View More

Φοίβος Δεληβοριάς: «Στην Ελλάδα υπάρχει η μανία της ευρεσιτεχνίας, δηλαδή βάλε ένα χασαποσέρβικο, βάλε κι ένα ποπ, βάλε εδώ λούπες να πιάσει!»

Πριν 18 χρόνια, η Χριστιάννα Φινέ και ο Ηλίας Πυκνάδας συνάντησαν τον Φοίβο Δεληβοριά σε μια πλατεία του Παγκρατίου και έκαναν μαζί του μία από τις πιο απολαυστικές συνεντεύξεις. Με φραπέ τότε - όχι φρέντο.  Αναδημοσιεύουμε σήμερα, στα πλαίσια του αφιερώματος για τα 25 χρόνια Avopolis.

Χριστιάννα Φινέ / Ηλίας Πυκνάδας
Χριστιάννα Φινέ / Ηλίας Πυκνάδας

Μεσημέρι Σαββάτου, φθινόπωρο με μια ταλαίπωρη ζέστη να μας ιδρώνει κατηφορίσαμε μαζί με τον αγαπητό συνάδελφο Ηλία Πυκνάδα σε μια πλατεία του Παγκρατίου αναμένοντας με αδημονία την συνάντηση μας με το Φοίβο Δεληβοριά. Η κυκλοφορία του 4ου δίσκου και οι επικείμενες εμφανίσεις του στο Ζυγό ήταν απλά μια αφορμή για να τον συναντήσουμε και να μιλήσουμε μιας και οποιαδήποτε κουβέντα μαζί του κάθε άλλο από τυπική συνέντευξη θα μπορούσε να είναι. Πραγματικά ένας χείμαρρος απόψεων και πιστεύω που τα υπηρετεί πιστά μέσα από την καθημερινότητα και τη δημιουργία του. Υποπτεύομαι πως τελικά κατάφερε να σπάσει όλους τους καθρέφτες του...

(και λόγω της χειμαρρώδους ανάπτυξης ιδεών και πιστεύω του δε θα μπορούσα παρά να αποδώσω αυτή τη συνέντευξη όσο το δυνατόν αυτούσια γίνεται)

Με συνοδεία απαραίτητου φραπέ και χυμού...

Έχεις δουλέψει με αρκετούς και σημαντικούς ανθρώπους στο χώρο, και έχεις επηρεαστεί αρκετά από τον ήχο αυτών αλλά και άλλων παλιότερων δημιουργών. Πάντα όμως καταφέρνεις να δίνεις το δικό σου ήχο στα κομμάτια σου.
Βασικά έχω δουλέψει με 3-4 ανθρώπους στους οποίους όμως πίστευα και πιστεύω πολύ. Για την ακρίβεια 2 είναι τα είδη συνεργασιών που έχω κάνει μέχρι τώρα. Το ένα είναι να περάσω στο παλκοσένικο της παιδικής μυθολογίας μου, όπως ο Θανάσης Βέγγος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Μάνος Χατζιδάκις. Ήθελα δηλαδή κατά κάποιο τρόπο να βάλω και εγώ το δικό μου ανάπηρο τραγούδι, το σημερινό, μαζί με τα δικά μου βιώματα. Το άλλο είδος συνεργασιών είναι με ανθρώπους όπως ο Περίδης, ο Πορτοκάλογλου, ή τα Ημισκούμπρια που είτε τα τραγούδια τους μου άρεσαν, είτε θεωρούσα ότι κάπως φρεσκάρεται η σκηνή με τις παρουσίες τους και τίποτα άλλο.

Δεν είμαι καθόλου του τύπου φτιάχνουμε ένα σχήμα με τον τάδε. Θεωρώ ότι ο καθένας πρέπει να φτιάξει το δικό του προσωπικό χώρο, τον ήχο του, όλες τις εμμονές του. Και αν είναι να συναντηθεί κάποιο πρόσωπο μαζί με κάποιο άλλο, πρέπει να είναι η συνάντηση δύο μυθολογιών και όχι συνάντηση ρεφραίν. Αυτό δε με ελκύει. Για αυτό άντε να υπάρχουν άλλοι 5 με τους οποίους θα ήθελα να συνεργαστώ.

25_foivos4

Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει, για αυτό κιόλας αργώ να βγάλω ένα νέο δίσκο. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να πάει να φτιάξει απλά μια κατασκευή, η οποία να παράγει κάτι που έχω ξανακάνει, δε μου αρέσει. Θέλω να είναι κάτι απόλυτα προσωπικά φτιαγμένο. Να έχει βγει με κόπο. Ίσως γιατί αυτό και μένα με ελκύει. Όταν ακούω για παράδειγμα δίσκους ξένων ή Ελλήνων δημιουργών που μου αρέσουν είναι αυτή η ιδιαιτερότητα τους που με ελκύει. Ακούς έστω κάτι τελείως αμήχανο, το οποίο να μη μπορεί να λειτουργήσει με μια μουσική αυτοπεποίθηση, αλλά που είναι κάτι τελείως δικό του. Στην Ελλάδα υπάρχει η μανία της ευρεσιτεχνίας, δηλαδή βάλε ένα χασαποσέρβικο, βάλε κι ένα ποπ, βάλε εδώ λούπες, να πιάσει. Αυτό γίνεται επειδή στην χώρα μας μέχρι πρόσφατα υπάρχει ιστορία κοινότητας και παρεών. Γειτονιά, παρέες, και δε χρειάζεται να ξεχωρίζει η φωνή του ενός. Εγώ νομίζω ότι η ιστορία που ξεκίνησε με τον Χατζιδάκι τη δεκαετία του 50 ήτανε το να βγούμε από αυτή τη μάζα. Δηλαδή να φανεί του καθενός η φωνή, η ατομικότητα. Παρότι πολλοί το θεωρούν πολύ τρομαχτικό και λένε ότι παλιά είμασταν έτσι και πλέον πάψαμε να είμαστε γραφικοί, εγώ το βρίσκω πολύ όμορφο. Όλο αυτό το οποίο πια συλλαμβάνει ένα πιτσιρίκι, το οποίο κάθεται με τις ώρες στην οθόνη του και προσπαθεί να εξερευνήσει κάτι, που κάθεται και βλέπει το Matrix, ότι είναι ήρωας λογισμικού και ότι πρέπει να αποδράσει από αυτό, εμένα μου φαίνεται πολύ συγκινητικό και ενδιαφέρον. Θεωρώ ότι σιγά σιγά βγαίνουνε φωνές οι οποίες προκύπτουν από αυτό. Πιστεύω πως αν δημιουργήσεις μια τέτοια φωνή είναι σίγουρο πως θα ενωθείς υγειώς και με το παρελθόν. Αν το αναπαράγεις, όπως γίνεται τώρα που βλέπεις μια αναπαραγωγή είτε μουσικών διαλλειμάτων της ΥΕΝΕΔ όταν ήμασταν μωρά, ή του ελαφρολαικού τραγουδιού της χούντας, ή του αριστερού τραγουδιού της μεταπολίτευσης που γίνεται πολύ συχνά δηλαδή κάτω η Αμερική, κάνεις κάτι πολύ εύκολο, δίχως χαρακτήρα. Αυτό με εκνευρίζει προσωπικά. Θεωρώ δηλαδή ότι δεν γίνεται δουλειά πάνω από όλα.

