Aκολουθώντας το παράδειγμα του Paul Westerberg και του Tom Waits, o Frank Black κυκλοφορεί δύο album ταυτόχρονα (εξελίσσεται σε trend;), ηχογραφημένα σε δύο διαφορετικά sessions και με ελαφρώς διαφορετική διάθεση. Και τα δύο πάντως είναι ηχογραφημένα απευθείας, σε two-track tape, δηλαδή όχι overdubs, όλοι παίζουν ταυτόχρονα, με τη χημεία του group και το πόσο καλά γνωρίζουν τα τραγούδια, να παίζουν βασικό ρόλο.

Από τα δύο, το "Black Letter Days", είναι το πιο φιλόδοξο και σε διάρκεια και σε πολυσυλλεκτικότητα ήχων. Μπάσο, drums, πιάνο ή όργανο, ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα και περιστασιακό pedal steel θέτουν την οργανική βάση του.

Το δισκάκι ανοίγει με μια διασκευή στο "Black Rider" του Tom Waits, με την κλασική punk ενέργεια των Pixies, ενώ το ομώνυμο του album, τα "California Bound" και "Chip Away Boy", μαζί με τα πιο αργά, σκοτεινά, μελωδικά κομμάτια, όπως τα "Cold Heart of Stone", "How You Went so Far" και το κορυφαίο "End of Miles", συμπληρώνουν το πρώτο -αξιόλογο- μισό του album.

Από εκεί και πέρα όμως τα πράγματα δυσκολεύουν, καθώς βομβαρδιζόμαστε με 5 απανωτά fillers, ως το "Jane, the Queen of Love" που αρχίζει χαλαρά, δυναμώνει τους ρυθμούς του και εξελίσσεται σε ένα από τα πιο πιασάρικα κομμάτια των δύο album για να καταλήξει σε ένα σκοτεινό φινάλε. Ως το τέλος των 18 τραγουδιών μας περιμένει ένα παιχνιδιάρικο και κεφάτο "Whispering Weeds" και μια ακόμα super -και πιο surf- διασκευή στο "Black Rider" του Waits.

Το "Devil's Workshop" είναι πιο upbeat και rockin! Εδώ τον συνοδεύει μια μπάντα που περιλαμβάνει τον ex-Pixie Joey Santiago και τους πρώην επιβάτες στο Captain Beefheart βαγόνι, Morris Tepper και Eric Drew Feldman. Την τιμητική τους έχουν συντηρητικά, μα πιασάρικα country rockers για τον Elvis, το Texas, τις γυναίκες, το whiskey και την ελευθερία του δρόμου. Tα τραγούδια μοιάζουν απλά στην κατασκευή τους με τις κιθάρες να σολάρουν διαρκώς και τη μπάντα να κάνει ολοφάνερα το κέφι της, μεταδίδοντάς το και στον ακροατή.

Το καλό και κακό ταυτόχρονα με το "Devil's Workshop" είναι ότι δεν υπάρχουν μεγάλα σκαμπανευάσματα. Μιλάμε για 33 λεπτά κομματιών που ακούγονται ευχάριστα, χωρίς όμως πουθενά να εντυπωσιάζουν. Αν έπρεπε να επιλέξουμε κάποια από αυτά, σίγουρα θα βάζαμε την επανεκτέλεση ενός b-side των Pixies, με τίτλο "Velvety Instrumental", εδώ με στίχους ως "Velvety". Διάθεση στο full και Surfer Rosa-ειδή φωνητικά μας δίνουν ένα από τα highlights του δίσκου, που μαζί με τα "His Kingly Cave", "Bartholomew", "Modern Age", "Whiskey in your shoes" και το "Fields of Marigold", στέκονται σε λίγο υψηλότερα standards. Στα υπόλοιπα, υπάρχει η αίσθηση του ατελούς, αν και ποτέ δεν φτάνουν σε κάτω του μετρίου επίπεδα.

Μπάσο, drums, μια ακουστική και δύο ηλεκτρικές κιθάρες, συνιστούν τα πιο απλά οργανικά συστατικά του "Devil's Workshop" και αναδύουν περισσότερο τη live μυρωδιά απ'ότι στο "Black Letter Days".

Ο κύριος Black Francis επέστρεψε γεμάτος road songs. Rootsy, σκοτεινά tunes, με ρίζες στους Stooges, κι ακόμα πιο κοντά στο κολλεγιακό rock που εφήυρε 15 χρόνια πριν με τους Pixies, αλλά και αναφορές στο γράψιμο του Jonathan Richman, στο early '70s γράψιμο των Stones και φυσικά την (alt... χμμ..) country. Είναι κομμάτια χαλαρά, που θα αποτελούσαν ιδανική συνοδεία σε ένα ταξίδι σε ένα τεράστιο, άδειο δρόμο, το μάτι να χαζεύει και το μυαλό να ταξιδεύει.

Τέλος, ίσως να φαίνεται κλισέ, αλλά επιλέγοντας 8-9 κομμάτια από τα 18 του "Black Letter Days" και περίπου τα μισά από το "Devil's Workshop", θα μιλούσαμε τώρα για μια θριαμβευτική επιστροφή, ακόμα κι αν τα κομμάτια του δεν φέρνουν τίποτα νέο στους fans τους. Εμείς πάντως ήδη κάναμε την επιλογή μας και έχουμε έτοιμο το cdάκι...

Βάζουμε το κλειδί, ανοίγουμε τη μηχανή, πατάμε το play... Φύγαμε...

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured