Βαγγέλης Πούλιος

«Let’s play the music, not its background»

Ornette Coleman (1)

 

Θα μπορούσε κανείς να γράψει πολλά για τον Ornette Coleman και την πορεία του. Θα μπορούσε, ας πούμε, να τον παρουσιάσει ως έναν ακούραστο ριζοσπάστη μουσικό ή ως «τον τελευταίο επιζώντα ομιλητή μιας αρχέγονης γλώσσας», όπως το έθεσε όμορφα ο Robert Wyatt σ’ ένα από τα αρκετά επικήδεια άρθρα που ανήρτησε το Wire τις μέρες που ακολούθησαν τον θάνατό του, στις 11 Ιουνίου.(2) 

Θα μπορούσε όμως κανείς και να τον κατατάξει σ’ εκείνους τους παράξενους μουσικούς που στριμώχνονται στην κάπως ομιχλώδη κατηγορία του «non-listenable», του ακατάληπτου θορύβου που διαχωρίζεται από ό,τι αποκαλούμε μουσική (πώς, από ποιους και με τι κριτήρια, είναι βέβαια ενδιαφέροντα ερωτήματα, αν θελήσουμε να πάρουμε αυτόν τον δρόμο). Στο ενδιάμεσο βάλτε όσους απλώς κατανοούν τη σημασία της 50ετούς παρουσίας του στα πράγματα χωρίς να έχουν εντρυφήσει στους λόγους, όπως και όσους με τσιτάτα και πομπώδεις αποχαιρετισμούς προσπάθησαν να καλύψουν την ημιμάθειά τους, προλαβαίνοντας να μας ενημερώσουν πόσο λυπούνται για τον θάνατο του 85χρονου μουσικού (που, κατά τα λοιπά, έχουν ακούσει ελάχιστα)

Αυτή πάντως η διάσταση απόψεων γύρω από το έργο του Coleman δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά μάλλον κάτι που τον ακολουθούσε από πολύ νωρίς. Είχε αποκτήσει δηλαδή τη στάμπα του «περίεργου» ήδη προτού ψάξει την τύχη του στις αμερικανικές μητροπόλεις, όταν ακόμα τριγυρνούσε στον Νότο παίζοντας τα μπλουζ με διάφορες περιοδεύουσες ορχήστρες. Από τότε, στην εφηβική ηλικία, φαίνεται πως βρισκόταν σ’ ένα κάποιο περιθώριο, σχετικά τουλάχιστον με τη μουσική. Το εξηγεί ο ίδιος σε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που του πήρε ο φιλόσοφος Jacques Derrida, το 1997: «[από εκείνη την εποχή] προσπαθώ να βρω τρόπο να μην αισθάνομαι ένοχος επειδή κάνω κάτι που οι άλλοι άνθρωποι δεν κάνουν».(3) Παρεμπιπτόντως,η συνέντευξη κυκλοφόρησε με τον εύστοχο τίτλο Η Γλώσσα του Άλλου, τοποθετώντας τη μουσική του Coleman σε μία σχέση ετερότητας με το «μουσικό καθεστώς».  

Col_2.jpg

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, αποπειράται για πρώτη φορά να δοκιμάσει τις ιδέες του στη Νέα Υόρκη. Το μόνο που φαίνεται να κέρδισε είναι ο… προβιβασμός του από απλά περίεργος σε παρίας. Όταν βρέθηκε με αίματα στο πρόσωπο και με το σαξόφωνό του κομματιασμένο, αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να κόψει λάσπη και να δοκιμάσει στη Δυτική Ακτή. Κι εκεί βέβαια τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς ρόδινα. 

Ο Charlie Haden, μετέπειτα σταθερός συνεργάτης του, περιγράφει γλαφυρά την πρώτη τους συνάντηση, όταν ο Coleman μάζευε το σαξόφωνό του (το πλαστικό σαξόφωνό του, αφού δεν είχε χρήματα να αντικαταστήσει το σπασμένο μεταλλικό), έχοντας εκδιωχθεί κακήν κακώς από μια οντισιόν. Χαρακτηριστική επίσης η ατάκα του Haden, καθώς περιγράφει τις αντιδράσεις των New York Times για τις εμφανίσεις τους στο κλαμπ Five Spots, λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του Shape Of Jazz To Come: «γι' αυτούς δεν ήμασταν παρά ένα μάτσο θόρυβος».(4) Το δίλημμα «ιδιοφυΐα ή απατεώνας» έμοιαζε κεντρικό, με αρκετούς μουσικούς να παίρνουν θέση υπέρ του δεύτερου σκέλους –μεταξύ αυτών και ο Miles Davis, δήλωση πάντως που ανακάλεσε αργότερα.(5)

Σ’ εκείνα τα πρώτα χρόνια στο Λος Άντζελες, το πλάνο του Ornette έμοιαζε να τον οδηγεί στην καταστροφή. Με δουλειές του ποδαριού και με σημαντική δυσκολία να βρει μουσικούς με τους οποίους θα μοιράζεται μια κάπως κοινή θεώρηση των πραγμάτων, η καριέρα του στην τζαζ φαινόταν τελειωμένη προτού ακόμα ξεκινήσει. Το 1958 ήταν το έτος που αυτό θα άρχιζε να αλλάζει. Είχε καταφέρει να βρει δισκογραφική στέγη και είχε ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο, το Something Else!!!, όταν τον εμπιστεύτηκε ο –ήδη αναγνωρισμένος– πιανίστας Paul Bley, εντάσσοντάς τον σ’ ένα σχήμα από το οποίο θα προέκυπτε λίγο αργότερα το «χρυσό» κουαρτέτο του Coleman. Η ερμηνεία του στο “Klactoveesedstene” του Charlie Parker, αντάμειψε με το παραπάνω την τόλμη του Bley. 

{youtube}tNr3Nv5wflE{/youtube}

Έναν χρόνο αργότερα (1959), κυκλοφορεί το Tomorrow Is The Question, στο οποίο ο Coleman παίρνει μια σημαντική –όσο και αδιανόητη για την εποχή– απόφαση: να σταματήσει να χρησιμοποιεί το βασικότερο (τουλάχιστον μέχρι τότε) όργανο της τζαζ, το πιάνο· κάτι σαν να παίζει κανείς ροκ στα τέλη της δεκαετίας του 1960 χωρίς κιθάρα. Την ίδια χρονιά αλλάζει εταιρεία, πηγαίνει στη μεγαλύτερη Atlantic και στήνει το κουαρτέτο που εμφανιζόταν στο πλάι του Paul Bley έναν χρόνο νωρίτερα: ο ίδιος στο άλτο σαξόφωνο, ο Don Cherry στην κορνέτα, ο Charlie Haden στο κοντραμπάσο και ο Billy Higgins στα τύμπανα. Τον Οκτώβριο κυκλοφορεί το Shape Of Jazz To Come, έναν μνημειώδη δίσκο για την τζαζ δισκογραφία. Τα υπόλοιπα, όπως συνηθίζουν να λένε στο Αμέρικα, είναι Ιστορία…

Ποιο ήταν όμως εκείνο το σχήμα της τζαζ; Και ήρθε όντως; 

Μία απάντηση δίνει ο ίδιος ο Coleman το 1961, με έναν ακόμα κομβικό δίσκο: το Free Jazz: A Collective Improvisation. Εκεί συμβαίνουν διάφορα. Πρώτον, «εφευρίσκεται» ο όρος που έμελλε να παγιωθεί για να συμπεριλάβει (κομματάκι χονδροειδώς είναι η αλήθεια) ένα μεγάλο μέρος της προοδευτικής ή ριζοσπαστικής τζαζ. Δεύτερον, ο Coleman εξελίσσει τη μέθοδο γραφής του, αποκλίνοντας πιο ξεκάθαρα από τις «τυπικές» αναγκαιότητες της συγχρονικής του τζαζ και δίνοντας ακόμα μεγαλύτερο χώρο σε παρεκκλίνοντες αυτοσχεδιασμούς. Τρίτον, χρησιμοποιεί ένα διπλό κουαρτέτο (double quartet) με τον ίδιο, τον Don Cherry, τον Scott LeFaro (μπάσο) και τον Billy Higgins να ακούγονται από το αριστερό κανάλι και τους Eric Dolphy (μπάσο κλαρινέτο), Freddie Hubbard (τρομπέτα), Charlie Haden & Ed Blackwell (ντραμς) να ακούγονται από το αριστερό. Τέταρτον, είναι ο πρώτος δίσκος στον οποίον υπάρχει μια τόσο μακροσκελής σύνθεση –η ομώνυμη φθάνει στα 37 λεπτά. Πέμπτον, όπως το θέτει ο Steve Huey στην κριτική του στο Allmusic.com: «η τζαζ από καιρό μπορούσε να περηφανεύεται ότι αντανακλά […] την ελευθερία και τη δημοκρατία· με το Free Jazz ο Coleman απλώς πηγαίνει αυτά τα ιδανικά στο επόμενο επίπεδο».(6)

