Delia Derbyshire
Γιάννης Παπαϊωάννου

   

Το 1940, η Luftwaffe βομβάρδιζε το Κόβεντρι επί έντεκα συνεχόμενες ώρες. Η Delia Derbyshire ήταν μόλις τριών ετών. Ενώ οι περισσότεροι άκουγαν τον τρόμο, εκείνη μάλλον άκουγε κάτι άλλο. Τις σειρήνες που έσκιζαν τον αέρα σαν ανθρώπινες φωνές, ή τον ατελείωτο βόμβο των κινητήρων, τις παράξενες, σχεδόν εξωγήινες συχνότητες που σκέπαζαν τον ουρανό όσο η πόλη καιγόταν. Μέσα στα ερείπια άκουσε έναν ήχο που δεν μπορούσε ακόμη να ονομάσει. Ένα ηλεκτρονικό τοπίο που κανένα μουσικό όργανο δεν μπορούσε να παράγει. Πέρασε ολόκληρη τη ζωή της προσπαθώντας να τον ξαναβρεί.

Γεννημένη το 1937 σε μια εργατική οικογένεια του Κόβεντρι, μεγάλωσε ανάμεσα σε αριθμούς και νότες, χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνεται ότι ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους. Ήταν από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους που βλέπουν μαθηματικές εξισώσεις μέσα στη μουσική και μουσική μέσα στις εξισώσεις. Το 1956 πέτυχε κάτι σχεδόν αδιανόητο για μια κοπέλα της μεταπολεμικής Βρετανίας: έγινε δεκτή τόσο στην Οξφόρδη όσο και στο Κέμπριτζ. Επέλεξε το δεύτερο και αποφοίτησε με πτυχία στα μαθηματικά και τη μουσική, αποφασισμένη να δημιουργήσει ήχους που δεν είχαν υπάρξει μέχρι τότε.

Η πρώτη πόρτα, όμως, έκλεισε απότομα. Η Decca Records της απάντησε ότι δεν προσλάμβανε γυναίκες στα στούντιο ηχογράφησης. Χωρίς εξηγήσεις. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκείνη, όμως, δεν επέμεινε στην ίδια πόρτα. Βρήκε μια άλλη. Το 1960 μπήκε στο BBC ως trainee studio manager και δύο χρόνια αργότερα κατάφερε, σχεδόν με πείσμα, να μεταφερθεί στο Radiophonic Workshop.

Το εργαστήριο έμοιαζε περισσότερο με χημείο παρά με μουσικό στούντιο. Δεν υπήρχαν synthesizers. Υπήρχαν γεννήτριες συχνοτήτων, μαγνητοταινίες, ψαλίδια και ξυραφάκια. Η Delia έκοβε τον ηχογραφημένο χρόνο σε μικροσκοπικά κομμάτια, συναρμολογώντας ξανά τους ήχους σαν μαθηματικά θεωρήματα. Επιβράδυνε καταγραφές μέχρι να χάσουν κάθε σχέση με την πηγή τους, στοίβαζε συχνότητες την μια πάνω στην άλλη, αξιοποιούσε την αντήχηση ενός μεταλλικού φωτιστικού ή την ακουστική ενός άδειου δωματίου σαν πρώτη ύλη. Κάθε σύνθεση ήταν φτιαγμένη στο χέρι, εκατοντάδες κολάζ μαγνητοταινίας τη φορά, με την ακρίβεια μιας μαθηματικού και τη διαίσθηση ενός ανθρώπου που είχε μάθει από παιδί να ακούει μουσική εκεί όπου οι υπόλοιποι άκουγαν μόνο θόρυβο.

Το 1963, ο συνθέτης Ron Grainer εμφανίστηκε στο Radiophonic Workshop κρατώντας μια μόνο σελίδα χαρτί. Ήταν η μελωδία για τους τίτλους μιας νέας τηλεοπτικής σειράς επιστημονικής φαντασίας του BBC, του Doctor Who. Δεν της ζήτησε να την ενορχηστρώσει. Της ζήτησε να τη μεταφράσει σε κάτι που δεν υπήρχε ακόμη. Έτσι, η Delia δεν εκτέλεσε μια παρτιτούρα, αλλά αυτό που έκανε ήταν να επινοήσει έναν καινούργιο τρόπο να ακούγεται ο χρόνος. Με μαγνητοταινίες, ταλαντωτές και αμέτρητες ώρες χειρωνακτικής επεξεργασίας, κατασκεύασε έναν ήχο που έμοιαζε να έρχεται ταυτόχρονα από το μέλλον και από μια εποχή πριν από την ιστορία. Όταν ο Grainer άκουσε το αποτέλεσμα, έμεινε σιωπηλός. «Το έγραψα πραγματικά εγώ αυτό;», τη ρώτησε. Η Delia χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα. «Το μεγαλύτερο μέρος του», απάντησε.

