Πριν γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες της ποπ των ’80s, η Cyndi Lauper εργαζόταν πίσω από τον πάγκο του Screaming Mimi’s, του θρυλικού vintage καταστήματος που έντυσε τη φαντασία της downtown Νέας Υόρκης. Σαράντα και πλέον χρόνια αργότερα, επιστρέφει σε εκείνο το δημιουργικό σύμπαν ανοίγοντας το προσωπικό της αρχείο και αποχωρίζεται μερικά από τα ρούχα που έκαναν την εικόνα της μέρος της μουσικής ιστορίας.
Με αφορμή τη διπλή δημοπρασία Cyndi Lauper: Suitcase of Memories του οίκου Bonhams στη Νέα Υόρκη, η Lauper μίλησε στον Guardian για τη μόδα, την ελευθερία της έκφρασης, την πολιτική διάσταση της χαράς και τη σημασία τού να παραμένεις οπτικά διαφορετικός.
Η δημοπρασία περιλάμβανε εκατοντάδες ρούχα, αξεσουάρ, σκηνικά αντικείμενα και προσωπικά ενθύμια από τέσσερις δεκαετίες καριέρας. Τα σημαντικότερα κομμάτια εκτέθηκαν προηγουμένως στο κοινό, μετατρέποντας προσωρινά το Bonhams κάτι ανάμεσα σε pop μουσείο, backstage αποθήκη και μία θεαματικά ακατάστατη ντουλάπα γεμάτη μνήμες. Ανάμεσα στα αντικείμενα βρίσκονταν οι λεοπάρ πιτζάμες από το video του “Girls Just Want to Have Fun”, το κόκκινο καρό φόρεμα που φόρεσε στα πρώτα MTV Video Music Awards το 1984, το σουτιέν και τα κοσμήματα του “True Colors”, αλλά και η περίφημη φούστα από εφημερίδες που δημιουργήθηκε με τη Laura Wills του Screaming Mimi’s.

Η τελευταία αποδείχθηκε και το μεγάλο αστέρι της δημοπρασίας: Με αρχική εκτίμηση από 1.000 έως 2.000 δολάρια, πωλήθηκε τελικά για 45.500. Η ζωντανή πώληση των 21 βασικών αντικειμένων συγκέντρωσε συνολικά 111.605 δολάρια, με όλα τα lots να βρίσκουν αγοραστή.
Τα ρούχα ως βιογραφία
Η Lauper μεγάλωσε στο Queens, σε οικογένεια ανθρώπων που εργάζονταν στη βιομηχανία της ένδυσης. Το ύφασμα, η ραφή και η μεταποίηση ενός ρούχου δεν ήταν για εκείνη αφηρημένες έννοιες αλλά μέρος της καθημερινότητάς της. Όταν έφυγε από το σπίτι στα 17 της, κουβαλώντας ελάχιστα πράγματα και ένα βιβλίο τής Yoko Ono, άρχισε να συνθέτει την ταυτότητά της σχεδόν όπως θα συνέθετε αργότερα και τα looks της: από θραύσματα, ανακαλύψεις και υλικά που οι άλλοι είχαν προσπεράσει.
Το Screaming Mimi’s έγινε το άτυπο εργαστήριό της. Εκεί έμαθε να αντιμετωπίζει τα ρούχα όχι ως ολοκληρωμένα προϊόντα, αλλά ως πρώτη ύλη που μπορούσε να κοπεί, να συνδυαστεί, να υπερβάλει και να αφηγηθεί μια καινούργια ιστορία.
Αυτή η λογική πέρασε αυτούσια στο She’s So Unusual του 1983, το album που δεν καθιέρωσε μόνο τη φωνή της, αλλά σύστησε και μία διαφορετική εκδοχή της γυναίκας pop star. Πολύχρωμη χωρίς να είναι ακίνδυνη, αστεία χωρίς να γίνεται καρικατούρα, σεξουαλική χωρίς να υπακούει στο ανδρικό βλέμμα. Τα tattoo, τα καπέλα, τα κορσάζ, οι αλυσίδες και τα συγκρουόμενα μοτίβα δεν βρίσκονταν γύρω από τη μουσική της, ήταν μέρος αυτής.
Για τη Lauper, άλλωστε, η μόδα υπήρξε πάντα τέχνη και η μουσική βρισκόταν συνήθως ένα βήμα μπροστά της. Η δημοπρασία δεν σχεδιάστηκε μόνο για να προκαλέσει νοσταλγία, αλλά για να εξηγήσει στις νεότερες γενιές τη σκέψη πίσω από αυτή την αισθητική και να τις παρακινήσει να ανακαλύψουν τη δική τους.

Η χαρά δεν είναι απολιτίκ
Το χρώμα και η θεατρικότητα της Lauper συχνά έκρυβαν σε κοινή θέα μια πολιτική θέση. Η δημόσια διαδρομή της συνδέθηκε σταθερά με τα δικαιώματα των γυναικών και της LGBTQ+ κοινότητας, ενώ μέσω του True Colors United στηρίζει εδώ και χρόνια LGBTQ+ νέους που αντιμετωπίζουν την αστεγία. Η ίδια αναγνωρίζει κάτι από αυτή την παράδοση στη Chappell Roan, όχι απλώς λόγω της έντονης αισθητικής της, αλλά επειδή μεταφέρει την queer εμπειρία στο κέντρο της ποπ χωρίς να τη μεταχειρίζεται ως υποσημείωση.
Για τη Lauper, η ορατότητα, η χαρά και το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό δεν είναι επιφανειακά στοιχεία της pop culture, έχουν από μόνα τους πολιτικό βάρος. Στα 73 της, επιμένει πως δεν θέλει να δείχνει «συντηρητική». Όχι επειδή αρνείται τον χρόνο, αλλά επειδή αρνείται την ιδέα ότι η ηλικία πρέπει να περιορίζει το παιχνίδι, το χρώμα ή την εκκεντρικότητα.
Αυτό είναι τελικά που κάνει τη Suitcase of Memories σημαντικότερη από ένα ακόμη celebrity auction. Τα αντικείμενα άλλαξαν ιδιοκτήτες αλλά η ιστορία τους ανήκει σε μία καλλιτέχνιδα που δεν φοβήθηκε να φορέσει τις αντιθέσεις της, να κάνει τη διαφορετικότητα ορατή και να ντύσει μία ολόκληρη γενιά γυναικών με τρέλα και ελευθερία.

