Lil’ Chief, φτιάχνοντας το όνομά τους και δημιουργώντας έναν ήχο που είχε πια απαλλαχθεί από οτιδήποτε lo-fi και noise, κρατώντας μόνο τα πλήρως απαραίτητα: τη μελωδικότητα και την εθιστική μελαγχολία. Ο λογαριασμός άνοιξε με τους Brunettes και το ντεμπούτο τους Holding Hands, Feeding Ducks, άλμπουμ γεμάτο όμορφες twee γωνιές και λεπτεπίλεπτα indie pop αγγίγματα. Στο ίδιο ηχητικό κάδρο ανήκουν και οι λιγότερο εμπνευσμένοι δίσκοι των Tokey Tones από το Auckland, ενώ τα επόμενα χρόνια κυκλοφόρησαν και τα παρθενικά άλμπουμ του Lawrence Arabia, αλλά και μίας ακόμη αξιόλογης μπάντας με ψυχεδελικές αναζητήσεις, των Ruby Suns.

H Flying Nun, από την άλλη, εστίασε περισσότερο σε μπάντες με noise και lo-fi στοιχεία. Έτσι, οι δύο εταιρείες λειτούργησαν εκείνη την περίοδο συμπληρωματικά, έχοντας αναλάβει κάθε μία να καλύψει τα διαφορετικά συνθετικά μέρη του Dunedin Sound. Μπάντες δηλαδή όπως οι Mint Chicks των αδερφών  Nielson –που θα μας απασχολήσουν έντονα και στη συνέχεια– έχτισαν τη φήμη τους μέσα από επικά αλλά και επικίνδυνα λάιβ. Φήμες λένε μάλιστα ότι μερικές φορές έριχναν κιθάρες στο κοινό ή του επιτίθονταν με... πριόνια, για πλάκα! Όπως και να 'χει, τα 2 EP και τα 3 άλμπουμ που κυκλοφόρησαν για τη Flying Nun μέχρι να διαλυθούν (2009), είναι γεμάτα βρώμικες κιθάρες, εκρηκτικές στιγμές και ασυγκράτητη ενέργεια

Τα 3 πρώτα άλμπουμ των Shocking Pinks στη Flying Nun μοιράζονταν παρόμοιες αρετές με εκείνα των Mint Chicks, περασμένες όμως από ένα πιο indie φίλτρο, με μια διάχυτη μελωδικότητα να ποτίζει τα κομμάτια. Μάλιστα μέσα από αυτά κατάφεραν και πήραν μεταγραφή στη DFA, όπου και κυκλοφόρησαν το ομώνυμο 4ο άλμπουμ τους, το οποίο πέτυχε να δημιουργήσει αίσθηση μπλέκοντας με έναν πολύ προσιτό τρόπο χορευτικά και κιθαριστικά στοιχεία με σκοτεινά στιχουρχικά μοτίβα, σε έναν συνδυασμό πραγματικό δυναμίτη. Άλλες ενδιαφέρουσες και ιδιαίτερα γνωστές στη πατρίδα τους μπάντες που κυκλοφόρησαν άλμπουμ την εποχή εκείνη στη Flying Nun ήταν οι pop punk Die! Die! Die!, αλλά και οι πιο εύκολα προσεγγίσιμοι Phoenix Foundation.

Μετά τη διάλυση των Mint Chicks το 2009, σε μία περίεργη χρονική ευθυγράμμιση με την κυκλοφορία του υπέροχου Chant Darling από τον Lawrence Arabia, το νεοζηλανδικό στερέωμα ανακάλυψε ξαφνικά την ψυχεδέλεια και μία σειρά από μπάντες άρχισε να πειραματίζεται με κάθε πιθανή εκδοχή της. Με τα στοιχεία του Dunedin Sound να μπερδεύονται πια με τις παγκόσμιες νεοψυχεδελικές ζυμώσεις, αρκετές μπάντες άρχισαν να κάνουν το breakthrough τους. Πρώτο άλμπουμ-σταθμός γι' αυτήν την αλλαγή πλεύσης ήταν το ντεμπούτο των Unknown Mortal Orchestra (UMO στο εξής), του σχήματος που δημιούργησε ο ένας εκ των δύο Nielson των Mint Chicks, ο Ruban. Με βάση του πια το Portland, το ηχογράφησε στο δωμάτιό του, διαχέοντας τη lo-fi αισθητική σε κάθε πιθανή γωνιά αυτού. Κατόπιν έπεισε και τη Fat Possum να μην αλλάξει τίποτα στην παραγωγή ώστε να διατηρηθεί το vintage, σπιτικό στοιχείο. Και η αλήθεια είναι πως η οικειότητα αποτελεί λέξη-κλειδί στο σύμπαν των UMO: οι μελωδίες, τα φωνητικά, οι funk μπασογραμμές, η όλη αίσθηση, τα πάντα μοιάζουν οικεία και ζεστά. 