Ο Grainer ζήτησε από το BBC να εμφανιστεί και το δικό της όνομα στους τίτλους. Η απάντηση ήταν αρνητική. Ήταν υπάλληλος του οργανισμού και οι κανόνες έλεγαν ότι οι υπάλληλοι δεν πιστώνονταν ως δημιουργοί για έργα που παρήγαν εντός του BBC. Ακόμη και όταν εκείνος προσπάθησε να μοιραστεί μαζί της τα δικαιώματα, η γραφειοκρατία στάθηκε ξανά εμπόδιο. Έτσι, στις 23 Νοεμβρίου 1963, το θέμα του Doctor Who ακούστηκε για πρώτη φορά σε εκατομμύρια σπίτια. Το όνομα της γυναίκας που του είχε δώσει ζωή δεν εμφανίστηκε πουθενά. Για δεκαετίες, εκατομμύρια άνθρωποι αναγνώριζαν εκείνες τις πρώτες νότες χωρίς να γνωρίζουν ποιος είχε ανακαλύψει τη γλώσσα που μιλούσαν.

Τα επόμενα έντεκα χρόνια η Delia δημιούργησε μουσική και ηχητικά τοπία για περισσότερες από διακόσιες παραγωγές του BBC. Συνεργάστηκε με τη Yoko Ono, βρέθηκε δίπλα στον Paul McCartney και τον Ιταλό συνθέτη Luciano Berio, πειραματίστηκε με ιδέες που η εμπορική μουσική θα ανακάλυπτε μία ή και δύο δεκαετίες αργότερα. Κι όμως, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της δουλειάς παρέμεινε ανώνυμο, κρυμμένο πίσω από το όνομα ενός ιδρύματος που απορροφούσε τη δημιουργία των ανθρώπων του. Στις αρχές της δεκαετίας του '70, τα πρώτα οικονομικά synthesizers άρχισαν να αντικαθιστούν αυτό που εκείνη είχε μάθει να κάνει με ξυραφάκια και αμέτρητα μέτρα μαγνητοταινίας. Το εργαστήριο που κάποτε έμοιαζε με ανοιχτό σύμπαν πειραματισμού μετατρεπόταν σταδιακά σε κάτι ξένο. Το 1973 έφυγε από το BBC, κουρασμένη, απογοητευμένη και με την αίσθηση ότι ένα μεγάλο μέρος της ζωής της είχε αποδοθεί σε άλλους. Δύο χρόνια αργότερα σταμάτησε να συνθέτει εντελώς.

Η γυναίκα που είχε διδάξει στις μηχανές πώς να ονειρεύονται βρέθηκε να εργάζεται ως χειρίστρια ασυρμάτου σε αγωγό φυσικού αερίου, αργότερα σε γκαλερί και στη συνέχεια σε βιβλιοπωλείο. Περνούσε ανάμεσα σε ανθρώπους που σιγοτραγουδούσαν άθελά τους έναν κόσμο που εκείνη είχε εφεύρει, χωρίς να αναγνωρίζουν το πρόσωπό της. Σαν να είχε συμβεί αυτό που συμβαίνει συχνά με τους πραγματικούς πρωτοπόρους. Να γίνουν τόσο βαθιά μέρος του μέλλοντος, ώστε το ίδιο το μέλλον να ξεχάσει το όνομά τους.

Σταδιακά, η σιωπή άρχισε να την καταπίνει. Το αλκοόλ έγινε ένας αργός συνομιλητής και η μουσική απομακρύνθηκε από τη ζωή της, σαν να είχε ολοκληρώσει έναν κύκλο που ο κόσμος δεν είχε καταλάβει. Κι όμως, όσο εκείνη εξαφανιζόταν από το προσκήνιο, οι απόηχοι της δουλειάς της πολλαπλασιάζονταν.

Στα τέλη της δεκαετίας του '70 συνεργάστηκε για ένα διάστημα με τον Martin Hannett, τον παραγωγό που θα καθόριζε τον ήχο των Joy Division, των Buzzcocks και μιας ολόκληρης εποχής. Ο Hannett καταλάβαινε όσο λίγοι ότι ο ήχος δεν είναι μόνο αυτό που ακούγεται, αλλά και ο χώρος ανάμεσα στους ήχους. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι αναγνώρισε στη Delia: μια γυναίκα που είχε ήδη μετατρέψει το στούντιο σε μουσικό όργανο, πολύ πριν αυτό γίνει κοινός τόπος στη σύγχρονη παραγωγή. Την ίδια στιγμή, μια νέα γενιά μουσικών μεγάλωνε μέσα στον κόσμο που εκείνη είχε χτίσει χωρίς να το γνωρίζει. Ο Richard D. James, γνωστός ως Aphex Twin, μιλούσε για τη Delia Derbyshire σαν μία από τις καθοριστικές επιρροές του. Το ίδιο οι Portishead. Το ίδιο οι Orbital. Ολόκληρη η ηλεκτρονική μουσική των επόμενων δεκαετιών περπατούσε πάνω σε μονοπάτια που εκείνη είχε ανοίξει με ψαλίδια, κολλητική ταινία και μαγνητοταινίες. Και όμως, οι περισσότεροι αγνοούσαν ότι η γυναίκα που είχε αλλάξει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο ακούμε το μέλλον ζούσε ακόμη, εργαζόταν σε ένα βιβλιοπωλείο στην αγγλική επαρχία και κουβαλούσε μια ιστορία που σχεδόν κανείς δεν είχε φροντίσει να αφηγηθεί.

Πέθανε στις 3 Ιουλίου 2001, σε ηλικία εξήντα τεσσάρων ετών, από νεφρική ανεπάρκεια.

Λίγο αργότερα, φίλοι της ανέβηκαν στη σοφίτα του σπιτιού της στο Northampton. Ανάμεσα σε κουτιά δημητριακών βρήκαν 267 μαγνητοταινίες. Ήταν σχεδόν ολόκληρη η ζωή της, αποθηκευμένη στο σκοτάδι σαν να περίμενε υπομονετικά κάποιον να πατήσει ξανά το play. Οι ταινίες αποκαταστάθηκαν, καταγράφηκαν σε καταλόγους και αποκάλυψαν έργα που έμοιαζαν να έχουν φτάσει από δεκαετίες μπροστά. Ιδέες που η ηλεκτρονική μουσική πίστευε ότι είχε ανακαλύψει πολύ αργότερα υπήρχαν ήδη εκεί, ηχογραφημένες από μια γυναίκα που εργαζόταν αθόρυβα σε ένα υπόγειο του BBC. Η αναγνώριση ήρθε όταν πλέον δεν μπορούσε να την ακούσει. Το Πανεπιστήμιο του Κόβεντρι τής απένειμε τιμητικό διδακτορικό μετά θάνατον. Ένας δρόμος πήρε το όνομά της. Ένα πανεπιστημιακό κτίριο επίσης. Κι όμως, ίσως το σημαντικότερο μνημείο της να μην είναι ούτε μια πινακίδα ούτε ένα άγαλμα.

Είναι εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα του Doctor Who. Εξήντα και πλέον χρόνια μετά, εξακολουθούν να ακούγονται σαν μήνυμα από έναν τόπο που δεν υπάρχει ακόμη. Σαν ξυραφάκια που κόβουν τον χρόνο, σαν μαγνητοταινίες που αρνούνται να γεράσουν, σαν ένα παιδί που κάποτε άκουσε τις σειρήνες πάνω από μια φλεγόμενη πόλη και αποφάσισε ότι ακόμη και ο φόβος μπορεί να μετατραπεί σε μουσική.

Το όνομά της μπορεί να μην εμφανίστηκε ποτέ στους τίτλους. Αλλά το μέλλον συνεχίζει, τελικά, να μιλάει με τη δική της φωνή.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured