search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Δισκογραφικό ντεμπούτο που διαθέτει φαντασία, ζωντάνια, ευχέρεια να αλλάζει πρόσωπα, μα κι έναν κάπως ποπ αέρα, χωρίς όμως να καταφεύγει σε ευκολίες...

Label | Λουβάνα
Κυκλοφορία | 12/2016
Βαθμολογία | 7

Οι Σωτήρες είναι μία από εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες αρκεί απλά η ανάγνωση των ονομάτων των συντελεστών για να ψηθείς να στήσεις αυτί.

Ο Φώτης Σιώτας (βιολί, φωνή) και ο Κώστας Παντέλης (ηλεκτρική κιθάρα), με τις δικές τους ξεχωριστές πορείες ο καθένας (από τους Ευοί Ευάν στους Πίσσα & Πούπουλα και τους Ziggy Was), συγκατοικούν στο θαυμάσιο ντούο των Sancho 003 και είναι μέλη μιας ευρύτερης παρέας, που εναλλάσσεται την τελευταία δεκαετία σε διάφορες αξιόλογες ορχήστρες (στου Γιάννη Αγγελάκα, στου Θανάση Παπακωνσταντίνου και άλλων)· ο Λευτέρης Μουμτζής (μπάσο, ακουστική κιθάρα, πλήκτρα κ.ά.), με προσωπικές δουλειές ως J.Kriste, μέλος επίσης του Τρίο Τεκκέ και συνεργάτης του Μιχάλη Σιγανίδη· και ίσως ο λιγότερο γνωστός Βασίλης Μπαχαρίδης (τύμπανα, κρουστά), ο οποίος, εκτός από τις δικές του μπάντες (π.χ. τους Alzheimer Beat), έχει συνεργαστεί για χρόνια με τον Αγγελάκα (σε Επισκέπτες και Λύκους) και τον Γιώργο Χριστιανάκη. 

Το αποτέλεσμα, ακόμα κι αν μου πήρε κάποιο χρόνο να ευθυγραμμιστώ με τις συντεταγμένες του, μου φαίνεται αντίστοιχο των προσδοκιών. Διαθέτει φαντασία, ζωντάνια, ευχέρεια να αλλάζει πρόσωπα και κατευθύνσεις, καθώς και μία σχετικά άρτια οργανική επιτέλεση, η οποία μπορεί και αποδίδει τα απαιτούμενα, χωρίς ποτέ να το παρακάνει.


Ένα ακόμα σημαντικό προσόν του δίσκου είναι ότι καταφέρνει να διατηρεί έναν κάπως ποπ αέρα (με την έννοια ότι κρατάει απρόσκοπτη την πρόσβαση του ακροατή και της ακροάτριάς του), χωρίς να καταφεύγει σε ευκολίες και πασαλείμματα. Καταφέρνει, δηλαδή, να κάνει το σύνθετο να φαίνεται απλό, αντί να εμμένει στο απλό, κάνοντάς το τελικά απλοϊκό.

Το “Κοστίζει” είναι ένα καλό παράδειγμα επί τούτου. Στηρίζεται καταρχάς σε μία γεμάτη και πυκνή rhythm section, η οποία αντί να παραφορτώνει τα πράγματα, τους δίνει τελικά ένα εύστροφο, ευλύγιστο και εξωστρεφές γκρουβ. Μπορεί επίσης και φέρνει στο τραπέζι εκλεπτυσμένες αναφορές (ίσως λόγω προσωπικών κολλημάτων, σκέφτομαι τις ψυχεδελικές ευαισθησίες των Motorpsycho), ενώ ευεργετείται και από τη σχεδόν αυτονοήτως υποδειγματική συνεργασία των Σιώτα & Παντέλη στο μελωδικό σκέλος. Βάλτε κι ένα έξυπνα τονισμένο ρεφραίν το οποίο σου καρφιτσώνεται στο μυαλό («κοστίζει / αν την ηρεμία σου κουρδίζει / αν στις ανάσες σου μετρά / κι αν στις ευχές σου βρίζει») και έχετε ένα από τα ωραιότερα, ίσως, ελληνόφωνα τραγούδια του τελευταίου καιρού.

Ένα παρόμοιο γκρουβ τίθεται σε λειτουργία και σε άλλες στιγμές του δίσκου –στο εναρκτήριο “Τελώνια” για παράδειγμα, όπου αφήνεται να αναπνεύσει σε πιο χαλαρές και ανοιχτές ρυθμοδομές ή στο πιο ευθύβολο “Παράδοξο”. Δεν είναι όμως μόνο αυτό το γκρουβ που χαρακτηρίζει τον δίσκο. Μια εξαιρετική του στιγμή, φερ’ ειπείν, έρχεται εκεί που δεν την περιμένεις, στο μόνο ορχηστρικό κομμάτι, το ομιχλώδες “Τζακ”· μία άλλη, όταν η ονειρική διάθεση του “Παυσίλυπον” αφήνεται σε έναν υπέροχο μετεωρισμό και μία ακόμα στο μελωδικό “Πάντα Ξένοι”, στο οποίο –εκτός από τις παραπομπές στην παράδοση– μπορούμε να βρούμε και μία ιστορία που περιγράφει με απλά, απλούστατα λόγια, πώς και γιατί μια κοινωνία στοχοποιεί τον ξένο, τον Άλλον, τον διαφορετικό. Για να καταλήξει τελικά να ζει και η ίδια μέσα στην αποξένωση και στη φοβία (οι στίχοι ανήκουν στη Φωτεινή Λαμπρίδη). 

Η στιχουργική του δίσκου αναδεικνύεται κι εκείνη σε δυνατό χαρτί, καθώς καταφέρνει να αναφέρεται σε σοβαρά ζητήματα χωρίς να χάνει ποτέ την απλότητά της, την καυστική της διάθεση και το χιούμορ της. Κάνει, λοιπόν, εύστοχες παρατηρήσεις περί ζωής (π.χ. στο ρεφραίν του “Κοστίζει” ή στις περιγραφές του παραδόξου στο ομότιτλο κομμάτι), θίγοντας βεβαίως και τα κακώς κείμενα (π.χ. τον φόβο του Άλλου στο “Πάντα Ξένοι” ή την «πασοκίλα» και τον «κλαρινογαμπρισμό», αμφότερα σε αφθονία στην ελληνική κοινωνία –στο “Βλαχομπαρόκ”). Και νομίζω πως η ποιότητά της αρκεί για να καλύψει κάποιες αδυναμίες στη φωνή του Σιώτα, η οποία ναι μεν διαθέτει μια εκφραστική αμεσότητα, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις μού ακούγεται λιγάκι επίπεδη.

Αλλά και γενικότερα, ο δίσκος δεν είναι αψεγάδιαστος, έχει δηλαδή τις στιγμές στις οποίες χάνει κάπως το νεύρο και τον καλό του ρυθμό: η “Κοκκινοσκουφίτσα” ηχεί στα αυτιά μου ως ένα από τα λίγα τέτοια παραδείγματα. Άλλωστε μιλάμε για ένα σχήμα το οποίο δεν πρέπει να μετρά περισσότερο από έναν χρόνο ζωής, άρα είναι λογικό ακόμα να βρίσκεται σε μία γενικότερη αναζήτηση. Η φαντασία του, όμως, και η ανοιχτόμυαλη περιήγησή του σε διάφορες αναφορές και προσλαμβάνουσες, όχι μόνο καλύπτουν τις όποιες ατέλειες, μα εξασφαλίζουν και ότι η παραπάνω αναζήτηση θα είναι εξίσου δημιουργική και στο άμεσο μέλλον.