search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Κάπου πέτυχαν, κάπου αστόχησαν οι συγκεκριμένες μελοποιήσεις σε Κωστή Παλαμά, ευτύχησαν όμως να έχουν έναν ερμηνευτή που έδωσε ζωή ακόμα και στις πιο πεζές μελωδικές οδούς...

Label | Minos-EMI/Universal
Κυκλοφορία | 12/2016
Βαθμολογία | 6

Αν το όνομα του συνθέτη Λουκά Θάνου δεν σας λέει κάτι, είστε δικαιολογημένοι. Έπειτα από την κυκλοφορία του άλμπουμ Σάλπισμα (1978), στο οποίο ο Νίκος Ξυλούρης ερμήνευσε μελοποιήσεις του σε διάφορους ποιητές, ο Θάνος συνέχισε την καριέρα του στο εξωτερικό, με τα ενδιαφέροντά του να περιστρέφονται γύρω από τη σχέση της μουσικής με τον χορό, το θέατρο και την αρχαία ελληνική γραμματεία.

Επιστρέφοντας τώρα στο εγχώριο δισκογραφικό τοπίο, ο Λουκάς Θάνος ουσιαστικά πιάνει το νήμα από εκεί όπου το είχε αφήσει κοντά 40 χρόνια πριν. Καταπιάνεται δηλαδή και πάλι με την ποίηση, επιλέγοντας ως ερμηνευτή τον Γιάννη Χαρούλη, τον άτυπο διάδοχο του Αρχάγγελου της Κρήτης. Τούτη τη φορά είναι ο Κωστής Παλαμάς που κέντρισε το ενδιαφέρον του, και πιο συγκεκριμένα η γνωστή ποιητική σύνθεση Ο Δωδεκάλογος Του Γύφτου, 10 αποσπάσματα της οποίας παρουσιάζονται μελοποιημένα εδώ, μαζί με 2 άλλα ποιήματα (“Το Σπίτι Που Γεννήθηκα”, “Ο Διγενής Κι Ο Χάροντας”).

Από τα πρώτα λεπτά της ακρόασης, γίνονται άμεσα αντιληπτά κάποια βασικά στοιχεία που σχετίζονται με τη δημιουργία των τραγουδιών. Φαίνεται, κατ' αρχάς, ότι ο συνθέτης έγραψε έχοντας στον νου του τη φωνή του ερμηνευτή –τόσο μεγάλη είναι η προσαρμογή του όλου κλίματος του δίσκου στον κόσμο του Γιάννη Χαρούλη. Και δεν εννοώ μόνο τη φωνή του, την έκταση και τους τρόπους της, αλλά και το όλο ηχητικό κλίμα μέσα στο οποίο τον μάθαμε και τον έχουμε συνηθίσει. Εν ολίγοις, μοιάζει τούτο το άλμπουμ φτιαγμένο πρώτα ως η νέα δισκογραφική κατάθεση του δημοφιλούς καλλιτέχνη, και έπειτα ως οτιδήποτε άλλο.


Τα παραπάνω δεν σημαίνουν, φυσικά, ότι οι λέξεις του Παλαμά μπαίνουν εδώ σε δεύτερη μοίρα ή ότι κακοπέφτουν. Ίσα-ίσα, ο Θάνος έχει προσέξει πολύ στη μελοποίηση: φροντίζει να βρίσκεται εντός του κλίματος του εκάστοτε αποσπάσματος, και πετυχαίνει (στο μεγαλύτερο ποσοστό) την αρμονική συνύπαρξη λόγου και μελωδίας. Πετυχαίνει, επίσης, να φτιάξει έναν δίσκο ο οποίος διατηρεί τη συνοχή του –αν και ενίοτε αποδεικνύεται κάπως ...ασφυκτική– όντας ταυτόχρονα ιδιαίτερα προσβάσιμος στον μέσο ακροατή.

Νομίζω, όμως, ότι ο συνθέτης χάνει το βασικό στοίχημα που εκ των πραγμάτων τίθεται για κάθε ανάλογο εγχείρημα: αυτό της απόσπασης του προς μελοποίηση κειμένου από την εποχή που το γέννησε και της «επαναφοράς» του στο σήμερα. Ο Δωδεκάλογος Του Γύφτου διανύει ήδη τη 2η εκατονταετία του, και θεωρείται από πολλούς (ενδεχομένως δίκαια) κύκλος παρωχημένος, από άποψη γλωσσική και τεχνοτροπική.

Από την άλλη, τα επιλεγμένα αποσπάσματα μοιάζουν να μας αφορούν, όχι φυσικά λόγω ...προφητικών ικανοτήτων του ποιητή, μα εξαιτίας κάποιων ομοιοτήτων των σημερινών συνθηκών με εκείνες της εποχής του. Ο τρόπος ωστόσο με τον οποίο αντιμετωπίζονται, με άντληση σχεδόν αποκλειστικά από τη ...βαθιά παράδοση της εγχώριας μελωδίας, και με ανάλογη –και διαχρονικά πολυχρησιμοποιημένη στα μέρη μας– ενορχηστρωτική λογική (κρητική λύρα, λαούτο, κλαρίνο, γκάιντα, με ολίγη από ηλεκτρική κιθάρα), ουσιαστικά αδυνατεί να αποσπάσει τα λόγια του Παλαμά από τον παλιακό κόσμο τους.

Αν κάπου αληθινά ευτυχεί το όλο εγχείρημα είναι στο πώς το ερμηνευτικό κομμάτι ενσαρκώνει τον συνιστάμενο στόχο ποιητή και συνθέτη. Όχι εξαιτίας, αλλά παρά το δεδομένο του πολύ οικείου στον ίδιο κλίματος, ο Χαρούλης παραδίδει ρεσιτάλ, δείχνοντας ότι νιώθει ιδιαίτερη συγγένεια με το συγκεκριμένο υλικό. Ειδικά στα τραγούδια όπου η ενορχήστρωση υποχωρεί, αφήνοντάς τον μόνο με το λαούτο του (“Το Σπίτι Που Γεννήθηκα”, “Κοσμοπλάστρα Μουσική”, “Το Παραμύθι Του Αδάκρυτου”, “Χτύπα Δοξάρι”), δίνει ρέστα με τη θεατρικότητα και την ευθραστότητα της εκφοράς του, δωρίζοντας ζωή ακόμα και σε πολύ πεζές μελωδικές οδούς. Αποδεικνύοντας, έτσι, ότι είναι ένας σπουδαίος και πολυπρόσωπος ερμηνευτής. Ο οποίος, βέβαια, βρίσκεται (είτε το ξέρει, είτε όχι) σε αναζήτηση ρεπερτορίου που θα τον βοηθήσει να αναδειχθεί σε καλλιτεχνική οντότητα επιδραστική, και όχι απλώς επικαιρική.

Είναι, φρονώ, αξιόλογος δίσκος ο συγκεκριμένος, αλλά όχι σπουδαίος, από τη στιγμή που τα όσα είχε να κερδίσει (ή να χάσει) ήταν πάνω-κάτω προδιαγεγραμμένα. Βάσει δηλαδή των επιλογών του Θάνου, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι η προσπάθειά του να επαναφέρει την ποίηση του Παλαμά στο προσκήνιο θα γινόταν κυρίως με όρους μουσικής επικαιρότητας και όχι ως αφορμή για ένα έργο με ευρύτερες καλλιτεχνικές (και άλλες) τομές/επιδράσεις.

Ακόμα κι αυτή η επικαιρότητα, βέβαια, μένει να δούμε για πόσο μπορεί να κρατήσει. Να δούμε, δηλαδή, αν ο Γιάννης Χαρούλης θα επιμείνει στο υλικό του δίσκου κι αν θα καταφέρει να συντονίσει με αυτό τις ορδές θαυμαστών του που κατακλύζουν τους Λυκαβηττούς για χάρη του.

Εδώ που τα λέμε, είναι κι αυτό ένα πολύ ενδιαφέρον στοίχημα.