search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Στηριγμένος στο πιάνο του και στα όσα αγαπά από τη μεγάλη ρομαντική παρακαταθήκη της λόγιας Δυτικοευρωπαϊκής μουσικής, «φωτίζει» ουσιαστικά και συγκινητικά την ποίηση του Λαπαθιώτη...

Label | ανεξάρτητη παραγωγή/Οδός Πανός τεύχος 173
Κυκλοφορία | 12/2016
Βαθμολογία | 7

Είχα χρόνια να ακούσω δουλειά του Αναστάσιου Καρποδίνη, του πιανίστα και συνθέτη που βρίσκεται πίσω από το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Anastazios –από το The Remains Of Shade του 2008, για την ακρίβεια. Δεν είμαι σίγουρος για το αν έχει κυκλοφορήσει και κάτι ακόμα στο μεταξύ, πάντως αυτό το καινούριο ΕΡ τον βρίσκει να έχει ωριμάσει όμορφα και ουσιαστικά, προχωρώντας την τέχνη του δίχως να απεμπολήσει τις ανησυχίες του: η διάρκεια της νέας του δουλειάς μπορεί να είναι μικρή, μα οι εντυπώσεις αποτυπώνονται πυκνές.

Αντικείμενό της, η ποίηση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ενός δημιουργού που τυχαίνει να αγαπώ ιδιαιτέρως. Περιττή αυτοαναφορά, θα μου πείτε, το λέω όμως γιατί ο Λαπαθιώτης δείχνει εύκολος ποιητής, μα δεν είναι: υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος πίσω από τα απλά του σχήματα, αλληλένδετος με την αντισυμβατική (ορισμένες φορές και αντιφατική) ζωή του, ο οποίος δεν αποκαλύπτεται εύκολα, αν δεν έχεις σκύψει με προσοχή πάνω από τις λέξεις και τις επιρροές του. Επιφανειακά, δηλαδή, μπορεί να φαίνεται σαν ένας ακόμα από τους μελό ρομαντικούς του Μεσοπολέμου. Στην πραγματικότητα, όμως, υπάρχει απελπισία πίσω από το «μελό»· και ο «θρήνος» δεν αφορά τόσο χαμένους ή ανεκπλήρωτους έρωτες, όσο την απώλεια πραγμάτων ιδανικών. Κάτι που ο Anastazios δείχνει να έχει κατανοήσει καλά, κρίνοντας από το ότι αφιερώνει τον Κήπο Που Έσβησε Κι Εχάθη στη μνήμη της μητέρας του.

Ήδη από το The Remains Of Shade είχε διαφανεί η μεγάλη ικανότητα του Καρποδίνη στις ενορχηστρώσεις, η οποία λάμπει κι εδώ. Το σύνολο κυριαρχείται από το πιάνο (παίζει ο ίδιος ο συνθέτης, εξαιρετικά) και το βιολί (καταπληκτικά τα χρώματα του Sergiu Nastasa), διαθέτει όμως και καίρια συμβολή από κοντραμπάσο (Γιώργος Βεντουρής), ενώ υπάρχει και ακορντεόν (Larysa Zhykhareva), διακριτικώς όμορφο. Από τα 5 συνολικά κομμάτια, 3 είναι μελοποιήσεις (τραγουδά ο Αλέξανδρος Βαλκανάς), ενώ 2 είναι οργανικά, εμπνευσμένα από τις λέξεις του Λαπαθιώτη.


Γενικά μιλώντας, ο Βαλκανάς δεν μου άρεσε. Τραγουδάει σωστά, διαθέτει συναίσθημα, έχει μάλιστα και κάτι από την εκφραστικότητα του Βασίλη Λέκκα στα πιο ήπια του. Νομίζω όμως ότι του διέφυγε ο Λαπαθιώτης. Ότι τον κοίταξε δηλαδή ως έναν ευαίσθητο δημιουργό μελοδραματικών ρομαντσάδων, χάνοντας τη μεγαλύτερη εικόνα –γι' αυτό και ευτυχέστερη στιγμή του είναι το "Τραγούδι" (γνωστό και ως το "Δρομάκι Το Παλιό", από μια παλιότερη μελοποίηση του Σταύρου Κουγιουμτζή).

Αντιθέτως, ο Anastazios έχει πλήρη επίγνωση αυτής της περαιτέρω διάστασης του λαπαθιωτικού έργου και δεν τη χάνει σε κανένα σημείο της διαδρομής. Είναι ένας συνθέτης με πιο καθαρή ματιά, συγκρινόμενος με τον δημιουργό του The Remains Of Shade, που δεν πελαγοδρομεί πια στο fusion με ηλεκτρονικά ή/και new age στοιχεία, μα στηρίζεται στο πιάνο του και στα όσα προφανώς αγαπά από τη μεγάλη ρομαντική παρακαταθήκη της λόγιας Δυτικοευρωπαϊκής μουσικής, ώστε να «φωτίσει» τον κόσμο του Λαπαθιώτη. Το πόσο το πετυχαίνει, το δείχνει πιο καθαρά απ' όλα το οργανικό "Αίνιγμα Βαθύ" (στίχος από το "Λυπήσου..."), το οποίο πετυχαίνει μέσα στα 6.21 λεπτά του να προσεγγίσει τον ποιητή με τον πιο ουσιαστικό και συνάμα αφοπλιστικό τρόπο, έστω κι αν δεν ακούγεται λέξη από το έργο του.