search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Ως μονάδες μπορεί να τους είχαμε συναντήσει στα credits διαφόρων δίσκων, αλλά ως σύνολο τους γνωρίσαμε το 2010 με το εξαιρετικό ντεμπούτο τους, Θέα. Εξίσου αξιόλογο είναι όμως και το φετινό τους άλμπουμ, Μετέωρα. Με αυτό το τελευταίο ως αφορμή, αλλά και την επικείμενη εμφάνισή τους στο κελάρι του Athenaum (την επόμενη Πέμπτη, 9 Μαΐου) συναντηθήκαμε κάπου στα Εξάρχεια και κάναμε μια μακρά, εφ’ όλης της ύλης, κουβέντα. Παρόντες οι Χάρης Λαμπράκης (νέι), Δημήτρης Θεοχάρης (πιάνο) και Νίκος Σιδηροκαστρίτης –απουσίαζε μόνο ο τέταρτος της παρέας, ο μπασίστας Δημήτρης Τσεκούρας...

Πότε και πώς ξεκίνησε το κουαρτέτο;

Χ. Λ.: Γνωριζόμασταν με τον Νίκο και με τον Δημήτρη επειδή είχαμε παίξει όλοι μας με τον Haig Yazdjian. Στα τέλη του 2005 είπαμε λοιπόν με τον Νίκο να βρεθούμε, να δούμε κάποια κομμάτια, μετά είπαμε στον Δημήτρη και στον Αλέξανδρο Παρασκευόπουλο, ο οποίος πέθανε πριν ένα χρόνο και κάτι: παίξαμε έναν χρόνο μαζί του και μετά έφυγε, αλλά μάς σύστησε τον Λύδιο Δάμη, που έπαιξε στο Θέα. Μ' εκείνον παίξαμε 2-3 χρόνια, έπειτα έφυγε στην Αγγλία και ήρθε στη θέση του ο Χρυσόστομος Μπουκάλης. Έφυγε κι αυτός όμως, και για έναν χρόνο περίπου παίζαμε ως τρίο, ώσπου ήρθε ο Δημήτρης Τσεκούρας.

Δ. Θ.: Υπάρχει δηλαδή μια ιστορία 7 χρόνων με το παρόν τρίο ως βασικό κορμό και κάποιες εναλλαγές στους μπασίστες, αλλά πλέον έχουμε σταθεροποιηθεί με τον Τσεκούρα, έχουμε γίνει ένα.

Xilamprakis_3Και πώς αποφασίσατε το όνομα Χάρης Λαμπράκης Quartet, από τη στιγμή που δηλώνετε με κάθε ευκαιρία ότι το γκρουπ λειτουργεί απολύτως δημοκρατικά;

Χ. Λ.: Είχαμε πει να λεγόμασταν αλλιώς, αλλά προτάθηκε να λεγόμαστε έτσι. Εγώ δεν το ήθελα τόσο πολύ, ήθελα να έχουμε ένα όνομα ουδέτερο.

Ν. Σ.: Λεγόμαστε Χάρης Λαμπράκης Quartet για πολλούς λόγους. Θα σου αναφέρω κάποιους. Πρώτον, το ξεκίνημα αυτού του πράγματος έγινε από τον Χάρη. Δεύτερον –και δεν μ’ αρέσει να χρησιμοποιώ τέτοιες λέξεις– είναι τόσο πολύ φορτισμένο ενεργειακά από την ύπαρξη του προσώπου που λέγεται Χάρης Λαμπράκης, ώστε δεν θα μπορούσε να ονομάζεται αλλιώς. Τρίτον, για εμάς τους δύο αλλά και για τον Δημήτρη, είναι πολύ μεγάλη τιμή και τύχη να συνοδεύουμε το συγκεκριμένο πρόσωπο. Το να βάζαμε λοιπόν ένα ουδέτερο όνομα κάπου δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία μας. Δεν ξέρω αν είναι δημοκρατικό, είναι, όμως, από κοινού απόφαση. Να κάνω και μία παρένθεση: εγώ σε αυτή την παρέα είμαι ο μεγαλύτερος σε ηλικία, έχω παιχτική εμπειρία αλλά είμαι ο πιο αμόρφωτος. Εννοώ ότι οι τρεις τους –πέρα από την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα, την ερμηνεία– είναι γνώστες του αντικειμένου τεχνοκρατικά, ακαδημαϊκά. Ορμώμενος εγώ από κάτι, μπορεί να γράψω μία μελωδία στο πιάνο. Όταν συναντιόμαστε όλοι μαζί, αυτό το πράγμα παύει να ανήκει σε μένα.

Χ. Λ.: Το ίδιο ισχύει για όλους μας.

Ν. Σ.: Θα μου επιτρέψεις να πω ότι παίζοντας, ακούγοντας και συνοδεύοντας τους τρεις τους, ζω με θαυμασμό. Και καταθέτω την προσωπική μου εμπειρία. Οπότε δεν τίθεται θέμα ονόματος.

Δεύτερος δίσκος, με τίτλο Μετέωρα, τρία χρόνια μετά το Θέα. Τι αλλάζει σε σχέση με την προηγούμενη φορά;

Δ. Θ.: Κατ’ αρχάς, είναι πιο ώριμο το παίξιμο. Νομίζω ότι έχουν αφαιρεθεί κάποια πράγματα από το πρώτο άλμπουμ τα οποία δεν ήταν και τόσο δικά μας. Είναι δηλαδή πιο δικό μας αυτό που συμβαίνει στον δεύτερο δίσκο. Το παίξιμο, από ένα σημείο και μετά, γίνεται πιο δεμένο και οι συνθέσεις έχουν γίνει με γνώμονα τους μουσικούς, το σχήμα. Δηλαδή μόνο του το κουαρτέτο γεννάει συνθέσεις, περισσότερο απ’ ό,τι στον πρώτο δίσκο –άλλωστε στο Θέα μπήκε και υλικό που προϋπήρχε του σχήματος. Ενώ στο Μετέωρα το υλικό γεννήθηκε μέσα από τη μεταξύ μας τριβή.

Χ. Λ.: Συμφωνώ. Απλώς να πω ότι εμένα μου λείπει κάποιες φορές  –δεν το έχω ξαναπεί στους υπόλοιπους– το παλιό το παίξιμο. Το τι είμαστε δεν μου αρέσει να το ορίζουμε σαν εικόνα, αυτό είμαστε και το άλλο δεν είμαστε. Είμαστε και ο πρώτος δίσκος. Εμένα μου λείπει λοιπόν λίγο εκείνη η διάθεση και στο λάιβ. Δεν πιστεύω ότι το Θέα το εκβιάσαμε για να βγει, βγήκε φυσικά και αποτελεί ένα κομμάτι μας κι αυτό. Στον δεύτερο δίσκο βγήκε ένα άλλο κομμάτι μας προς τα έξω.

Δ. Θ.: Πιστεύω ότι είναι μια φυσική διαδικασία αυτό που συνέβη, ένα μεγάλωμα. Όπως όταν είσαι 30 χρόνων σου λείπει λίγο η εφηβεία, έχεις όμως περάσει σε ένα διαφορετικό στάδιο.

Χ. Λ.: Εγώ δεν το βρίσκω εφηβικό το πρώτο άλμπουμ, απλά έχει άλλη διάθεση. Τώρα έχει πάει αλλού το πράγμα, έχει αδειάσει, έχει πιο πολλές αναπνοές, όμως εμένα μου λείπει κι εκείνη η διάθεση.

Ν. Σ.: Τις προάλλες μου ήρθε μια φλασιά. Η πραγματικότητα είναι σαν σύννεφο, δεν μπορείς να διακρίνεις και να ορίσεις, αυτό είναι, το άλλο δεν είναι. Αλλά μου ήρθε μια ωραία εικόνα: στον πρώτο δίσκο, μετά κόπου, ιδρώτα και πόνου, μετά από τρομερό αγώνα, ανεβαίνεις επάνω και βλέπεις μια θέα. Και μετά από το βίωμα αυτής της θέας, ενώ νομίζεις ότι έχεις φτάσει κάπου, συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι τελείως μετέωρος.

Xilamprakis_2

Πώς συνδέεται για εσάς το εξώφυλλο του δίσκου με το περιεχόμενο;

Ν. Σ.: Ένας φίλος, ο Γιώργος Διαμάντης, μου είχε κάνει δώρο το λεύκωμα του Κώστα Μπαλάφα με τα Μετέωρα. Παίζοντας με τα παιδιά ένα άτιτλο ακόμα θέμα του Χάρη και ξεφυλλίζοντας κατόπιν το βιβλίο, είπα «αυτό είναι Λαμπράκης». Και έτσι πρότεινα να το πούμε Μετέωρα. Όταν μετά μπήκαμε στη διαδικασία να βγάλουμε τον δίσκο, σκεφτήκαμε να βάλουμε μια φωτογραφία του Μπαλάφα, αν μας το επέτρεπαν. Βάλαμε τη συγκεκριμένη, η οποία δεν παραπέμπει σε καρτ-ποστάλ, υπάρχει σε αυτήν η παρουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Απεικονίζει γυναίκες, μια αέναη, πιο βαθιά δύναμη η οποία φέρνει και τη ζωή, τη συνέχεια. Το θέμα τώρα είναι το εξής: εκείνοι οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σε έναν περιορισμό, εκ των πραγμάτων. Αυτός ο περιορισμός καθόριζε τον τρόπο της ύπαρξής τους και ταυτόχρονα τον πολιτισμό τους. Όμως δεν είχαν την επιλογή του περιορισμού, εκ των πραγμάτων θα ζούσαν έτσι. Ενώ σήμερα, από μία κοινωνία απόλυτου περιορισμού έχουμε περάσει σε μια κοινωνία απόλυτου ξεμπάχαλου, χωρίς να γνωρίζουμε τη μέση κατάσταση.

Ένας περιορισμός, όμως, μπορεί να σου φέρει κάποια αποτελέσματα, να σε λυτρώσει στην τελική. Μέσα λοιπόν σε αυτό το άμετρο πράγμα, το χωρίς κορνίζα (ο ζωγράφος καλείται να ζωγραφίσει μέσα σε έναν περιορισμό), έρχεται η ώρα που πρέπει να πάρεις μία θέση. Γι’ αυτό στο κειμενάκι βάζω το μνημόσυνο: «μνημονεύουμε τον τόπο, εκεί που συναντήθηκε η προσευχή με τον μόχθο». Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ζώο να ζει με το ένστικτο. Με το που αποκτά συνείδηση ξέρει ότι θα πεθάνει και μπαίνει στη μέση η αγωνία. Κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη ο άνθρωπος μπορεί να παράγει πολιτισμό. Η γιαγιά Γαβριηλία είχε πάει στην Αφρική και είπε: «συνάντησα τον μαύρο Χριστό και είδα την πιο αδικημένη ήπειρο, όπου κανένας δεν θα μπορέσει ποτέ να απαγορεύσει στους ανθρώπους της να χορέψουν και να τραγουδήσουν για τον Θεό».

Άρα μνημονεύουμε μία κατάσταση ανάμεσα στον μόχθο και στην προσευχή, στη ζωή στη Γη και στο επέκεινα, για να έχουμε μία αναφορά για να μη χαθούμε. Αυτό που μας έχουν δώσει οι Πατέρες της Εκκλησίας, το αποφατικό. Ο καθολικός πάει με τη νοησιαρχία. Ο ορθόδοξος θα πει: «νους ανόητος, ουσία υπερούσιος, λόγος άρρητος». Δηλαδή βάζω ό,τι αντιλαμβάνομαι αλλά βάζω και το μετά, το μυστήριο. Αυτό, όμως, μπορώ μόνο στη μνήμη μου να το φέρω, σαν τη μνήμη του θανάτου. Αυτό το πράγμα ζω με τα συγκεκριμένα παιδιά. Και δοξάζω τον Θεό που μου δίνεται η δυνατότητα, μέσα από μια τέτοια πραγματικότητα, να ανθίζει μέσα μου το να μνημονεύσω, να θυμηθώ.

Xilamprakis_6Πώς δουλεύετε τις συνθέσεις σας;

Χ. Λ.: Φέρνει κάποιος μια ιδέα και τη δουλεύουμε όλοι μαζί. Όποιος τη φέρνει συνήθως έχει λίγο παραπάνω λόγο, το έχει σκεφτεί κάπως, οπότε δίνει και κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Φυσικά κάτι τέτοιο μπορεί να αλλάξει στην πορεία, αν δούμε στην πρόβα ότι δεν λειτουργεί. Κι αυτό γίνεται με ομαδική δουλειά, εκείνη τη στιγμή. Στο στούντιο ηχογραφούμε σαν να παίζουμε λάιβ. Στο Μετέωρα, μάλιστα, είχαμε και κόσμο στο στούντιο, προσπαθήσαμε να είναι όσο λάιβ γινόταν. Ούτε κάναμε διορθώσεις, εκδώσαμε αυτό ακριβώς που προέκυψε.

Δ. Θ.: Ούτως ή άλλως, πριν βγει το CD, τα κομμάτια τα παίζαμε για καιρό στις εμφανίσεις μας και διαμορφώθηκαν μέσα από αυτή τη διαδικασία. Υπήρξαν βέβαια και κάποια τα οποία δεν πέρασαν για πολύ καιρό τη βάσανο του λάιβ.

Και πότε ξέρετε ότι έχει τελειώσει μια σύνθεση;

Όλοι: Ποτέ!

Άρα ο δίσκος...

Ν. Σ.: Ο δίσκος είναι ένα στιγμιότυπο, μια φωτογραφία.

Δεν έχει δηλαδή την ισχύ του απόλυτου...

Δ. Θ.: Όχι. Έτσι εξηγείται και για ποιον λόγο τόσο καιρό παίζουμε τα δικά μας κομμάτια στις συναυλίες χωρίς να βαριόμαστε. Πάντα υπάρχει στο ζωντανό κάτι που μας εκπλήσσει, που προκύπτει διαφορετικό. Ποτέ δεν είναι το ίδιο ακριβώς.

Ν. Σ.: Και η πλάκα είναι ότι πλέον υπάρχουν κομμάτια τα οποία μας λείπουν, αφού δεν μπορούμε πια να τα χωρέσουμε όλα στο πρόγραμμα!

Στο στούντιο, όμως, πώς ξέρετε ότι ήρθε η ώρα να μπείτε;

Δ. Θ.: Όταν έχει μαζευτεί αρκετό υλικό ώστε να φύγει από πάνω μας και να πάμε κάπου αλλού. Μερικές φορές τα ίδια τα κομμάτια μιλάνε από μόνα τους. Έχουμε πολλές φορές προβάρει συνθέσεις που τελικά δεν ξαναπαίξαμε ή παίξαμε μια φορά και μετά τις αφήσαμε.

Χ. Λ.: Δεν ξέρω πώς γίνεται... Ενστικτωδώς, από μόνα τους φεύγουνε.

Είστε τέσσερις, οπότε είναι σχετικά εύκολο να λειτουργήσει η δημοκρατία που λέγαμε πριν. Παρ’ όλα αυτά, πόσο εύκολο είναι να είστε και οι τέσσερις απόλυτα ικανοποιημένοι με κάθε τι που κάνετε; Και πώς κρατάτε τις ισορροπίες;

Χ. Λ.: Δεν είναι πάντα εύκολο. Θέλει πολλές φορές να κάνεις ένα βήμα πίσω. Αν το πάρει κάποιος πολύ προσωπικά, δεν γίνεται. Με ένα βήμα πίσω, ακούγοντας και τους άλλους, γίνεται. Δεν μιλάμε για υποχώρηση. Απλά πρέπει να ακούσεις τη μουσική.

Ν. Σ.: Είναι όπως μια οικογένεια όπου υπάρχουν τριβές, κούραση, γκρίνια αλλά παραμένει οικογένεια.

Δ. Θ.: Έχουν υπάρξει και δύσκολες στιγμές...

Ν. Σ.: Πραγματικά δύσκολες στιγμές δεν έχουν υπάρξει. Υπάρχει συνταίριασμα. Δ. Θ.: Μαλώνουμε τώρα για αυτό! (γέλια)

Ν. Σ.: Περιέχει πολύ πόνο αυτό το πράγμα, έχει κάτι που βρίσκεται πέρα από το «ξέρουμε, κάνουμε, ράνουμε»... Ας πούμε, με τον Χάρη παίζαμε στον Haig κι εγώ είχα μία παθολογική, σχεδόν ερωτική διάθεση από τότε που συνάντησα τον Θεοχάρη. Συναντηθήκαμε στο στούντιο Polysound πριν πολλά χρόνια, όταν γράφαμε Χαριτάτο. Κι ένιωσα τότε ότι κάτι με είχε φέρει κοντά με αυτόν τον πιανίστα. Ο τρόπος που παίζει απλά μια νότα. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά. Ξέρω πολλές φορές ότι τον καταπιέζω, πνίγεται από μένα, γίνομαι φορτικός, μιλάω πολύ. Αλλά είμαστε σαν αδέρφια. Ό,τι κι αν έχει συμβεί, ανεβαίνουμε πάνω στο πατάρι, ξεκινάει να παίζει και τότε χάνονται όλα.

Προηγείται κάτι του παιξίματος; Συζητάτε σε φιλοσοφικό επίπεδο για τους στόχους της μουσικής σας;

Δ. Θ.: Όχι, γενικά δεν λέμε πολλά. Μία φορά που βρεθήκαμε στη φάση να κουβεντιάζουμε, τι μας φταίει, να το κάνουμε έτσι ή αλλιώς, υπήρξε ρήξη και το σχήμα άλλαξε δρόμο. Γενικά δεν πολυμιλάμε, παίζουμε. Υπάρχει εμπιστοσύνη από τους υπόλοιπους και για μένα αυτό έχει κάνει τη διαφορά και με έχει κάνει καλύτερο μουσικό. Ένιωσα από την πρώτη στιγμή ότι και να πέσω δεν θα χτυπήσω, υπάρχει δίχτυ ασφαλείας. Αυτή η αμοιβαία εμπιστοσύνη μάς έχει βοηθήσει να προχωρήσουμε.

Ν. Σ.: Η εμπιστοσύνη είναι η λέξη-κλειδί. Στην προσωπική μας ζωή δεν βρισκόμαστε, ο καθένας έχει τον κύκλο του, τις παρέες του. Δεν είμαστε οι τύποι που τα κάνουν όλα μαζί. Όταν συμβαίνει αυτό, λοιπόν, είναι μυστήριο. Το να το σχολιάσουμε, να το φιλοσοφήσουμε το κάνει να χάσει την οντότητά του.

Δ. Θ.: Και πάνω στη σκηνή, αν του τη βαρέσει ενός να κάνει κάτι διαφορετικό, σε έναν αυτοσχεδιασμό π.χ., ακολουθούν και οι υπόλοιποι. Συμβαίνει συνέχεια.

Xilamprakis_5

Έχετε πει ότι η μουσική σας δεν είναι ακριβώς τζαζ. Πώς θα την περιγράφατε λοιπόν;

Ν. Σ.: Αυτό που παίζουμε με τους Χάρης Λαμπράκης Quartet είναι ό,τι πιο ελληνικό έχω παίξει στη ζωή μου. Όταν ανεβαίνω στη σκηνή και παίζω, ούτε τζαζ περνάει απ’ το μυαλό μου, ούτε τίποτα. Ακούω τα πουλιά που άκουγα μικρός, μυρίζω τις μυρωδιές που αγάπησα, θυμάμαι τα αγαπημένα μου πρόσωπα.

Χ. Λ.: Κι εγώ το ίδιο. Δεν ξέρω τι είναι ελληνικό, αλλά ξέρω ότι μπορώ με αυτούς τους ανθρώπους να είμαι ολόκληρος. Με δέχονται όπως είμαι.

Δ. Θ.: Σίγουρα η αφορμή, το κίνητρο για αυτό που κάνουμε είναι η τζαζ. Υπάρχουν όλα τα στοιχεία της, η Δυτική αρμονία που προκύπτει από το πιάνο, τα τύμπανα και το μπάσο, ο αυτοσχεδιασμός επίσης, ο οποίος δεσπόζει. Αυτό που καταλήγει τελικά να είναι, είναι ένα ιδίωμα, δεν μπορείς να το κατατάξεις εύκολα στο ένα ή στο άλλο είδος της τζαζ. Είναι αυτό που είναι τελικά.

Ν. Σ.: Δεν υπάρχει λόγος να το κατατάξεις κάπου Μιχάλη. Πριν χρόνια, βρέθηκα να παίζω για λόγους βιοποριστικούς στο έντεχνο. Το έκανα τίμια. Όταν ξεκίνησα να παίζω ντραμς, ο ντράμερ που με συνεπήρε ήταν ο Elvin Jones, τον οποίο ακόμα ακούω. Όταν βρέθηκα λοιπόν να παίζω με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο του έντεχνου, δεν είχα ακούσει τίποτα άλλο πέρα από Elvin Jones και Jon Christensen. Οπότε άρχισαν κάποια στιγμή να αναφέρονται ειρωνικά για τους «τζαζίστες». Όπου προσάπτεις ετικέτες και υπάρχει αμορφωσιά, άστο. Σε αυτό το πράγμα που κάνουμε όλοι έχουμε τις επιρροές μας. Ο Δημήτρης, ας πούμε, ενώ είναι πιο πολύ επηρεασμένος από πιανίστες όπως ο Bill Evans, ο Keith Jarrett, ο Brad Mehldau, μέσα του είναι πολύ πιο κοντά στην αίσθηση του McCoy Tyner. Δεν ξέρω αν τον έχει ακούσει ή όχι, αλλά το να του κολλήσω εγώ μια ταμπέλα και να πω ότι είναι Jarrett ή είναι McCoy… Είναι ο Δημήτρης Θεοχάρης και κάθε φορά που σκάει ένα ακόρντο ανθίζει η προσωπικότητά του, ο τρόπος που το παίζει είναι μοναδικός. Αλλά είμαστε βλέπεις μίζεροι σε αυτή τη χώρα. Αντί να μυρίζουμε το λουλούδι που ανθίζει δίπλα μας, αντί να ακούμε τον μουσικό που στενάζει καθημερινά σε τούτη την πόλη, εμείς κυνηγάμε κάτι εξωτικό, κάτι φανταχτερό.

Δ. Θ.: Κάτι άλλο σημαντικό είναι ότι πολλές φορές το ακροατήριό μας δεν είναι τζαζόφιλοι.

Ν. Σ.: Ναι, το 90% δεν έχουν σχέση με τη τζαζ.

Δ. Θ.: Έρχεται κόσμος που δεν πηγαίνει γενικά σε τζαζ συναυλίες αλλά ανταποκρίνεται τέλεια σε όσα παίζουμε. Δίνουν τη δέουσα προσοχή, παίρνουμε το feedback, δεν έχει υπάρξει φορά που να μιλάει το κοινό και να γίνεται χαμός. Είναι φιλόμουσοι, μεγάλο δε ποσοστό είναι και μουσικοί. Υπάρχει επικοινωνία, ποτέ δεν έχουμε παίξει μόνοι μας, αποκομμένοι.

Ν. Σ.: Μπορώ να σου πω πάντως, ότι οι τζαζίστες δεν μας θεωρούν δικούς τους.

Χ. Λ.: Καλά λένε, δεν είμαστε τζαζίστες. Εγώ προσωπικά δεν ξέρω να πω τι είναι τζαζ, δεν ξέρω να παίξω τζαζ.

Xilamprakis_7

Παρ’ όλα αυτά, νιώθετε συνοδοιπόροι με κάποιους καλλιτέχνες από την τζαζ σκηνή;

Δ. Θ.: Φυσικά! Εγώ προσωπικά νιώθω έτσι. Δεν θέλω να πω ονόματα, πάντως σήμερα, στην Αθήνα –στην Ελλάδα γενικότερα– υπάρχει μια άνθιση, υπάρχουν πάρα πολλοί σοβαροί καλλιτέχνες οι οποίοι ασχολούνται με την τζαζ.

Χ. Λ.: Είναι πάρα πολλοί βέβαια σε σχέση με τον όγκο του κοινού.

Δ. Θ.: Ναι, ο αριθμός τους είναι αντιστρόφως ανάλογος του μεγέθους του κοινού. Αλλά δεν έχει σημασία, ο καθένας προσπαθεί να κάνει αυτό που θέλει και νομίζω ότι είμαστε όμοροι, παίζουμε στο ίδιο γήπεδο. Εμείς παίζουμε αποκλειστικά ορίτζιναλ συνθέσεις στα λάιβ μας, πράγμα που μας ξεχωρίζει από τους περισσότερους, χωρίς φυσικά δεν είμαστε οι μόνοι που κάνουμε κάτι τέτοιο. Επίσης, κανένας από τους τέσσερίς μας δεν είναι session μουσικός. Δεν θα καλέσει κάποιον από εμάς ένας τζαζ μουσικός σήμερα κι ένας άλλος την επόμενη εβδομάδα. Υπάρχουν μουσικοί οι οποίοι το κάνουν αυτό και το κάνουν πολύ καλά.

Ν. Σ.: Κι εγώ έτσι είμαι.

Δ. Θ.: Για όλους μας ισχύει αυτό νομίζω.

Χ. Λ.: Εγώ παίζω με τον Μιχάλη Σιγανίδη, με τη Σαβίνα Γιαννάτου και με το γκρουπ Oneira. Λόγω του οργάνου παίζω και σε παραδοσιακά καμιά φορά. Αλλά το κουαρτέτο είναι το σπίτι μου.

Ν. Σ.: Παίζω με τον Haig όποτε με φωνάζει, γιατί έχουμε μια πολύ καλή και υγιή σχέση, έχουμε παίξει πάρα πολλά χρόνια, έχουμε ζήσει πολλά μαζί. Και επίσης παίζω με τον Γρηγόρη Ντάνη. Παίζω με το πρόσωπο Γρηγόρη, όχι για να παίξω τζαζ. Παίζω, δηλαδή, με ανθρώπους με τους οποίους έχω προσωπική σχέση.

Η δισκογραφία κατά γενική ομολογία έχει καταρρεύσει πλέον και βλέπουμε πολλούς καλλιτέχνες να επιστρέφουν στη λογική του σινγκλ, κυκλοφορώντας μεμονωμένα τραγούδια μέσω του ίντερνετ. Θα μπορούσε αυτό να λειτουργήσει και για εσάς;

Χ. Λ.: Δεν το έχω σκεφτεί αυτό...

Δ. Θ.: Νομίζω ότι δεν μπορεί να γίνει, γιατί υπάρχει μία αντίφαση. Το σινγκλ βασίζεται στη λογική της επιτυχίας, δηλαδή ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων να ακούν το ίδιο πράγμα. Ενώ η μουσική που κάνουμε εμείς –και ο ευρύτερος χώρος της τζαζ– είναι αντιεμπορική.

Δεν θα μπορούσατε δηλαδή να σκεφτείτε εκτός της λογικής του άλμπουμ;

Χ. Λ.: Αν φτιάξουμε κάποια στιγμή ένα καλό σάιτ, θα μπορούσαμε να βγάζουμε τα κομμάτια μας μέσα από αυτό, αφού το CD πλέον φθίνει.

Δ. Θ.: Άλλωστε πάρα πολλοί δίσκοι φτιάχνονταν με βάση ένα καλό τραγούδι και τα υπόλοιπα ήταν για να το πλαισιώσουν.

Βιοπορισμός και μουσική;

Ν. Σ.: Ο βιοπορισμός είναι πάρα πολύ δύσκολος.

Δ. Θ.: Ο Νίκος έχει και τρία παιδιά, σκέψου...

Ν. Σ.: Ευτυχώς έχω τον βράχο σπίτι μου, τη γυναίκα μου. Επειδή ξέρω ότι δεν πρόκειται να βγάλω λεφτά και επειδή το συγκεκριμένο σχήμα είναι το σημαντικότερο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου, το μόνο πράγμα που θέλω είναι να παίζω μαζί τους. Και να μοιράζομαι, να προσφέρω αυτό που προκύπτει σε όποιον θέλει να το ακούσει. Στην Ελλάδα κάτι τέτοιο θεωρείται αντιεπαγγελματικό, το να μην κρατάς δηλαδή μια στάση, μια πόζα, να μην βάζεις σε όλα μια τιμή. Σκάει μύτη φίλος ο οποίος έχει πάει στη Μπουρκίνα Φάσο και λέει: «οι άνθρωποι εκεί παίζουν γιατί μόνο αυτό έχουν να κάνουν, πεινάνε και παίζουν». Έρχεται εδώ και του λένε «πάμε να παίξουμε στο τάδε μέρος χωρίς λεφτά ή με 20-30 ευρώ» και λέει: «εγώ δεν πάω». Δηλαδή, από τη μια μεριά γοητεύεσαι και θαυμάζεις εκείνη την κατάσταση και από την άλλη δεν θες να μοιραστείς. Οι παλιοί έλεγαν «μην αργεύεις». Για εμάς αυτό είναι ένα εργόχειρο, είναι μια στάση απέναντι στη ζωή ρε γαμώτο! Ο βιοπορισμός σε μια πόλη 5 εκατομμυρίων όπου δεν μπορούν να μαζευτούν 30 άτομα ένα βράδυ σε ένα μαγαζί, είναι όνειρο άπιαστο.

Δ. Θ.: Κανείς μας δεν βιοπορίζεται από ό,τι κάνουμε με το συγκρότημα. Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι που το καταφέρνουν, οι οποίοι κάνουν το όνειρό τους και ζουν από εκείνο. Απλά το δικό τους όνειρο τυγχάνει να είναι πολύ μεγάλης απήχησης. Φαντάζομαι, για παράδειγμα, ότι ο Πάνος Κιάμος κάνει το όνειρό του και βιοπορίζεται από αυτό.

Οπότε κάνετε όλοι σας άλλες δουλειές...

Θ. Δ.: Εγώ είμαι χειρούργος για παράδειγμα... (γέλια)

Χ. Λ.: Όλοι μας κάνουμε μαθήματα μουσικής.

Δ. Θ.: Εγώ είμαι καθηγητής σε σχολείο.

Ν. Σ.: Εγώ κάνω μαθήματα από το 1994 (19 χρόνια δηλαδή) και με τα τύμπανα ασχολούμαι 33 χρόνια. Με σιγουριά θα πω: εν οίδα, ότι ουδέν οίδα, όμως με τον χρόνο έχω παρατηρήσει ορισμένα πράγματα και μπορώ να τα μεταφέρω.

Άλλη μουσική, πέρα από τζαζ, ακούτε;

Δ. Θ.: Εμένα μου αρέσει πολύ η κλασική μουσική. Δεν είμαι ο άνθρωπος που ακούει συνέχεια, κάνω πολύ μεγάλα διαλείμματα από την ακρόαση. Μου αρέσουν επίσης τα παραδοσιακά μας και τα ρεμπέτικα και γενικά πιστεύω ότι σε όλα τα είδη υπάρχουν διαμάντια.

Χ. Λ.: Εγώ ακούω διάφορα παραδοσιακά από όλον τον κόσμο. Αυτό τον καιρό ακούω περισσότερο τούρκικα, ελληνικά και αραβικά.

Ν. Σ.: Ακούω πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Μου αρέσει πολύ η μουσική της Ηπείρου και συγκεκριμένα από το Πωγώνι, τα γυρίσματα και τα μοιρολόγια, κι επίσης εκείνα τα μοτίβα τα καμπίσια. Αλλά το μόνο πράγμα που ακούω διαχρονικά, από πιτσιρίκος, είναι ο James Taylor, ο Αμερικανός τραγουδοποιός. τον λατρεύω!

Να κάνετε κάτι στο εξωτερικό σας ενδιαφέρει;

Ν. Σ.: Πολύ!

Χ. Λ.: Προσπαθούμε πολύ γι’ αυτό και έχουμε κάποιες κρούσεις τώρα τελευταία.

Έχετε παίξει ποτέ κάπου έξω;

Χ. Λ.: Βγήκαμε μια φορά στην Ιταλία αλλά έβρεξε και δεν παίξαμε, γυρίσαμε πίσω άπραγοι.

Ν. Σ.: Πάντως όταν παίξαμε στο soundcheck ο κόσμος τρελάθηκε! Μετά ήρθε η μπόρα και τελικά φάγαμε μόνο πίτσες, ορίτζιναλ, όμως, ε; (γέλια)

Χ. Λ.: Έχουμε παίξει κάποιες φορές στην Κύπρο. Είναι πολύ δύσκολο αλλά το κυνηγάμε και τα επόμενα δύο χρόνια πιστεύω κάτι μπορεί να γίνει.

Δ. Θ.: Έχουμε στρέψει την προσοχή μας στο εξωτερικό τώρα τελευταία γιατί το θέλουμε πάρα πολύ και νομίζω αξίζει τον κόπο.

Ν. Σ.: Όσοι άνθρωποι στο εξωτερικό άκουσαν τη μουσική μας, τους άγγιξε. Πριν δύο εβδομάδες τηλεφώνησαν στον Χάρη και μας επισκέφθηκαν από το κρατικό τζαζ ραδιόφωνο της Ολλανδίας και απορούσαν που δεν παίζουμε έξω. Και για τα δύο άλμπουμ μας ενδιαφέρθηκαν άνθρωποι από ραδιόφωνα της Αμερικής, της Αυστραλίας, της Ιαπωνίας κι έχουν πουληθεί κάποια αντίτυπα σε όλα αυτά τα μέρη. Το κοινό έξω είναι πιο δεκτικό.

Τι άλλο υπάρχει στο πρόγραμμα για το άμεσο μέλλον;

Χ. Λ.: Υπάρχουν κάποιες συνθέσεις στα σκαριά, όμως δεν σχεδιάζουμε ακόμα επόμενο δίσκο. Έχουμε προγραμματίσει τρεις εμφανίσεις: στις 9 Μαΐου στο Κελάρι του Athenaeum, στις 16 Μαΐου στο Zp87 και στις 4 Ιουλίου στο Αθηνά Live του Ωδείου Φακανά.