Το σημαντικό είναι ότι πολλά από τα τραγούδια σου τα ακούω σαν μια προσωπική ιστορία, πιο πολύ δικιά σου και το καλό είναι ότι αν και κάποιος που έχει διαφορετικά βιώματα από εσένα τα καταλαβαίνει. Και είναι και ο τρόπος που τα λες.

Μα είναι όπως ακριβώς όταν βγαίνεις με ένα φίλο σου. Αν σου μιλήσει με τα ελαττώματά του, με τον παιδικό του τρόπο να βλέπει τη ζωή, το δικό του τρόπο να βλέπει τα ερωτικά, θα πάρεις κάτι. Έτσι μπορεί να υπάρξει επικοινωνία. Μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικός από εσένα αλλά αν σου μιλάει με κλισέ, «Ωραίος καιρός σήμερα» ή «ότι η παγκοσμιοποίηση είναι κακό πράγμα» και γίνει μια τέτοια συζήτηση, δε θα βγει τίποτα. Γι’ αυτό και πάντα τη στιγμή που γράφω, μπορεί να μου έρθει ένας στίχος άσχετος, όπως η έννοια του hangover ή το δεν ξέρω τι μιλάνε για τέχνη ή για ρεύματα, και σκέφτομαι να το βάλω τώρα αυτό, θα το έλεγα σε μια κουβέντα κι ας μη θυμίζει τραγούδι. Κι όμως ακριβώς από αυτό μπορώ να επικοινωνήσω με τη δική μου διαφορά και ο άλλος να μπορέσει να ταυτιστεί. Δε θα ταυτιστεί με ένα κλισεδιάρικο στιχάκι.

Δεν ξέρω τι είσαι... Ένα ιδιαίτερο κομμάτι όσον αφορά το στίχο του που μοιάζει να μιλάει για την διαδικασία, κυρίως την πνευματική, της δημιουργίας...

Είχα 8 μήνες να γράψω τραγούδι. Και επειδή αργούσα προσπαθούσα να εφεύρω διάφορες τεχνικές. Έλεγα στον εαυτό μου ξυπνάς 8 το πρωί, κάθεσαι στο πιάνο και κάποια στιγμή θα σου έρθει. Απέτυχα παταγωδώς. Ή ακόμα έλεγα θα ακούσεις έναν από τους αγαπημένους σου δίσκους και μετά θα πας και θα γράψεις ή θα βγεις μια βόλτα και κάτι θα σου τραβήξει την προσοχή. Δεν υπήρχε τίποτα. Οπότε κάποια στιγμή λυτρωτικά άρχισα να λέω δεν ξέρω τι είναι, ούτε πως φτάνει. Δηλαδή δε μπορείς να το προκαθορίσεις αυτό το πράγμα και όχι μόνο αυτό, γιατί το να κάνεις ένα τραγούδι στην πραγματικότητα είναι μια συμβολική πράξη σχετική γενικά με τη δημιουργία στη ζωή. Δηλαδή με το να ζεις αυθεντικά, με το να ερωτεύεσαι, γενικά με όλα αυτά τα πράγματα. Όλα αυτά δεν προκαθορίζονται. Δεν ξέρεις τί είναι αυτό που τα φέρνει, έρχεται έτσι σαν τον αέρα και φυσάει εκεί που θέλει και μετά παύει να φυσάει. Από τη στιγμή που σταμάτησα να θεωρώ ότι η δική μου αυτάρκεια είναι αυτή που δημιουργεί αυτό το πράγμα, λύθηκε και το δημιουργικό μου πρόβλημα. Άρχισε να μου βγαίνει πολύ πιο απροκαθόριστα. Και αυτό το τραγούδι το αγάπησα για αυτό. Ήταν και το πρώτο τραγούδι χρονολογικά από αυτό το δίσκο. Από τη στιγμή που βγήκε, άρχισαν να βγαίνουν αβίαστα και όλα τα άλλα.

Γενικά όταν πρωτακούσαμε τον Καθρέφτη, υπήρχε μια γλυκιά αναστάτωση μεταξύ μας και συζητούσαμε γι αυτό το τραγούδι με μεγάλη έκπληξη. Και μάλιστα το αγάπησαν και άτομα που δεν ακούνε ελληνική μουσική...