Indiestopiadun_4.jpg

Μέσα στα επόμενη έτη, μια σειρά καλλιτεχνών δημιούργησαν τα δικά τους έργα, όλα βουτηγμένα στην ψυχεδελική μαγιά όπως άρμοζε η νόρμα: ο τοπικός cult ήρωας Connan Mockasin κυκλοφόρησε το βουτηγμένο στα παραισθησιογόνα και στο αλκοόλ Forever Dolphin Love (2011) και το... σεξουαλικών διαθέσεων Caramel το 2013, o δεύτερος Nielson –ο Kody, κρυμμένος πίσω από το χαριτωμένο όνομα Opossom– συνέβαλλε στο ψυχεδελικό παραλήρημα μέσα από έναν surf δίσκο με καλειδοσκοπικές ανησυχίες, οι Popstrangers έγιναν τα νέα indie darlings της Νέας Ζηλανδίας αποσπώντας βραβεία για το συναρπαστικό ντεμπούτο τους και κερδίζοντας τη διεθνή προσοχή με το δεύτερο (πιο ώριμο και μετρημένο) άλμπουμ, ενώ οι UMO επέκτειναν τη φήμη τους με τον δικό τους δεύτερο δίσκο, αναπτύσσοντας κι άλλο το σύμπαν που είχαν χτίσει με επιπλέον μουσικές αρετές, σε ένα άλμπουμ βουτηγμένο μεν σε ιδέες οι οποίες έχουν χιλιοειπωθεί στο παρελθόν, που επανασυστήνονται όμως λαμπρά στο παρόν.

Μετά και το τελευταίο άλμπουμ των UMO προκύπτουν δύο σημαντικά συμπεράσματα: η ψυχεδελική τάση που επέβαλλε άτυπα στη σκηνή η μπάντα διατηρείται ακόμη στον ήχο, αλλά μέσα σε αυτήν μπορεί κανείς να παρατηρήσει στοιχεία εμπλουτισμού, προερχόμενα π.χ. από το funk ή και το R’n’B, όπως άλλωστε επιβάλλει η μόδα. Σε κάθε περίπτωση, ο Dunedin ήχος μοιάζει πια να έχει ελάχιστη σχέση με την ανεξάρτητη σκηνή της Νέας Ζηλανδίας, στην πραγματικότητα όμως αυτό αποτελεί μία ακόμη φυσιολογική εξέλιξη ενός ήχου που βρήκε τον τρόπο του να προσαρμοστεί δημιουργικά και λειτουργικά στο σήμερα. 

Όποιος εξάλλου ψάχνει τον αυθεντικό ήχο, δεν χρειάζεται να καταφύγει σε απομιμήσεις: μερικοί από τους πρωταγωνιστές της σκηνής –όπως ο David Kilgour των Clean, οι Dead C αλλά και οι Bats– κυκλοφορούν ακόμη δίσκους και μάλιστα μερικοί από αυτούς δεν αρκούνται μόνο σε νοσταλγικές πυροδοτήσεις, μα βγάζουν έργα αξιόλογα με παροντική σφραγίδα.

Προτεινόμενη δισκογραφία:

The Chills – Kaleidoscope World (1986)

Shocking Pinks – Shocking Pinks (2007)

Lawrence Arabia – Chant Darling (2009)

Unknown Mortal Orchestra – II (2013)

 

FEATURED TODAY

Δεν είναι και ο πιο εύκολος άνθρωπος να βρεις στο τηλέφωνο, παρ' όλο που αυτές τις μέρες έρχεται ξανά στα μέρη μας: απόψε Παρασκευή 18/10 παίζει στην Αθήνα ...
Στην τέταρτη από τις ανασκοπήσεις της δεκαετίας ανά είδος, η στήλη παρουσιάζει τους 25 καλύτερους R'n'B και soul δίσκους, από το 2010 μέχρι σήμερα...
Δεν ήταν λίγες οι φορές που μια διασκευή ξεπέρασε σε δημοτικότητα και αποδοχή το πρωτότυπο ή και επικράτησε στη συνείδηση των μουσικόφιλων ως η «αυθεντική» ...

HOT STORIES

Δείτε το επίσημο trailer της επικείμενης ταινίας τους, που έρχεται και στην Ελλάδα τον Νοέμβριο
Ο ράπερ από την Ξάνθη είναι από τα πλέον συζητημένα μουσικά πρόσωπα της φετινής χρονιάς
Έκαναν διαθέσιμο ένα ακόμα ΕΡ με υλικό από το παρελθόν
Top
Στo avopolis.gr χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε την εύρυθμη λειτουργία του site και την καλύτερη εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την πλοήγησή σας στο site, αποδέχεστε τη χρήση των cookies και την πολιτική απορρήτου. More details…