Col_3.jpg

Βέβαια ο όρος free jazz «παρείχε πάντοτε λόγους για πολλές παρεξηγήσεις», όπως έλεγε ο Peter Brötzmann στο ντοκιμαντέρ Free The Jazz.(7) Ούτε ο ίδιος ο Coleman φαίνεται πως τον συμπάθησε ποτέ. Διότι δεν είναι μια ελευθερία του κάνω ό,τι μου καπνίσει, όπως το έχει η συχνή παρερμηνεία· έχει να κάνει με την ελευθερία στα πλαίσια μιας διάδρασης, με την «ενστικτώδη ευφυΐα» όπως την έχουν χαρακτηρίσει, η οποία υπόκειται κι αυτή σε κάποιους κανόνες. Με τη σημαντική διαφορά, ότι έχει την ελευθερία να θεσπίσει η ίδια η διάδραση τους δικούς της κανόνες, χωρίς να περιορίζεται από εξωγενείς παράγοντες (στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατό).  

Εξηγώντας τη δική του προσέγγιση, ο Coleman είχε ορίσει τη δική του «ελευθερία» ως «την αφαίρεση του συστήματος των καστών στη μουσική».(8) Ήδη από τα τέλη των 1950s στηριζόταν σε μια πρακτική μέθοδο συλλογικού αυτοσχεδιασμού, η οποία στα μέσα των 1970s θα «συστηματοποιούνταν» υπό τον όρο harmolodics. Ο Coleman έδινε σε κάθε μουσικό την ελευθερία να ερμηνεύσει όπως εκείνος νομίζει τις συνθέσεις του, να παρεμβαίνει όπου κρίνει σκόπιμο ή να ακολουθεί κατά γράμμα τις οδηγίες. Στο πλαίσιο μάλιστα των harmolodics δομικές έννοιες όπως η μελωδία, η αρμονία, ο ρυθμός ή το τέμπο απέκτησαν ίση βαρύτητα (ίση δυνατότητα καλύτερα) να επηρεάζουν την εστίαση της σύνθεσης. Δεν αφαίρεσε λοιπόν ούτε πρόσθεσε έννοιες στη μουσική θεωρία· τις αποδόμησε όμως και τις οικειοποιήθηκε, κάνοντας εκείνη τη συνάντηση με τον Derrida το 1997 να μην φαίνεται και τόσο τυχαία.  

Το σημαντικότερο απ’ όλα ήταν ότι ο δρόμος για την πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της τζαζ είχε πλέον ανοίξει διάπλατα και ήταν έτοιμος να φιλοξενήσει αρκετές προσμίξεις, να υποστεί άπειρες μεταμορφώσεις και να δώσει εξίσου ευάριθμα αριστουργήματα. 

{youtube}CDZS2C0x2zo{/youtube}

Ο Coleman έδειχνε πάντα ιδιαίτερη φροντίδα σε αυτή την αρχιτεκτονική των ηχητικών χώρων (όπως δείχνει και η ηχογράφηση του Free Jazz). Με την εφαρμογή μάλιστα των harmolodics στην περίφημη fusion μπάντα του, τους Prime Time, η εν λόγω αρχιτεκτονική απέκτησε ακόμα πιο ευκίνητη και πολυεστιακή δυναμική. Δίσκοι όπως το Of Human Feelings (1982) διέπονταν έτσι από έναν σαφή δομικό σχεδιασμό: στο κέντρο, ο ίδιος και το ηλεκτρικό μπάσο (για να θυμηθώ έναν όρο του Στυλιανού Τζιρίτα, ο ορισμός του «μασχαλάτου μπάσου» του Jamaaladeen Tacuma), περιστοιχίζονταν από δύο ηλεκτρικές κιθάρες και τύμπανα. Την ίδια ώρα όμως που αυτός ο σχεδιασμός ήταν σαφής, βρισκόταν και διαρκώς εν κινήσει, με τις ισορροπίες να είναι ρευστές, αλλά πάντοτε λειτουργικές. Παρεμπιπτόντως, το άλμπουμ ήταν απ’ τα πρώτα, αν όχι το πρώτο που ηχογραφήθηκε με την μέθοδο direct-to-disc recording. 

Μαζί με αυτά, θα μπορούσαμε να σταματήσουμε στο εξαιρετικό Science Fiction του 1971, όπου βρίσκουμε πολλά στοιχεία που πρόκειται να συμβούν αργότερα, ακριβώς ένα στάδιο πριν από την έκρηξη. Ή στην απόπειρά του να συναντήσει την ελεύθερη τζαζ με τη συμφωνική μουσική, στον δίσκο Skies Of America του 1972 (απόπειρα που θα συνεχίσει και αργότερα). Ή στο ντουέτο του με τον χρόνια μουσικό του σύντροφο Charlie Haden το 1977 και τον δίσκο Soapsuds, Soapsuds. Ή στο Empty Foxhole του 1966, στο οποίο συμμετάσχει για πρώτη φορά (από τις πολλές μεταγενέστερες) στα τύμπανα ο γιος του Denardo, ο οποίος τότε ήταν μόλις 10 ετών! Ή τη συνεργασία του με τον Jerry Garcia των Grateful Dead στο Virgin Beauty του 1988. Ή σε πολλά ακόμα τα οποία συνέβησαν μέσα σε μια τόσο πλούσια και τόσο μακροσκελή πορεία. 

Νομίζω όμως ότι καλύτερο απ’ όλα θα ήταν να κλείσουμε με τα δικά του λόγια, μέσα από το ντοκιμαντέρ Made In America του 1985: 

«Όλα τα άλλα πράγματα, όπως η θρησκεία, η επιστήμη, η αστρολογία, ο θάνατος, η επιβίωση, δεν σε αφήνουν παρά μόνο με την απάντηση στην ερώτηση του "τι θα γίνει μ’ εμένα όταν θα φύγω"; Γιατί λοιπόν να μην σκεφτείς το "τι θα γίνει μ’ εσένα, ενώ είσαι ακόμα εδώ"»; (10)

Σημειώσεις:

(1) Τα credits στην καλή συνάδελφο Ευδοκία Πρέκα, που ανέσυρε το «γνωμικό» του Coleman σε μία ανάρτησή της στο Facebook

(2) http://www.thewire.co.uk/in-writing/essays/ornette-coleman-1930-2015_robert-wyatt

(3) Μπορείτε να βρείτε την αγγλική μετάφραση της συνέντευξης εδώ: http://www.ubu.com/papers/Derrida-Interviews-Coleman_1997.pdf

(4) Τα λέει ο ίδιος ο Haden στο Rambling Boy, ένα ντοκιμαντέρ που περιγράφει τη δική του πορεία. Μπορείτε να το δείτε εδώ: http://vimeo.com/83239232

(5) Βλέπε π.χ. εδώ: http://www.npr.org/templates/story/story.php?storyId=6449431

(6) http://www.allmusic.com/album/free-jazz-mw0000256161

(7) Μπορείτε να το δείτε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=KHlshNgkmOE 

(8) Μπορείτε να το δείτε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=KHlshNgkmOE 

(9) http://musicians.allaboutjazz.com/ornettecoleman

(10) https://vimeo.com/86987077

{youtube}DNbD1JIH344{/youtube}

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured