Η μουσική και ο κινηματογράφος είναι δύο τέχνες άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, με ισχυρούς δεσμούς. Δεν υπάρχει μουσική χωρίς κινηματογραφική επιρροή και κινηματογράφος χωρίς μουσική υπόκρουση. Είναι δύο καλλιτεχνικά είδη που αλληλοεπηρεάζονται, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοβοηθιούνται. Για όλους εμάς τους σινεφίλ και μουσικόφιλους θεατές / ακροατές, οι μουσικές ταινίες είναι τα δικά μας καταφύγια. Άλλοτε ως μέσο ψυχαγωγίας που ευφραίνει την καρδιά (και τα αυτιά μας), άλλοτε ως επιστροφή σε κάτι που μας στιγμάτισε και άλλοτε ως εφαλτήριο περαιτέρω αναζήτησης και ψαξίματος, οι μουσικές ταινίες καταλαμβάνουν εύλογο μεγάλο χώρο μέσα μας. Ιδού 10 θαυμάσιες ταινίες που αποτελούν όμορφες επιλογές για θέαση κάθε εποχή. Πρέπει μόνο να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη λίστα δεν αναφέρεται σε βιογραφικές ταινίες (τουλάχιστον όσον αφορά τα πρόσωπα των ίδιων των μουσικών) αλλά σε αυτούσιες ιστορίες μυθοπλασίας, όπου οι ήρωες δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα ούτε αποτελούν φανταστική αλληγορία προσώπων που έχουν πράγματι υπάρξει, εκτός ίσως από ελάχιστες ρεαλιστικές επιρροές που θα αναφερθούν.
School of Rock

Τι καλύτερο από μια ταινία που σε «εισάγει» στον κόσμο της rock μουσικής; H συγκεκριμένη μουσική κωμωδία έρχεται από το μακρινό 2003 και είναι σκηνοθετημένη από τον Richard Linklater. Ακολουθεί την επεισοδιακή και τραγελαφική ιστορία του Dewey Finn (τον οποίο υποδύεται αξέχαστα ο Jack Black), ενός rock μουσικού που δεν έχει στον ήλιο μοίρα. Ο Dewey βλέπει τη φαντασίωσή του να γίνει μια μέρα σπουδαίος και τρανός ροκστάρ να γκρεμίζεται, η μπάντα στην οποία ήταν μέλος έχει πλέον διαλυθεί και επιπλέον η οικονομική του επιβίωση είναι εξαιρετικά δύσκολη σε ένα ανιαρό και αδιέξοδο παρόν. Μια μέρα, λοιπόν, αποφασίζει να πάρει με «πλαστό» τρόπο τη θέση του φίλου του Ned ως εκπαιδευτικού σε ένα γυμνάσιο. Έτσι, εμφανίζεται στο σχολείο υποδυόμενος τον Ned και αντί να διδάσκει φυσικά τα μαθήματα του σχολείου, βρίσκει πρόσφορο έδαφος από τους μαθητές της τάξης, οι οποίοι τυγχάνει να είναι μουσικόφιλοι και σε ένα περιβάλλον εχεμύθειας, στήνουν κρυφά από γονείς και δασκάλους ένα μεγάλο συγκρότημα, στο οποίο ο καθένας βάζει το δικό του λιθαράκι (μουσικοί, ηχολήπτες, τεχνικοί, φαν κλαμπ κτλ). Κατά τη διάρκεια της παιχνιδιάρικης και ευχάριστης αφήγησης, ξετυλίγεται σιγά σιγά, έστω και σε μικρό βαθμό, το κουβάρι της ιστορίας του rock n’ roll και των νοημάτων του. Μιλάμε για την έννοια της ελευθερίας, του μοιράσματος, της ομαδικότητας, της αντίρρησης και του σκιρτήματος μέσα από τη μουσική. 20 χρονιά μετά, βλέπεται σαν να έχει γυριστεί σήμερα και προσωπικά είναι μία από τις αγαπημένες μου επιλογές της λίστας (θα αναφέρω ποιες είναι οι τοπ 5 μου, παρόλο που όλες θα τις έβλεπα ξανά και ξανά)!
