View More

Ο Νίκος Ξυδάκης και το χέρι που ζητά

Στην Ελλάδα πιστεύουμε ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, γράφει ο Νίκος Σβέρκος· καλό σινεμά, καλή μουσική και καλό θέατρο, σε σημείο να ανταγωνιζόμαστε καταστάσεις του εξωτερικού. Ας το δουμε καθαρά: δεν μπορούμε...

Νίκος Σβέρκος
Νίκος Σβέρκος
 
 
Περιέργως πώς, το πεδίο του πολιτισμού στην πολιτική προκαλεί συνήθως απύθμενη ανία σε όσους παρακολουθούν τα πολιτιστικά δρώμενα, ενώ απασχολεί ολίγους που ασκούν το «άθλημα». Οι λόγοι δεν είναι δύσκολο να ανευρεθούν. Σκεφτείτε απλώς ποιοί ήταν οι υπουργοί Πολιτισμού (και παραφυάδων) από το 2000 και έπειτα σε αυτή τη χώρα, όπου όλοι επαίρονται για τον πολιτισμό της: Θεόδωρος Πάγκαλος, Ευάγγελος Βενιζέλος, Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Βουλγαράκης, Μιχάλης Λιάπης, Αντώνης Σαμαράς, Παύλος Γερουλάνος, Κώστας Τασσούλας.
 
Αν ξεχνώ κανέναν, ας με συγχωρέσει. Αλλά θυμάται κανείς μη εμμονικός με το θέμα κάποιο σημαντικό έργο όλων αυτών; Εάν εξαιρέσουμε την «αποκαθήλωση» έργων της σύγχρονης τέχνης από μερικούς εκ των προαναφερόμενων, τότε αβίαστα φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι ο πολιτισμός στην Ελλάδα εξαντλείτο στις κορδέλες, στις εκθέσεις ιδεών για την αρχαιότητα και σε μερικές επιχορηγήσεις –άλλες απλά με λογιστική λογική και άλλες με τυφλή τήρηση του κανόνα για τους «φίλους» του εκάστοτε υπουργού.
 
 
Πολλοί πέρασαν και δεν «ακούμπησαν». Δύο μετέπειτα πρωταγωνιστές του πολιτικού βίου «αδρανοποιήθηκαν» με το χαρτοφυλάκιο του πολιτισμού σε υπουργικό ή υφυπουργικό επίπεδο, ώστε να «ξεπλυθούν» με την απραξία και να επιστρέψουν για νέες «δόξες». Και τελικά, μετά από 15 χρόνια, αποτέλεσμα ουδέν. Κάποιοι αποδίδουν την κατάληξη στο ότι οι πολιτικοί υπεύθυνοι του υπουργείου ήταν «άσχετοι» (μερικοί τους λένε και «απολίτιστους»). Όμως η αιτία ίσως φτάνει τελικά σε κάτι σαφώς βαθύτερο· κάτι που έχει να κάνει με την εν γένει αντίληψη γύρω από τη συντεταγμένη πολιτιστική δημιουργία
 
Στην Ελλάδα πιστεύουμε μερικές φορές ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Λες και μας κληροδότησε το «αρχαίο ελληνικό πνεύμα» με κάποια υπεράνθρωπη δύναμη. Νομίζουμε ότι μπορούμε να κάνουμε καλό σινεμά, καλή μουσική και καλό θέατρο, σε σημείο να ανταγωνιζόμαστε καταστάσεις του εξωτερικού. Ας το δουμε καθαρά: δεν μπορούμε. Διότι δεν έχουμε τις ίδιες πολιτισμικές προσλαμβάνουσες με τη Δυτική Ευρώπη. Επειδή προσπαθούμε να μαϊμουδίσουμε βασιζόμενοι σε περασμένα μεγαλεία της τελευταίας 50ετίας, λες και κληρονομούνται.
 
Streamingxyd_2
 
Διάβασα με προσοχή τα όσα είπε στους συντάκτες του πολιτιστικού ρεπορτάζ ο νέος αναπληρωτής υπουργός Νίκος Ξυδάκης, που λόγω επαγγέλματος έχει το πλεονέκτημα να μπορεί να ασκήσει κριτική άνετα σε οτιδήποτε «πολιτιστικό» έχει διαπραχθεί τα τελευταία χρόνια. Οι περισσότερες εξαγγελίες του μοιάζουν τρομακτικά σοβαρές και «μετρημένες». Όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι διαχρονικά η αντιμετώπιση του πολιτισμού. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στην ουσία αυτών.
 
Απλώς ένα ερώτημα: πώς μπορεί να δημιουργήσει ένας καλλιτέχνης όταν νιώθει την «ασφάλεια» ή τη «θηλιά» μιας κρατικής επιχορήγησης; Όταν εξαρτά την επιβίωσή του από τη «φιλανθρωπία» του δημοσίου; Όταν μοιράζονται πόροι άνευ μιας στρατηγικής, η οποία θα έπρεπε να απορρίπτει κάθε τελικό ποσοτικό στόχο, αλλά να ενθαρρύνει και να μην κάνει τον δημιουργό υπάλληλο; Είναι ένα ερώτημα που πλανάται εδώ και δεκαετίες και μπορεί να ειπωθεί και αλλιώς: μπορείς να δαγκώσεις το χέρι που σε ταΐζει; Δύσκολο ομολογουμένως στην Ελλάδα.
 
Μιας και η ενασχόληση με την ακρόαση μουσικής είναι το κατ' εξοχήν αντικείμενο αυτού του ιστοτόπου, ας κάνουμε μια πρόταση διαφορετική, η οποία εφαρμόζεται σε πολλές χώρες. Η πολιτεία θα μπορούσε να βοηθά νέους καλλιτέχνες/μπάντες οικονομικά, ώστε να μπουν σε ένα στούντιο και να ηχογραφήσουν τα τραγούδια τους· ή να βοηθά στη διανομή του υλικού τους. Προσοχή, όχι να επιχορηγεί το πολιτιστικό έργο, αλλά να το διευκολύνει: να το προωθεί, να το ωθεί να βγει προς τα έξω και να συναντήσει περισσότερα αυτιά.
 
Γιατί σε τελική ανάλυση εκεί στο «υπόγειο» κάποιοι βλέπουν τα άστρα, όπως θα έλεγε και ο Όσκαρ Ουάιλντ. Κάποιοι που δεν χρειάζονται «χαρτζιλίκι» που θα χορτάσει τους πεινασμένους. Αλλά το αίσθημα ότι κάποιος ενδιαφέρεται.
 
Top