Αυτό εμένα μου δίνει μεγάλη χαρά. Όταν δηλαδή βλέπω στο κοινό μου άτομα και μου λένε, ξέρεις εγώ δεν ακούω ελληνικά αλλά... Περιέργως θεωρώ ότι οι αληθινοί πατριώτες αυτή τη στιγμή είναι οι πιο παγκόσμιοι τύποι. Είναι αυτοί που ψάχνονται παντού, ενώ αυτοί που υπερασπίζονται και καλά την ελληνικότητα, τον ελληνάρα ή την παλιά γραφικότητα, αναπαράγουν το ίδιο χασάπικο, το ίδιο χασαποσέρβικο, μια ολόκληρη ζωή. Μια πτώση του ελληνικού μυαλού ή της ελληνικής καρδιάς. Βέβαια, το θέμα είναι να κάνουμε και μείς πολλές δημιουργίες, ελληνόφωνες αλλά πολύ δυνατές, που να συμβαδίζουν με το παγκόσμιο γίγνεσθαι αλλά να είναι και ελληνικές ταυτόχρονα. Δηλαδή το να ακούμε μόνο ξένα πράγματα και να αναπαράγουμε ξένα πράγματα, είναι και λίγο στείρο. Πρέπει να τα κάνουμε κάποια στιγμή και δική μας δημιουργία. Προτιμώ έναν άνθρωπο που ακούει μόνο ξένα, παρά έναν που ακούει το «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία» 150.000 φορές. Έλεος! Θα γίνει στο τέλος «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι άσχημη». Δε μπορώ άλλο!

Αναφερθήκαμε πριν στις συνεργασίες. Υπάρχουν κάποιοι καλλιτέχνες που θα ήθελες να συνεργαστείς από δω και πέρα;

Κοίταξε, πιστεύω ότι εξαφανισμένοι μέσα στο γίγνεσθαι υπάρχουν και παλιότεροι δημιουργοί, όπως ο Κηλαηδόνης, η Πλάτωνος, ο Ξυδάκης, διάφοροι οι οποίοι είχαν μια εμμονή και την έκαναν έργο. Και επίσης υπάρχουν διάφορα γκρουπάκια, οι Μίκρο, οι Kasmir (Θεσσαλονικείς), ο Κωνσταντίνος Β. που προσπαθεί πάντα να κάνει κάτι που έχει ενδιαφέρον. Άνθρωποι που αν τους συναντούσα, θα ήξερα ότι είμαι ο εμμονοληπτικός τάδε που συναντάει τον εμμονολειπτικό τάδε, οπότε κάτι έχουμε να πούμε, είμαστε διαφορετικοί, άρα μπορεί να γίνει μια συνεργασία. Αν είναι όλοι οι ίδιοι και ανήκουμε στο έντεχνο, τότε αυτό δεν είναι συνεργασία, αυτό είναι συνάφεια.

Πάντως τώρα ετοιμάζω μια καινούργια παράσταση στο Ζυγό. Θεωρώ πως αν δίνεις το παρόν σου, έστω και λίγο κάθε χρόνο, αν μη τι άλλο κάνεις μια επιτυχία. Δηλαδή γεμίζεις το μαγαζί σου από έναν πυρήνα ανθρώπων, που ενδιαφέρονται ξέρουν όλα σου τα τραγούδια, και συνεχίζεται μια συζήτηση χρόνο με το χρόνο. Θα ξανασυναντηθούμε, θα πούμε που είμαστε άρρωστοι, που είμαστε υγιείς και θα φύγουμε όλοι χαμογελαστοί στο τέλος. Θα ήθελα να το κάνω κάθε χρόνο αυτό. Η επιτυχία συμβαίνει μέσα από το γκρουπ. Αν υπάρχει η επιτυχία μέσα στα μέλη του γκρουπ αυτό μεταφέρεται και στο κοινό, που γίνονται μέλη του. Λίγοι το κάνουν αυτό τώρα. Το κάνει ο Κραουνάκης με τη Σπείρα Σπείρα, οι Χειμερινοί Κολυμβητές, ο Κηλαηδόνης στο Μεταξουργείο, Ο Σαββόπουλος πάντα. Λίγοι είναι αυτοί που συνεχίζουν αυτήν την παράδοση. Όλοι οι υπόλοιποι συνασπίζονται και κάνουν ένα μεγάλο...

25_foivos2

Οι συναυλιακές σου παρουσίες είναι σχετικά περιορισμένες...Καλό είναι αυτό.

Ο χώρος πια του Ελληνικού τραγουδιού είναι πολύ συρρικνωμένος. Υπάρχουν άπειρα σχήματα, τραγουδιστές και εμφανίζονται και καθρεπτοτραγουδιστές από τα reality ενώ υπάρχουν και ελάχιστοι επιχειρηματίες. Ας πούμε, στο φερόμενο χώρο του έντεχνου, που εμένα δε μου αρέσει καθόλου αυτός ο όρος, υπάρχουν 5 μαγαζιά. Δεν είναι πολλά. Επομένως οι manager του χώρου προσπαθούν να σε πιέσουν να κάνεις διάφορες συνεργασίες για να πάρεις τη μερίδα του λέοντος σε κάποιο τέτοιο μαγαζί, να μπορείς να παίξεις κάποιους μήνες. Αν δε θες να κάνεις αυτό και θες να κάνεις μια παράσταση δική σου που να προκύπτει όσο προσωπικά και οι δίσκοι σου, αναγκαστικά θα παίξεις 20 μέρες. Δε μπορείς παραπάνω. Και αυτό κάνω τα τελευταία χρόνια, πλην τα 2 του στρατού. Έχω παίξει στο Μετρό, στις Γραμμές, στο Αερικό, πέρυσι στο Σταυρό του Νότου και φέτος στο Ζυγό. Ξεκινάμε 31 Οκτώβρη, για 5 τριήμερα, μια παράσταση βασισμένη σε αυτό το δίσκο και σε διάφορα άλλα που θέλω να κάνω, και στο γεγονός οτι εδώ και μια βδομάδα είμαι πλέον ένας παρακμιακός 30άρης. Οπότε είναι κατά κάποιο τρόπο ένα μισοκοίταγμα. Κάνω ένα πάρτι 5 τριημέρων!

Και έτσι πάει γενικότερα. Παίζεις 15 παραστάσεις στην Αθήνα, άλλες 15 στη Θεσσαλονίκη, κάνεις και άλλες 10 σε κάποιες άλλες πόλεις που έχουνε χώρους, γιατί δεν υπάρχουν παντού επαρκείς χώροι. Επομένως φτάνω, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, περίπου στις 70 συναυλίες, βάλε και 10 το καλοκαίρι φτάνεις τις 80. Αυτό για εμένα δεν είναι λίγο, με την έννοια ότι ένα μήνα κάνω πρόβες, δεδομένου ότι δε θέλω να επαναλάβω κάτι που είχα κάνει την προηγούμενη χρονιά. Αυτός ο μήνας είναι ψιλοεφιαλτικός, όπως είναι και αυτήν την περίοδο που κάνω πρόβες, αλλά μετά έχω 80 βραδιές χαράς. Τόσες μου αρκούν. Μέσα σε 365 μέρες δε θα ήθελα κάτι παραπάνω. Και μάλιστα θα ήθελα να είχα την πολυτέλεια του χρόνου, αν ήθελα να κάτσω να γράψω, να μην είχα καν αυτό. Θεωρώ ότι είναι καλό αυτό και παρόλο που όλοι μου λένε είτε ότι είσαι τεμπέλης ή γιατί βγάζεις δίσκους κάθε 3 χρόνια, ή γιατί κάνεις τόσες λίγες συναυλίες, εγώ αισθάνομαι υπερπαραγωγικός. Δηλαδή έχω γράψει και εκδόσει 55 τραγούδια και έχω κάνει 10 παραστάσεις. Αυτό το πράγμα το θεωρώ πολύ φυσιολογικό καλλιτεχνικό ρυθμό. Απλώς είναι όλα τα άλλα που κινούνται με άλλους ρυθμούς, αλλά τελικά πόση παραγωγή θα μείνει από έναν που κάνει 300 τραγούδια. Δε γίνεται. Πάλι 30 θα είναι.

Θα συνεργάζεσαι σε αυτήν την παράσταση με αυτούς που συνεργαζόσουν και παλιότερα ή έχει κάτι αλλάξει;

Κατά κάποιο τρόπο είχα 3 βασικά γκρουπ μέσα σε αυτά τα χρόνια, με τους οποίους έκανα περίπου από 3 παραστάσεις. Κάποιοι μένουν, κάποιοι ξανάρχονται, κάποιοι ανανεώνονται πλήρως. Όταν δουλεύεις έτσι, το κακό είναι ότι δε μπορείς να συντηρήσεις και ένα σχήμα. Οι μουσικοί πρέπει και να ζήσουν κάπως, οπότε άλλοι πηγαίνουν σε άλλα σχήματα, σε κάποια σταθερά μαγαζιά. Τώρα τα τελευταία 3 χρόνια είμαι πολύ ευτυχισμένος γιατί έχω γνωρίσει ανθρώπους που δεν έχουν τόσο το άγχος του βιοπορισμού. Έχουν πιο πολύ το άγχος του να είναι δημιουργικοί συνεχώς. Επομένως και τις ώρες που δεν παίζουμε βρισκόμαστε και τζαμάρουμε, ή πάμε ο ένας στο σπίτι του άλλου και φτιάχνουμε κάτι όλοι μαζί, και περνάει η χρονιά έτσι. Αυτό το πράγμα μου αρέσει πολύ και ελπίζω να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο γίνεται. Μου αρέσει η μονιμότητα και είναι και καλό να έχεις ένα γκρουπ γιατί εξελίσσονται όλοι μαζί. Απλώς εδώ δεν υπάρχει το σύστημα που υπάρχει και στη Βρετανία που μπορούν να σε συντηρήσουν και όταν δε δημιουργείς. Δηλαδή υπάρχουν γραφεία που τους δίνουν ένα μισθό και κάθονται για να δουλεύουν με έναν μουσικό και μπορούν να είναι όλους τους μήνες πληρωμένοι. Αυτό δυστυχώς δε γίνεται εδώ και βλέπεις πάρα πολλούς ανθρώπους με λάθος επαγγέλματα, που έχουν δηλαδή μια κλίση και κινούνται τελείως διαφορετικά. Αυτό είναι τραγικό.

Κάτι που άκουσες τελευταία, ή κάποιο cd που αγόρασες και σου άρεσε;

Πολλά, οι Tribalistas, ο δίσκος του Ry Cooder με τον Manuel Calban, τώρα θα πάρω τους Belle and Sebastian. Υπάρχουν διάφορες σκηνές, και στη Βραζιλία υπάρχει άφθονο πράγμα αν το ψάξει κανείς, και στην τζαζ... Ξέρω γω αν υπήρχε ο Πετρίδης μόνο, η ο Χαρωνίτης, 5 οδηγοί και τους εμπιστευόμασταν όλοι αυτούς, αυτοί οι δίσκοι θα είχαν και μεγαλύτερη επιτυχία. Τώρα βγαίνουν, τους έχουν 2.500 άνθρωποι και δε δημιουργούν μια κοινή συνείδηση. Παλιότερα υπήρχε αυτό. Δηλαδή μάθαινες ότι βγήκε ο τάδε δίσκος. Αλλά υπάρχουν πολλά.

Αυτό είναι ένα καλό στη δισκογραφία. Ότι βγαίνουν πάρα πολλά από χίλιες πλευρές του πλανήτη που μπορείς να ακούσεις αν το ψάξεις το θέμα. Το μοναδικό καλό. Στη δεκαετία του 80 δεν υπήρχε η ευκαιρία από το μέσο ακροατή να τα βρει. Ο Πετρίδης τα έβρισκε αλλά ας πούμε εγώ τότε δε θα μπορούσα να ακούσω κάτι που βγήκε από ένα γκρουπάκι στη Νέα Ζηλανδία.

Και πάλι όμως βλέπεις πως μπορεί να συμβεί με κάποια γκρουπ όπως οι Sigur Ros, που γύρω τους συνασπίζονται άνθρωποι και το ψάχνουνε. Απλά είναι λίγοι και δεν διαμορφώνουν την κοινή συνείδηση, όπως γινόταν κάποτε. Ας πούμε το Breakfast in America, όπου ήξερες ότι υπάρχει σε κάθε σπίτι, σε κάθε εφηβικό δωμάτιο. Αυτή τη στιγμή γίνεται λίγο πιο μοναχικά και λίγο πιο περίεργα. όπως στις συναυλίες όπου βλέπεις όλο τα ίδια και τα ίδια άτομα. Έιναι λίγο σα γιάφκα και δεν πρέπει να γίνεται έτσι, δεν πρέπει να βλέπεις μόνο τους άμεσα ενδιαφερόμενους.

Η κουβέντα μας συνεχίζεται με αδιάκοπους ρυθμούς, ο φραπές έχει φτάσει στη μέση και το ενδιαφέρον παραμένει στα ύψη!

Γενικά τα πράγματα όσον αφορά την ελληνική σκηνή και δισκογραφία βλέπεις τα πράγματα κάπως άσχημα;

Άσχημα τα βλέπω σε ότι αφορά το σύστημα που υπάρχει. Δεν τα βλέπω άσχημα σε ότι αφορά τη δημιουργία. Δεν πιστεύω δηλαδή πως θα εμφανιστεί μια γενιά η οποία δε θα έχει ανάγκη να γράφει τραγούδια ή βιβλία. Πάντα θα υπάρχει αυτό, αλλά το σύστημα έχει διαφθαρεί και έχει όλα τα σημάδια της παρακμής. Δηλαδή η υπερπαραγωγικότητα, η ομοιομορφία, η ελάχιστη παρά τα φαινόμενα επιχειρηματική κίνηση, είναι συμπτώματα ενός άρρωστου οργανισμού που πεθαίνει. Και το βλέπεις αυτό. Έχουν αρχίσει και συρρικνώνονται, οι εταιρίες ενώνονται μεταξύ τους και θα γίνουν 2 εταιρίες στο τέλος. Εκεί πάει πλέον δηλαδή. Από την απληστία τους βγάλανε οι ίδιες τα CD Recorder και μετά γκρινιάζουν τελείως υποκριτικά για την πειρατεία, ότι δεν αγοράζονται οι δίσκοι, χτυπάνε τις τιμές. Είναι αυτό το βιβλικό «Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απωλέσαι». Τρελαίνει ο Θεός αυτόν που θέλει να χαθεί. Έχουν ψιλοτρελαθεί, δεν ξέρουν πλέον τι να κάνουνε. Εμένα με επηρεάζει μόνο εξωτερικά αυτό, δηλαδή μόνο στο ποσοστό που κάνει πιο αργή και πιο βασανιστική την επικοινωνία μου με τον κόσμο. Στο ότι πρέπει να τρέχω από την αρχή της χρονιάς να καπαρώσω ένα μαγαζί ή ότι πρέπει να πείθω την εταιρία μου να κάνουμε καλά πράγματα, καλά εξώφυλλά, καλό υλικό, προκειμένου το αντικείμενο που θα βγάλω να είναι δημιουργικό. Όταν κάνεις ένα όμορφο αντικείμενο, τότε ο άλλος δε θέλει να το πειρατεύσει ντε και καλά. Θα πει: «Άντε για αυτό θα δώσω 17 ευρώ και θα το πάρω». Αλλά αυτό δεν πρέπει να γίνεται έτσι. Αυτά πρέπει να τα σκέφτονται οι δισκογραφικές. Εμείς πρέπει να σκεφτόμαστε να κάνουμε τραγούδια, να γίνονται ωραία.

Σε κάποια κυριακάτικη εφημερίδα είχες αναφερθεί σε αυτό το θέμα της πειρατείας...

Αυτό που λέω είναι ότι η Μουσική σκοτώνει την πειρατεία. Δηλαδή κάντε λιγότερα πράγματα αλλά πολύ μουσικότερα με τα οποία να ταυτίζεται ένας πυρήνας πραγματικά. Εγώ αισθάνομαι πως ο πυρήνας κάποιων ανθρώπων που ακούει πραγματικά και ενδιαφέρεται για αυτά τα οποία κάνω δε θα με δει ποτέ ως αντικείμενο πειρατείας. Πρέπει να σταματήσουν να απευθύνονται συνεχώς στα νεόπλουτα μέρη του κοινού, που αυτό έχουν κάνει πλέον δηλαδή κάνουν μουσική για το νεόπλουτο, ο οποίος παίρνει ένα cd και το ακούει πολύ δυνατά στο αμάξι του. Αυτός όμως δεν είναι ο φίλος της μουσικής. Ο φίλος της μουσικής είναι ένα φτωχό παιδί, ένας τύπος που δεν έχει λεφτά αλλά θα πάει και θα τα δώσει, αυτή είναι η διαφορά. Ενώ ο άλλος έχει πάρα πολλά λεφτά αλλά αν βγεις εκτός μόδας θα πάει να πάρει ένα πούρο Cohiba. Έχουν καταφέρει να κάνουν την δισκογραφία εκτός μόδας αυτή τη στιγμή, ενώ θα έπρεπε να κλείνουν συμβόλαια με καλλιτέχνες οι οποίοι θα έχουν σταθερούς πυρήνες. Δε θα πουλήσει 70.000 με τη μία, αλλά θα πουλήσει 10.000 και μετά από 5 χρόνια μπορεί να γίνουν και 20.000 γιατί θα είναι ένας δίσκος καταλόγου, ο άλλος θα θέλει να μαζεύει το έργο του τάδε γκρουπ. Αυτά είναι αυτονόητα για μένα.

Και είδαμε και λίγο πολύ τι έγινε και με τον ελληνικό κινηματογράφο. Φαλίρισε τελείως η βιομηχανία, από την υπερπαραγωγικότητα και από όλα της τα συμπτώματα και αυτή τη στιγμή επιδοτείται από το κράτος, το οποίο είναι ο θάνατος της τέχνης. Και φοβάμαι πως αργά ή γρήγορα θα γίνει το ίδιο και στη μουσική, αν συνεχίσει έτσι. Από την άλλη δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν θα ανανεώνεται το δυναμικό από ταλαντούχους ανθρώπους οι οποίοι θα θέλουν να κάνουν μουσική.

Πιστεύω πως θα φτάσουν σε ένα σημείο που θα υπάρχουν μουσικοί που θα θέλουν να δημιουργήσουν αλλά δε θα μπορούν να βγάλουν τη μουσική προς τα έξω και θα την παίζουν για τους φίλους τους. Εκτός κι αν μπούμε στη λογική, που είναι αδόκιμο προς το παρών, να κινούνται όλα μέσω internet.

Από την άλλη και με το internet χάνεσαι. Δε μπορεί να σου δώσει αυτή τη στιγμή καθοδήγηση. Όπως τότε που ακούγαμε όλοι Πετρίδη μικροί και είχαμε ένα συγκεκριμένο οδηγό που ξέραμε ότι ακούει τα εκατομμύρια δίσκους και μας προτείνει τα 100. Το internet είναι δύσκολο να το κάνει αυτό. Δηλαδή ψάχνεις το ένα μαζί με τα άλλα εκατομμύρια. Δεν καταλαβαίνεις ποιο ξεχωρίζει από όλα αυτά. Πρέπει να απομαζικοποιηθεί λίγο η μουσική, γιατί έτσι θα ξεχωρίζουν και αυτά που πραγματικά θα πρέπει να ξεχωρίσουν, τα οποία δε θα είναι πάνω από 30 δίσκους το χρόνο. Δηλαδή 20 ξένοι, 5 ελληνικοί και 5 πειραματικοί. Δε μπορεί να είναι περισσότεροι. Αν το ψάξεις και παλιά, αν ψάξεις δηλαδή δίσκους του 1973, ήταν το Dark Side of the Moon των Pink Floyd, το Tubular Bells του Mike Oldfield, 10 δίσκοι, και άλλοι 5 ελληνικοί, το Bρώμικο Ψωμί του Σαββόπουλου ας πούμε, δεν ήταν παραπάνω. Απλά ήταν μικρός ο χώρος, δηλαδή ήταν 2 ραδιόφωνα, 2 τηλεοράσεις και ελάχιστα έντυπα. Πρέπει δηλαδή να κινηθεί το πράγμα κάπως προς τα εκεί. Τώρα πως θα γίνει αυτό το πράγμα δεν ξέρω. Και είναι λογικό βέβαια να γίνει γιατί όλα αυτά τα πολλά μέσα δεν πάνε και καλά οικονομικά, είναι ασύμφορα. Προσωπικά, έντυπο σοβαρό μόνο το Jazz & Jazz θεωρώ, ελληνικό. Ξένα υπάρχουν πολλά.

25_foivos3

Υπάρχει γενικότερα διαφορά όμως. Η κουλτούρα ή καλύτερα νοοτροπία κοινού προς τα ακούσματα, το παρελθόν μεταξύ του Ελληνικού κοινού με του Βρετανικού. Δηλαδή εκεί συντηρούνται τα περιοδικά γιατί αυτή είναι η popular κουλτούρα τους. Για αυτούς οι Oasis είναι ότι είναι για εμάς η Πέγκυ Ζήνα.

Είναι απίστευτο. Εκεί το mainstream είναι υγιές, ενώ εδώ πέρα το mainstream έχει αντικατασταθεί από το trash. Και είναι πολύ περίεργο αυτό. Δηλαδή, σκέψου ας πούμε ότι εκεί ένας τραγουδιστής Karaoke να είναι πολύ πιο διάσημος από τους Oasis ή οποιουσδήποτε άλλους. Αυτό το πράγμα γίνεται ακριβώς εδώ πέρα. Οι τραγουδιστές του Karaoke ή οι τραγουδιστές των reality shows, ή δεν ξέρω τι, ξαφνικά γίνονται οι μεγάλοι και γνωστοί καλλιτέχνες .... Βλέπεις ας πούμε το Top 10 και βλέπεις Νίνο, Νίνο, Νίνο. Ε, κάτσε ρε φίλε τι θα γίνει. Αρχίζεις και αρρωσταίνεις.

Σ’ αυτό ποιος φταίει όμως; Φταίνε οι εταιρίες, ή φταίει αυτός που το αγοράζει;

Οι εταιρίες και η ιδιωτική τηλεόραση, έχουν κατορθώσει να φτιάξουν μια κοινή συνείδηση η οποία δεν είναι αληθινή. Εμείς είχαμε την τύχη να μεγαλώσουμε σε ένα μικρό φωτεινό διάλλειμα. Δηλαδή στην 10ετία του 80 πολιτικά δεν ήταν και πολύ καθαρά τα πράγματα, ήτανε αρχή καταστροφής, παρόλα αυτά εκείνη τη δεκαετία ήτανε καλό το ραδιόφωνο, η τηλεόραση ήτανε νορμάλ, πχ, έβγαινε την περασμένη χρονιά, το Αυτός Aυτή και τα Mυστήρια, το Bill Cosby κτλ, και το είχαμε εμείς και το βλέπαμε. Ενώ τώρα βγαίνουν οι Sopranos, τα Φιλαράκια και μόνο αν έχεις Filmnet τα βλέπεις, ή τα βλέπεις μετά από 5 χρόνια στο Star στις 1 το βράδυ. Έχουν κατορθώσει να φτιάξουνε μια κοινή συνείδηση η οποία δεν έχει σχέση ούτε με το παγκόσμιο γίγνεσθαι, ούτε φτιάχνει έναν κοινό άνθρωπο υγιή. Αυτό που μας ενώνει πλέον όλους είναι ο Νίνο. Το Νίνο τον ξέρει και ο κύριος εδώ και ο κύριος απέναντι, και εσύ κλπ. Στη δεκαετία του 80 ξέρανε όλοι όμως και το Moonlighting ή μπορούσες να δείς και ένα βράδυ στην ΕΡΤ τον Κώστα Ταχτσή να μιλάει και το βλέπε όλος ο κόσμος. Ή μια εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού, ο οποίος ήτανε και ψυχαγωγός, και Χαρδαβέλλας, και Παύλος Τσίμας μαζί, και το έβλεπε όλη η Ελλάδα την Κυριακή το βράδυ. Τώρα έχουν κατορθώσει να την κατακερματίσουν. Να βρούνε ότι το σημείο συνάντησης όλων των ανθρώπων είναι το χαμηλότερο. Οι Aυπνίες της Αννίτας Πάνια ας πούμε. Αυτό το πράγμα όσο το συνεχίζουν, τόσο χειρότερα θα το κάνουν για τους ίδιους.

Τώρα, η θέση η δικιά σου απέναντι σε αυτό το κοινό, το οποίο προτιμά να αγοράσει το CD του Νίνο ας πούμε, ποια είναι;

Πρώτα από όλα αναγκάζεσαι και παίζεις το ρόλο του τύπου που πρέπει να μιλήσει για όλες τις αξίες γενικά. Δηλαδή εγώ δεν τσιγκουνεύομαι ποτέ να λέω ποιο είναι το ελληνικό γίγνεσθαι που αξίζει. Δεν είναι δική μου δουλειά αλλά οφείλω να το λέω. Να μαθαίνεις δηλαδή στο δικό σου πυρήνα ότι ελληνική δημιουργία είναι αυτό, ξεκίνησε τότε, αυτά ξεχωρίζουμε από το ελληνικό τραγούδι, από το ελληνικό σινεμά και αυτό συνεχίζουμε, με έναν σύγχρονο τρόπο εμείς τώρα. Εφόσον δε μπορεί να το κάνει η τηλεόραση το κάνεις λίγο πολύ εσύ.
Η δική μου στάση είναι ότι εγώ προσπαθώ να φερθώ σαν να μην υπάρχει κρίση.

Ότι όλα πάνε καλά;

Όχι, όχι, δεν πάνε όλα καλά, αλλά σε ό,τι αφορά το δίσκο μου… Θα βάλω τραγούδια τέτοια, σα να ήταν υγιής δίσκος. Θα κάνω ένα καλό εξώφυλλο, θα προσπαθήσω δηλαδή όλο το πράγμα από τη στιγμή που συλλαμβάνεται και γράφεται μέχρι τη στιγμή που παράγεται και γίνεται βιομηχανικό να είναι συμπαγές. Να μην επηρεάζεται από αυτά που είπαμε. Όλα τα πράγματα που με εμποδίζουν να είμαι ελεύθερος, δηλαδή από τις λέξεις αυτές που βάζουν στα mp3, μέχρι το φανταριλίκι και τις βωμολοχίες, λίγο πολύ τα αποθηκεύω και τα παρατηρώ με χιούμορ και από απόσταση και τα βάζω μέσα σε αυτό, για να τα ξορκίσω πιο πολύ. Θεωρώ ότι πρέπει να μιλάς για ότι γίνεται στην κάθε εποχή, αλλά ο στόχος μου είναι να βγάλω ένα δίσκο, όπως θα έκανε ένας τύπος το 76 ή το 85, σε μια εποχή που δεν ήταν έτσι οι καταστάσεις, που να μπορεί να σηματοδοτεί κάποια πράγματα σαν δίσκος. 10 τραγούδια που να έχουν ένα concept, μια σειρά λογική, 3 να είναι πιο εξωστρεφή, τα άλλα να είναι πιο εσωτερικά. Όλο το πράγμα από το πως τυπώνονται τα λόγια μέχρι το πώς ..να δίνουν ένα ενιαίο σύνολο. Τώρα αν αυτό το πράγμα αφορά 7.000 ανθρώπους δεν είναι κακό, είναι μια αρχή. Δηλαδή αν 7.000 άνθρωποι το θεωρούν ως ενιαίο και ενδιαφέρον σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από κάτι τέτοιο, και ότι μπορεί ως πυρήνας και ως μειοψηφία ακόμα να επηρεάζουν και κάποιους άλλους.

Έτσι προσπαθώ να το δω, δηλαδή δε θέλω να γίνονται ενέργειες του τύπου κάτι πρέπει να κάνουμε, να βάλουμε μέσα και ringtones, να είναι και cd-rom με τα βίντεο κλιπ σου. Όχι ρε παιδιά θα κάνουμε ένα δίσκο όπως θα γινότανε εάν δεν υπήρχε κρίση. Αυτό θεωρώ εγώ σωστό. Αυτή είναι η στάση μου. Και θεωρώ ότι όταν κοπάσει αυτή η φουρτούνα και αν πρώτα ο θεός επανέλθει λίγο η υγεία σε αυτό το χώρο, θα λες τι έγινε στην παρακμιακή 1995 – 2005, 20 καλοί δίσκοι δημιουργήθηκαν και αυτοί θα υπάρχουνε, όλοι οι άλλοι απλά θα είναι ανύπαρκτοι. Δηλαδή βλέπεις πως πρέπει να κάνεις και λίγο τον διαφημιστή των καλών πραγμάτων που γίνονται, λίγο τον ιστορικό και να εξηγήσεις πως δεν είναι πνευματικός ορίζοντάς μας μόνο ο Γιάννης Πάριος, που βλέπεις ένα σωρό κλώνους αυτού μόνο του τραγουδιού. Ωραία, υπάρχει αυτό αλλά υπάρχει και κάτι άλλο, το οποίο ξεκίνησε από το Μάρκο Βαμβακάρη, αναπτύχθηκε από τον Τσιτσάνη, αργότερα από τον Χατζιδάκι και το Θεοδωράκη, έφτιαξε το Σαββόπουλο, την Πλάτωνος, 10 δημιουργούς που άξιζαν πραγματικά και αυτό συνεχίζουμε. Δεν το κάνει η τηλεόραση, δεν το κάνει ούτε η κρατική τηλεόραση. Είναι αναγκασμένος ο καλλιτέχνης να το κάνει ο ίδιος, σε μια παράστασή του, έστω και κωμικά. Λέω και ξαναλέω ότι δεν είναι η δουλειά μας αυτή. Η δουλειά μας είναι να κάνουμε κάτι σημερινό και ενδιαφέρον. Αλλά τίποτα σημερινό δεν έχει αξία άμα δεν έχει και ένα πνευματικό ορίζοντα από πίσω. Για τα βρετανικά γκρουπ για τα οποία μιλάμε, είναι αυτονόητο ότι πριν από αυτούς υπήρξε ο Elliot, ο Tolkin, οι Beatles, ένα σωρό πράγματα. Είναι αυτονόητο, το ξέρει ο μέσος άνθρωπος αυτό. Εδώ πέρα έχει αρχίσει και το ξεχνάει. Διάβαζα μια συνέντευξη του Vidal που έλεγε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής θα έπρεπε να λέγονται Ηνωμένες Πολιτείες της Αμνησίας. Νομίζω ότι αυτό ισχύει και για την Ελλάδα. Δηλαδή όλοι ζούνε ένα τελείως γελοίο παρόν το οποίο δεν έχει πνευματικούς ορίζοντες από πίσω και φοβάμαι ότι όλο αυτό που έγινε στην 7ετία, η καταστροφή δηλαδή του προηγούμενου πράγματος και της δημιουργίας, που ξαφνικά όλο αυτό συρρικνώθηκε σε μια ελαφρολαϊκούρα, θα το πληρώνουμε για πολλά χρόνια ακόμα. Τι να κάνεις...

Άσχημα τα πράγματα. Αλλά υπάρχει ακόμα ελπίδα…

Υπάρχει αυτό το “δεν ξέρω τι είναι” που λέγαμε και πριν. Υπάρχει μια άγνωστη δύναμη που παρόλα αυτά μας κάνει να ερωτευόμαστε, να δημιουργούμε, να αντιστεκόμαστε στην καταπίεση οποιουδήποτε τύπου. Υπάρχει φοβερή ελευθερία στον άνθρωπο. Τώρα έχω μια μανία και νοικιάζω συνέχεια ταινίες με αποδράσεις, που είναι κάποιοι τύποι σε φυλακή και ενώ όλα τα προγνωστικά είναι εναντίον τους, τελικά ακόμα και με ένα μικρό κουτάλι, βρίσκουνε τον τρόπο και το σκάνε. Πιστεύω ότι γίνεται τελικά η απόδραση.

Και με τον Kαθρέφτη δηλαδή πάνω κάτω αυτό το νόημα βγαίνει δηλαδή.

Ο Καθρέφτης σαν ιδέα, πρώτον είναι πολύ διαδεδομένη, ακόμα και το Matrix που λέγαμε πριν, αυτή την ιδέα περνάει. Ότι υπάρχει ένας καθρέφτης που καλύπτει τα πάντα και σε ναρκώνει. Ένα είδωλο του εαυτού σου και όχι ο εαυτός σου. Απομονώνεσαι, ανήκεις σε μια κοινωνία κοιμισμένων που βλέπουν το είδωλό τους συνέχεια. Βλέπεις πόσο εγωκεντρικοί γίνονται οι φίλοι μας σιγά σιγά... δηλαδή υπάρχει ένας πόλεμος διαφόρων εγώ που που δεν έχουν τίποτα άλλο να πουν. Ο φίλος σου, αντί να επικοινωνήσει μαζί σου, αρχίζει και σου λέει εγώ, εγώ και το οποίο δεν έχει καν την επικράτηση ενός εαυτού. Έχει απλά ένα εγώ, από το Γωγουλίνι μέχρι τον... Οι πιο ταπεινοί είναι αυτοί που το έχουν καταπολεμήσει και έχουν έναν ισχυρό και γοητευτικό εαυτό. Αυτό είναι ο καθρέφτης. Είναι ένα τραγούδι μάχης με το δικό μου καλλιτέχνη. Η προσπάθειά μου επικοινωνίας με έναν άλλον εμποδίζεται από κάποιον που μου μοιάζει και θέλει να είναι καλός, ή σκοτεινός, η οτιδήποτε άλλο, μα που στην πραγματικότητα δεν είναι ο εαυτός μου. Και όλα τα τραγουδάκια του δίσκου σε αυτή τη λογική βασίζονται. Πχ. το τραγούδι που μιλάει για τον πρωθυπουργό, που μιλάει εκτός της καθρεπτένιας του μορφής. Ένα παιδί τα Χριστούγεννα που μιλάει εκτός του λαμπιονιού. Ένας τύπος στο στρατό, που αντί να βρίσει όπως όλοι οι άλλοι φαντάζεται τη βρισιά απελευθερωμένος απο αυτή. Αυτή είναι η ιδέα του δίσκου αυτού. Δηλαδή ότι κάθε κομμάτι είναι ένα σπάσιμο του γυαλιού της δήθεν πραγματικότητας για να βρούμε την αληθινή. Αυτό θα ήθελα να γίνεται.

Πως ήταν ο φραπές;


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Οι πιο επίκαιρες, πολυσυζητημένες, αναπάντεχες, αδιανόητες και ζουμερές ειδήσεις από τον χώρο της

Οι πιο επίκαιρες, πολυσυζητημένες, αναπάντεχες, αδιανόητες και ζουμερές ειδήσεις από τον χώρο της

Γιγαντιαία έργα τέχνης, ανεκδιήγητα κοστούμια, παραισθησιογόνες βόλτες στην έρημο, χορός, γύμνια

FEATURED TODAY

Οι εντυπώσεις του Avopolis για την βραβευμένη αντικαπιταλιστική σάτιρα του Ruben Östlund

Η πολυαναμενόμενη συναυλιακή επιστροφή των Belle and Sebastian, είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία τους αθηναϊκή εμφάνιση ήταν ένα ευχάριστο ταξίδι στη νοσταλγική και ταυτόχρονα πάντα φρέσκια ποπ της αγαπημένης μπάντας από τη Γλασκόβη. 

Με εξαιρετικό setlist με σπάνιες εκτελέσεις και τους κλασσικούς αιώνιους ύμνους της ροκ μουσικής ο Ian Anderson και η παρέα του απέδειξε, για μια ακόμη φορά, τη διαχρονική δυναμική της κληρονομιάς των Jethro Tull. 

Top