Detroit Rock City

Πολλές φορές οι ταινίες αυτές αφορούν κολλήματα του παρελθόντος, που ενδεχομένως να έχουν ξεθωριάσει ή να μας θυμίζουν ότι υπήρξαμε και εμείς με τη σειρά μας έφηβοι και νιώσαμε κάτι να εκρήγνυται μέσα μας όταν ακούσαμε έναν δίσκο, μια κασέτα ή ένα CD που μας έμεινε αξέχαστο, ειδικά τις εποχές που το διαδίκτυο δεν είχε πάρει ακόμα τη θέση που έχει σήμερα. Μία από αυτές τις εφηβικές ταινίες είναι και το Detroit Rock City. H κωμωδία γυρίστηκε στο τέλος του 20αιώνα (1999) από τον Adam Rifkin και αφορά μια παρέα τεσσάρων αγοριών στο Cleveland του 1978, που κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να βρεθούν σε μια συναυλία των KISS, τους οποίους και ακούνε με μεσσιανικό πάθος ενώ έχουν στήσει και το δικό τους tribute συγκρότημα για χάρη τους. Όταν, λοιπόν, ο ένας της παρέας χάνει από χαζομάρα τα εισιτήρια που κερδίζει από έναν ραδιοφωνικό σταθμό για τη συναυλία των ειδώλων τους, ξεκινάει ένα αστείο παραλήρημα που στοχεύει στην επίτευξη της πιο διακαούς επιθυμίας εκείνη τη στιγμή για την παρέα, να βρεθεί μπροστά στους δικούς της «θεούς». Μπορώ να πω ότι έχω ζήσει κάτι ανάλογο για τους AC/DC στο ΟΑΚΑ (διότι ακόμα μετανιώνω που δεν πήγα και στους KISS κάποτε στη Μαλακάσα). Πρόκειται για ένα έργο που σχηματίζει στο πρόσωπό σου ένα αχνό χαμόγελο για όλα αυτά που σε σημάδεψαν και δεν τα έχεις ξεχάσει ποτέ αλλά και για την απίστευτη ορμή της πρώτης νιότης που δημιουργείται μέσα από ερεθίσματα που διαρκούν μια ζωή.
Rockstar

Το Rockstar είναι μια ακόμη ταινία που ξεχωρίζω και έχει πιο ενήλικο περιεχόμενο από τις δύο προηγούμενες χωρίς βεβαίως αυτό να λέγεται υποτιμητικά. Είναι μια ταινία του 2001 από τον Stephen Herek και αφηγείται την ιστορία των Steel Dragon. Οι Steel Dragon – είναι το φανταστικό σχήμα της ιστορίας - είναι ένα από τα πιο καυτά ονόματα της δεκαετίας του ’80 στον χώρο του σκληρού ήχου. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η βάση της ιστορίας προέρχεται από την πορεία των Judas Priest, όταν σε κάποια φάση ο μέγας Rob Halford αποχώρησε για να πάρει τη θέση του ο πολύ αξιόλογος Tim Ripper Owens που τραγουδούσε πριν σε μια tribute μπάντα για τους Priest. Κάτι ανάλογο βλέπουμε εδώ με τον Chris “Izzy” Cole (ποιος θα περίμενε ότι ο Mark Wahlberg θα ενσάρκωνε τόσο αξιοπρεπώς έναν rock n’ roll ήρωα, ενώ ο ίδιος προέρχεται από τον χώρο του pop / funk / hip hop ήχου – υπήρξε μέλος των The New Kids On The Block και των Marky Mark and the Funky Bunch), ο οποίος ενώ αρχικά είναι frontman ενός tribute band για τους Steel Dragon, καταλήγει να αντικαθιστά το είδωλό του και πραγματικό frontman των Steel Dragon Bobby Beers (Jason Flemyng). Ακολουθεί ο δικός του γολγοθάς στον χώρο του sex, drugs and rock n’ roll, με τον οποίο πρέπει να αναμετρηθεί για να βρει τον εαυτό του. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να αποδοθεί στους ωραίους ρόλους της Jennifer Aniston, που υποδύεται τη σύντροφο του Wahlberg, του Timothy Olyphant, που υποδύεται τον κολλητό του, στο αδιαμφισβήτητα εξαιρετικό soundtrack που φτιάχνεται από τις κορυφαίες φωνές του Miljenko Matijevic (Steelheart) και του Jeff Scott Soto (Talisman) μέσα σε ένα σύμπαν όπου ακούγονται hit των Def leppard, AC/DC, KISS, Rainbow κτλ, αλλά και στην εμφάνιση γνωστών μορφών του χώρου όπως ο Myles Kennedy, o Jason Bohnam, o Zakk Wylde, o Jeff Pilson, o Ralph Saenz κτλ.
Almost Famous

Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ο λόγος που στήθηκε αυτό το έργο είναι η καριέρα ενός δημοσιογράφου. Η καλλιτεχνική σκηνή δε σχετίζεται μόνο με τα καλλιτεχνικά ονόματα και τα έργα αλλά και το περιβάλλον, τις συνθήκες και τους παράγοντες που έχουν στηθεί για τη διαμόρφωση και την επέκταση ενός ρεύματος. Το Almost Famous γυρίστηκε στην αλλαγή του αιώνα (2000) από τον Cameron Crowe, ο οποίος ουσιαστικά προβάλλει στην οθόνη ένας μέρος της καριέρας του ως δημοσιογράφος, και μάλιστα κατά τη χρυσή εποχή του rock n’ roll στα 70s αλλά και των media, κυρίως των περιοδικών που εκείνη την εποχή ξεπηδούσαν το ένα μετά από το άλλο. Με ένα πολύ ικανό cast (Patrick Fugit, Billy Crudup, Frances McDormand, Kate Hudson και ο ταλαντούχος αποβιώσας Philip Seymour Hoffman), η ιστορία προσεγγίζει τα ξεχασμένα μεγαλεία των hippies. Ο William Miller (Patrick Fugit) είναι 15 χρονών, μεγαλώνει στο San Diego και έχει ήδη βουτήξει στον απύθμενο κόσμο των rock ακουσμάτων λόγω της δισκοθήκης της αδερφής του. Θέλει να καταγράψει την ιστορική συγκυρία που απλώνεται μπροστά του και γνωρίζει τον Lester Bangs (Philip Seymour Hoffman), δημοσιογράφο του Rolling Stone, ο οποίος γητεύεται από τη γραφή του William μέσα από ένα review που έχει κάνει για τους Black Sabbath. Έτσι, τον στέλνει στην περιοδεία του πιο ανερχόμενου σχήματος της εποχής, των Stillwater και κάπου εκεί ξεκινάει το ταξίδι της ενηλικίωσης του William μέσα από τα φώτα, τις περιπέτειες και τη δύναμη μιας μουσικής που έμελλε να αλλάξει τον κόσμο. Είναι μια ταινία για τον παράδεισο και την κόλαση του rock n’ roll (εμφανίζεται και ο Peter Frampton) και συνοδεύεται από ένα μαγικό (αναμενόμενο) soundtrack που απαρτίζεται από πανέμορφα τραγούδια των Led Zeppelin, Lynyrd Skynyrd, Who, Elton John, Simon & Garfunkel, Cat Stevens, Velvet Underground και πολλών ακόμα.
High Fidelity

Η τρίτη ταινία που έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου είναι το διαμάντι της indie κοινότητας από τα 90s μέχρι τώρα. Είναι ακόμα ένα έργο βγαλμένο από το Millenium (2000), βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Nick Hornby και σκηνοθετημένο από τον Stephen Frears, το οποίο πραγματεύεται το μεγαλείο της μουσικής μέσα από έναν διασκεδαστικό και απλό τρόπο. O Rob Gordon (που ενσαρκώνει καταπληκτικά ο John Cusack) αφηγείται ο ίδιος την ιστορία του. Συγκεκριμένα, είναι ένας ιδιόρρυθμος ιδιοκτήτης δισκοπωλείου που αναζητά την ευτυχία στην προσωπική του ζωή. Έχοντας στο πλευρό του δύο υπαλλήλους που παραμένουν στο μαγαζί περισσότερο από συνήθεια και λιγότερο για τα χρήματα (το υπέροχα ξεκαρδιστικό δίδυμο Jack Black και Todd Louiso), προσπαθεί να κρατήσει το κατάστημά του όρθιο ενώ έχει προ πολλού εγκατελείψει το djing σε club και έχει πρόσφατα χωρίσει με τη Laura (Iben Hjejle). Επιπλέον, γνωρίζει ένα νεοσύστατο γκρουπ, τους Kinky Wizards και τους προσφέρει ένα συμβόλαιο μέσα από τη δική του δισκογραφική εταιρεία. Κάνοντας συνεχόμενα flashback με λίστες τοπ 5 από μουσικά άλμπουμ και προηγούμενες σχέσεις, ο Rob επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του και γυρεύει την επανένωση με τη Laura μέσα από κωμικοτραγικές σκηνές και πάρα πολλή μουσική, που είναι η μόνη και πραγματική του συντροφιά. To High Fidelity είναι μια ταινία για την αδιάκοπη, άλλες φορές ουσιαστική και άλλες ανούσια, κουβέντα περί μουσικής. Μιλώ για όλες τις ατελείωτες συζητήσεις με φίλους για το αν ο τάδε καλλιτέχνης είναι ανώτερος του άλλου, ανούσια διλήμματα, λίστες και αμπελοφιλοσοφίες βασιζόμενες στο υποκειμενικό κριτήριο του καθενός, που όμως, θρέφουν ένα πράγμα, την αγάπη για τη μουσική.
Once

Εξίσου αγαπημένη ταινία που πραγματεύεται τη βαθύτερη σχέση του ανθρώπου με τη μουσική είναι το ιδιαίτερο κωμικό αλλά και δραματικό ρομάντζο που γυρίστηκε με low-budget υφή στους δρόμους του Δουβλίνου το 2007 από τον John Carney (έχει υπάρξει μπασίστας και τραγουδιστής των Frames), σκηνοθέτη και των επίσης μουσικών ταινιών Begin Again (2013), Sing Street (2016) και Flora and Son (2023). Πρωταγωνιστεί το υπέροχο δίδυμο Glen Hansard και Markéta Irglová (οι Swell Season), που υπογράφουν και τη μουσική του φιλμ. Ενσαρκώνουν δύο ταλαιπωρημένους αλλά αισιόδοξους Ιρλανδούς (τον Guy και την Girl) που σκάβουν το δικό τους μονοπάτι ως πλανόδιοι μουσικοί στα σοκάκια του Δουβλίνου. O Guy είναι ένας 30άρης Ιρλανδός πλανόδιος που τραγουδάει, παίζει κιθάρα παρουσιάζει τα δικά του τραγούδια στον δρόμο ενώ εκείνη είναι μια συνομήλικη μετανάστρια από την Τσεχία, που παίζει πιάνο και φροντίζει τη μητέρα και το παιδί της. Γνωρίζονται όταν εκείνη στέκεται μαγεμένη από την ερμηνεία του στον δρόμο και σταδιακά ξεκινούν μαζί το ρομαντικό ταξίδι στον κόσμο της μουσικής σκαρώνοντας τραγούδια που έχουν βασιστεί κυρίως σε ένα ντέμο του Guy που κάποιες φορές μοιάζει να ακροβατεί ανάμεσα στην ερωτική έλξη των δύο που όμως τελικά ποτέ δεν υφίσταται ακριβώς. H μουσική είναι ο βασικός μόχλος της ταινίας, μετά τη χημεία του διδύμου, που αναδεικνύει τους χαρακτήρες τους και δημιουργεί μια εξαίσια ατμόσφαιρα στον ακροατή / θεατή καθιστώντας την ιστορία μια ενδεχόμενη πιθανότητα που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα αύριο. Με αυτόν τον τρόπο, η λιτή και απέριττη σκηνοθεσία, η εξαιρετικά καθημερινή και ανθρώπινη πλοκή και κυρίως το δέσιμο των πρωταγωνιστών (κινηματογραφικό και μουσικό – άλλωστε υπήρξαν και ζευγάρι στην πραγματικότητα) κατέστησαν σιγά σιγά το έργο πολύ γνωστό στο ευρύ κοινό (φτάνοντας έως και τα Όσκαρ με την υποψηφιότητα καλύτερου τραγουδιού για το














