Οι «μεγάλες μουσικές επιστροφές» μεγαθήριων του παρελθόντος, είτε οδηγούν σε καταστροφές, είτε έχουν κάτι να πουν, είτε (συχνότερα) πρόκειται για ένα παιχνίδι καλλιτεχνικής συντήρησης, είναι σίγουρα μια αγαπημένη στιγμή του μουσικού Τύπου καθώς του εξασφαλίζει άφθονο εύκολο, clickable περιεχόμενο με αφιερώματα, γνώμες και λίστες για τον τάδε ή δείνα θρύλο που επιστρέφει στη δισκογραφία – στο blank space μπορείτε να βάλετε από τoυς Depeche Mode και τον Iggy Pop μέχρι τους Rolling Stones και την ΑΙ προβολή των Beatles. Υπάρχουν λοιπόν όλες αυτές οι μεγάλες, κυμαινόμενης ουσίας, μουσικές επιστροφές των θρύλων – και υπάρχει και η Kim Gordon. Όπως πάντα μια κατηγορία μόνη της.

Ζούμε σε εποχές που όλο και λιγότερα πράγματα μας εκπλήσσουν, πώς νομίζουμε πώς τα έχουμε δει και ακούσει όλα (ακόμα και την ελέω τεχνητής νοημοσύνης επιστροφή των Beatles που λέγαμε), με τις πιθανότητες για έναν δίσκο που θα μας κάνει όχι μόνο να σηκώσουμε το κεφάλι αλλά και να μείνουμε με το στόμα ανοιχτό, να λιγοστεύουν δραματικά. Και κάπου εδώ μπαίνει στο κάδρο το The Collective, το δεύτερο ας το πούμε αποκλειστικά solo album της Kim Gordon με το οποίο σφραγίζει εντυπωσιακά και πέρα από κάθε αμφιβολία (εάν υπήρχε) το παράσημο του αιώνιου coolness που δικαιωματικά τη συνοδεύει.

Δεν είναι κρυφή η γοητεία που πάντα ασκούσε στην Kim Gordon η ραπ και hip hop κουλτούρα – ήδη από τις αρχές των ‘90s και την επιρροή του LL Cool J που εκδηλώθηκε σε μεγάλο βαθμό στο “Kool Thing” και με τo guest feature του Chuck D μέχρι φυσικά το προκάτοχο album του The Collective, No Home Record του 2019, στο οποίο η Kim Gordon διερεύνησε, στην πρώτη της συνεργασία με τον παραγωγό Justin Raisen, επίσης θεαματικά αν και με πολλές περισσότερες κιθάρες, τις σύγχρονο interplay pop και hip hop, λίγο πριν αυτός ο συνδυασμός σαρώσει και τις τελευταίες ανθιστάμενες γωνιές της μουσικής βιομηχανίας. Και πάλι όμως το αποτέλεσμα του The Collective είναι το ευαγγέλιο ενός εντελώς διαφορετικού σκοτεινού θεού που μάλλον συνδέεται με συγγένεια πρώτου βαθμού με εκείνον του θορυβώδους ροκ που υπηρέτησε για χρόνια το Girl-in-a-Band στην προηγούμενη ζωή της.

Play στο εναρκτήριο “Bye Bye” και πράγματι «άντε γεια», φτιάχνουμε βαλίτσα για τον νέο πλανήτη που ανακάλυψε η Kim Gordon, εκεί που με έναν διεστραμμένα απολαυστικό τρόπο ο συνδυασμός της trap με τις κλασσικές παραμορφώσεις της noise rock όχι απλά δουλεύει αλλά λειτουργεί εντελώς αποκαλυπτικά. Αυτή η αποκάλυψη συγκεκριμενοποιείται στο αμέσως επόμενο “The Candy House” (εμπνευσμένο μερικώς από το ομώνυμο βιβλίο της βραβευμένης με Πούλιτζερ Jennifer Egan), στο οποίο αρχίζει και γίνεται κάτι παραπάνω από ευδιάκριτο και το άγγιγμα του Justin Raisen και της εμπειρίας που κουβαλάει από τη δουλειά του στο Let’s Start Here του Lil Yachty. Από εκεί και πέρα δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις: την υπαρξιακή abstract απαγγελία του “I Don’t Miss My Mind” που κάνει λούπα τον τριπλό βρόγχο Suck It Up-Fuck It Up-Don’t Fuck It Up σε ένα αυθεντικό soundtrack των μικρών καθημερινών στιγμών που νιώθουμε ότι θα χάσουμε το μυαλό μας ή το εμπνευσμένο μεσαίο δάχτυλο που σηκώνει ξανά η Kim Gordon στην τοξική αρρενωπότητα με το “I’m A Man”. Το ιδιότυπα ψυχεδελικό όνειρο του “Psychedelic Orgasm” ή τον βιομηχανικό εφιάλτη του “Treehouse”; Ενώ σίγουρα η επιλογή δεν διευκολύνεται καθόλου προς το τέλος με ένα closure που πυροβολεί τη μία δυνατή στιγμή πίσω από την άλλη: την εγκεφαλικά αισθησιακή industrial trap αισθητική του “Shelf Warmer”, το μανιφέστο του “The Believer” και την killer κατακλείδα του “Dream Dollar” – θυσία και στεφάνι στον βωμό των Suicide και του Alan Vega. Και όλα αυτά σε 40 μόλις λεπτά.

Σαράντα λεπτά που κυλάνε με κύλισμα στο dope του The Collective και του τρόπου που βρήκε πάλι η Kim Gordon να συμπυκνώσει όλο το σύγχρονο χάος σε μία μαγική καλλιτεχνική στιγμή: τη στιγμή που το κοιτάζει, έχοντας περάσει με επιτυχία από πάνω του και από μέσα του, οπλισμένη με όλα όσα την έκαναν να είναι αυτό που είναι όλα αυτά τα χρόνια, πανέτοιμη να το διασχίσει ξανά αν χρειαστεί.

Η στουντιακή ολοκλήρωση του The Collective συνέπεσε με τα 70ά γενέθλια της Kim Gordon τον περσινό Απρίλιο. Ένα χρόνο σχεδόν μετά το αποτέλεσμα ταξιδεύει στις πλατφόρμες και στα ακουστικά μας, σαρώνοντας τις εγγενείς και αναπόφευκτες ιδιότητες του χρόνου που γράφει πάνω σε όλους μας. Δεν υπάρχουν πολλοί εβδομηντάχρονοι καλλιτέχνες εκεί έξω -όσο «τεράστιοι» κι αν υπήρξαν κάποτε- που να μπορούν όχι απλώς να συνεχίζουν να βάζουν πλάτη στη μεγαλειώδη πορεία τους αλλά και να σπρώχνουν συνεχώς τα καλλιτεχνικά τους όρια προς τα μπρος. Ο Leonard Cohen το έκανε υπό μία έννοια, ο Iggy Pop το κάνει υπό μία άλλη -τουλάχιστον με τα υπόλοιπα καπέλα της συλλογής του- αν ζούσε ο Bowie μάλλον θα το έκανε καλύτερα απ’ όλους. Με το The Collective η Kim Gordon παίρνει το κεφάλι στην κούρσα ενώ μια φουτουριστική ηχώ του “Kool Thing” παιανίζει στο βάθος. Οποιοσδήποτε άλλος επιχειρούσε αυτό που κάνει  η Kim Gordon στο The Collective θα φλέρταρε επικίνδυνα με την παταγώδη αποτυχία – για εκείνην όμως φαίνεται να είναι απλώς μια ακόμη Δευτέρα. Τα φιλιά μας σε όσους δεν έπαψαν ποτέ να πιστεύουν ότι η Kim Gordon είναι και παραμένει η γνήσια θεματοφύλακας της εποποιίας του θορύβου και της αιώνιας νεότητας των Sonic Youth. Στους υπόλοιπους απλά hi.

 

Διαβάστε επίσης:
Στα 70 της χρόνια, η Kim Gordon παραμένει το πιο “Kool Thing” του noise rock

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured