search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

 

Τον προσεγγίζουμε απ’ την πλευρά του J. Kriste, Master of Disguise, και λόγω της πρόσφατης κυκλοφορίας του (περίφημου) The Age Of Now και λόγω της επικείμενης τριπλής επίσκεψής του στα μέρη μας –σε Αθήνα (Τετάρτη 15/5, Six d.o.g.s.), Πάτρα (Πέμπτη 16/5, Θέατρο Αγορά) και Θεσσαλονίκη (Σάββατο 18/5 Gaia Live). Ωστόσο ούτε ο Λευτέρης Μουμτζής, ούτε εμείς, αρκούμαστε σ’ αυτά, δεδομένης μεταξύ άλλων και της πολυπραγμοσύνης του...

The Age Of Now, λοιπόν. Είναι τόσο σημαντική όσο θέλουμε να πιστεύουμε η σχέση της δημιουργίας με το «τώρα»; Δεν συνιστά ένα «τώρα» από μόνος του κάθε δίσκος, καλή ώρα;

Κατά τη δική μου άποψη τo «τώρα» περικλείει μία ένταση, παρατήρηση χωρίς κριτική και εστίαση στον εσωτερικό εαυτό. Κατ’ επέκταση, απελευθερώνει τη συνείδηση. Η αναφορά στην εποχή του «τώρα», είναι αναφορά σε μια εποχή όπου συμβαίνουν τα πιο πάνω, όπου ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τα δεσμά του χρόνου, της ιστορίας, της ενοχής, του φόβου και δημιουργεί. Πιστεύω πως η τέχνη γενικότερα –περισσότερο από ποτέ– οφείλει να «σπρώξει» τη συλλογική συνείδηση έξω από τον φαύλο κύκλο μέσα στον οποίο περιστρέφεται εδώ και εκατοντάδες χρόνια, έτσι ώστε το ανθρώπινο είδος να μπορέσει να επιστρέψει στην πραγματική του φύση.  

Η δημιουργική σου λογική φαίνεται αμιγώς συνεργατική. Μάλιστα, για το The Age Of Now ορισμένοι παλαιότεροι συνεργάτες πλαισιώθηκαν από καινούργιους. Πέραν της φιλίας και του αλληλοσεβασμού, προσκάλεσες κάποιους έχοντας συγκεκριμένα πράγματα στο μυαλό σου για το τι μπορούν να συνεισφέρουν;

Πολλές φορές μεγάλο ρόλο παίζει και το ποιος είναι τριγύρω εν καιρώ ηχογραφήσεων. Σίγουρα κλήθηκαν μουσικοί, όχι μόνο λόγο φιλίας αλλά και προσωπικότητας και προσωπικού στυλ. Για παράδειγμα, αντιμετωπίζαμε ένα θέμα με τα τύμπανα του “The City That Rules Our Minds”, όπου τελικά έπαιξε ο εξαιρετικός Dave De Rose, τον οποίο ηχογράφησα σε ένα στούντιο στο Λονδίνο. Όπως και τη Noura Sanatian την οποία κάλεσα για τον ιδιαίτερο της ήχο στο βιολί, αφού την άκουσα να μελετά στο σπίτι της. Τον Χάρη Λαμπράκη τον είχα για πολύ καιρό στο μυαλό για ένα συγκεκριμένο σόλο στο “Destined For Greatness”, μέχρι που βρεθήκαμε στην Κύπρο και ήρθε και έγραψε. Και ήταν μαγικό!  

Kristedisg_2

Τον Οκτώβρη του ’09, σε μια άλλη συνέντευξη υπό τη σκέπη του Avopolis, δήλωνες πως η σύνδεση της μουσικής σου με την τοπικότητα δεν αποτελούσε (ενσυνείδητο) ζητούμενο. Σήμερα, ακόμα και το θεωρητικό πρόταγμα του νέου άλμπουμ είναι αυτή η (εσωτερική) σύγκρουση μεταξύ παγκοσμιοποίησης και εντοπιότητας. Αλλαγή οπτικής, μετασχηματισμός της, τι;

Η εσωτερική σύγκρουση μεταξύ παγκοσμιοποίησης και εντοπιότητας –την οποία αντιλαμβάνομαι πως επισήμανες διαβάζοντας το δελτίο τύπο – δεν αναφέρεται στη μουσική υφολογία του δίσκου, αλλά στη στιχουργική θεματολογία του. Είναι ένας αναπόφευκτος προβληματισμός για τη σημερινή παγκόσμια κοινωνία. Υφολογικά, το The Age Of Now παίρνει τη σκυτάλη από τον προηγούμενο δίσκο και πάει ένα βήμα πάρα πέρα. Όταν το 2009 έλεγα ότι η σύνδεση μου με την τοπικότητα δεν αποτελούσε ζητούμενο, το εννοούσα σε ηχητικό επίπεδο. Ήταν μάλλον ένα ασυνείδητο ζητούμενο.  

Υφίστανται πρακτικοί λόγοι γι’ αυτή την αλλαγή; Έχοντας ζήσει στο εξωτερικό, σου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση πως για να ακουστείς πρέπει να διαφοροποιηθείς απ’ την ποπ/ροκ τυπικότητα;

Όταν ζεις στο εξωτερικό –και ιδιαίτερα στο Λονδίνο– νομίζω πως συμβαίνει το αντίθετο. Για να ακουστείς πρέπει να ανήκεις στο κίνημα που πλασάρεται την εκάστοτε εποχή. Να είσαι «in» δηλαδή• τα «διαφορετικά» δυσκολεύονται. Νομίζω το να προσπαθείς να είσαι διαφορετικός δεν πολυπερνά. Πραγματικά δεν έχω καταλάβει τι χρειάζεται τελοσπάντων για περάσει αυτό που κάνεις εκεί πέρα. Έχω πολλούς φίλους με απίστευτες μπάντες και πρότζεκτ στο Λονδίνο, που εξακολουθούν μετά από τόσο χρόνια –οι περισσότεροι τουλάχιστον– να είναι στην αφάνεια. Τελικά, το μόνο που δουλεύει είναι να έχεις πολύ καλές διασυνδέσεις. Δεν τρέφω καμία εκτίμηση για το γούστο των «scene-setters» της Αγγλίας στη μουσική. Κάνουν, συστηματικά, πολλή φασαρία για μετριότητες και αγνοούν διαμάντια.  

Kristedisg_3

Εικάζω δηλαδή πολύ λάθος αν πω ότι στην Αγγλία υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους Τρίο Τεκκέ (δίχως να υπονοώ σε καμία περίπτωση πως τα κριτήρια είναι ποιοτικά);

Έχεις απόλυτο δίκαιο. Έχει φυσικά να κάνει με την «εξωτικότητα» που αποπνέει αυτός ο ήχος και το γεγονός ότι το γκρουπ υποπίπτει σε μια κατηγορία «world music», ένα πολύ γενικευμένο είδος με μεγάλη απήχηση στο αγγλικό κοινό. Φυσικά, το ότι οι Τρίο Τεκκέ είναι ένα γκρουπ το οποίο κάνει πολύ καλά αυτό που κάνει, παίζει επίσης τον ρόλο του.  

Ως έναν βαθμό, λειτουργεί ο μουσικός στα πλαίσια μιας ψευδαίσθησης ανεξαρτησίας και ατομικότητας; Τελικά πόσο ατομικό είναι εκείνο το «αυτό μου αρέσει, αυτό παίζω», είτε εντός μιας τοπικής κουλτούρας, είτε στο παγκόσμιο ποπ/ροκ χωριό;

Θα απαντήσω θεωρώντας ότι μιλάς για τη δικιά μου περίπτωση. Ανεξαρτησία υπάρχει, επειδή δεν υπάρχει κάποιος να μου υποβάλει τι να γράψω, τι να παίξω ή τι να ηχογραφήσω. Αυτό φέρνει κάποια ευφορία στο δημιουργικό επίπεδο, αλλά, ταυτόχρονα, τρομερή αβεβαιότητα στο επαγγελματικό επίπεδο. Ατομικότητα υπάρχει μέχρι ένα σημείο, μέχρι που τη διαδέχεται η συλλογικότητα κατά την υλοποίηση των ιδεών. Τέτοιες έννοιες κινδυνεύουν συχνά να αποδειχθούν ψευδαισθήσεις, ενόσω ο μουσικός δεν έχει πλήρη αντίληψη του τι είναι αυτό που επιδιώκει να βγάλει προς τα έξω. Θεωρώ ότι  ένα έργο είναι ατομικό όταν εκφράζεται μέσα από ένα ειλικρινές και ιδεώδες πρίσμα, ανεξαρτήτως του βαθμού της αποδοχής ή αναγνωρισιμότητας της οποίας μπορεί να τύχει.  

Έχει νόημα να τίθεται το παραπάνω ερώτημα;

Ζούμε στην εποχή του DIY στη μουσική. Οπότε είναι γεγονός ότι πολλοί μουσικοί κάνουν ακριβώς ό,τι γουστάρουν και, αν είναι έξυπνοι ή λίγο τυχεροί, τα βγάζουν πέρα και καταφέρνουν να ζήσουν από αυτό. Το πόσο αληθινό είναι το αποτέλεσμα, είναι ένα άλλο ζήτημα. Δεν πιστεύω πάντως ότι με το παραπάνω ερώτημα μπορούμε να φτάσουμε σε κάποιο ουσιώδες συμπέρασμα που να αφορά στη μουσική δημιουργία. Ο λόγος είναι ότι το ερώτημα παρασύρει σε μονοπάτια τα οποία έχουν να κάνουν με την ιδέα της μουσικής βιομηχανίας, που τη θεωρώ αρκετά απόμακρη από τις πραγματικές αξίες της μουσικής.  

Σε μια άλλη συνέντευξη, ο Elliot Sharp δήλωσε (μέσες άκρες) πως δουλεύει εκ παραλλήλου διάφορα πρότζεκτ, καθώς έτσι του παρουσιάζονται λύσεις σε προβλήματα που δεν γνώριζε καν πως υπήρχαν. Σου συμβαίνει κάτι ανάλογο μεταξύ J. Kriste και Τρίο Τεκκέ;

Δεν είμαι σίγουρος σε ποιου είδους προβλήματα αναφέρεται ο Sharp και πώς τα λύνει. Φαντάζομαι ότι μπορεί να είναι επικοινωνιακά, με συνεργάτες στα διάφορα πρότζεκτ. Πράγματι, οι ποικίλες συνεργασίες μπορούν να δώσουν κάποιες λύσεις σε τέτοια θέματα. Εμένα νιώθω ότι μου κάνει καλό να βγαίνω από ένα συγκεκριμένο δημιουργικό πλαίσιο: με βοηθά να αναθεωρώ όσα κάνω, αλλά και τη στάση μου απέναντι σε όλα αυτά.  

Και γενικά, πώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους οι δημιουργικές σου υποστάσεις; Ξέρεις, κάποιοι δηλώνουν πως τα πρότζεκτ τους είναι εντελώς ανεξάρτητα, λες και πατάνε ένα κουμπί και μεταμορφώνονται σε άλλους ανθρώπους…

Η μουσική σε οδηγεί στο να γίνεις αυτός ο άλλος άνθρωπος στον οποίον αναφέρεσαι, μέσω των κραδασμών που εκπέμπει. Επίσης, οι ενέργειες των ανθρώπων με τους οποίους συνδημιουργείς και φυσικά η γενική σου ψυχολογική κατάσταση. Κάποια πρότζεκτ για μένα είναι ανεξάρτητα, με την έννοια ότι εμπεριέχουν διαφορετικούς μουσικούς/άτομα. Κάποια είναι συγγενικά γιατί περιέχουν κοινούς μουσικούς. Άλλωστε ζούμε (κυρίως) στην Κύπρο. Το υλικό, όμως, είναι εκείνο που κάνει τη διαφορά.  

Κανένα νέο πρότζεκτ στα σκαριά; Είναι ολίγον δύσκολο να σε προλάβουμε βλέπεις… Και με τη Λουβάνα τι γίνεται για το 2013;

Κάποια νέα πρότζεκτ υπάρχουν. Τώρα για δισκογραφία δεν μπορώ να ξέρω σε αυτό το στάδιο. Για παράδειγμα, ένα πρότζεκτ που βρίσκεται στο στάδιο της εξερεύνησης είναι οι Plain History, μια κολεκτίβα περιστρεφόμενη γύρω από μένα στο μπάσο και τον Χρίστο Χατζηχρίστου στα αναλογικά συνθεσάιζερ. Παίζουμε κυρίως ambient μουσική, αυτοσχεδιαστικά. Χρησιμοποιούμε επίσης drum machines και λούπες. Στο φετινό Loop Festival στη Λευκωσία παρουσιάσαμε ένα κομμάτι με αφήγηση στα κυπριακά και φλάουτο. Εύχομαι ότι θα παραμείνει στην εξερεύνηση… Η Λουβάνα έχει επίσης 2-3 ενδιαφέρουσες δισκογραφικές προτάσεις στα υπ' όψιν. Προς το παρόν επικεντρωνόμαστε στο καλοκαιρινό μας φεστιβάλ, το “Φέγγαρος”.

Φωτογραφίες: Χρίστος Χατζιχρίστος, Παναγιώτης Μηνάς