search

ΔΙΕΘΝΗ

4 χρόνια μετά το αμφιλεγόμενο Reflektor, μοιάζουν αμετανόητοι στη διάθεσή τους για χορό, ενώ παράλληλα κριτικάρουν την εποχή της απεριόριστης πληροφορίας και της όλο και μικρότερης συναισθηματικής εμπλοκής με αυτήν...

Label | Sonovox/Columbia/Feelgood
Κυκλοφορία | 7/2017
Βαθμολογία | 7

Θα μπορούσε τούτο το κείμενο να αρκεστεί στη σημειωτική γύρω από το νέο άλμπουμ των Arcade Fire και πάλι να μην καταφέρει να εξαντλήσει το θέμα. Ας αναφέρω απλώς την ειρωνεία στο γεγονός ότι ένας δίσκος που καταπιάνεται με την «ανάγκη» του σύγχρονου ανθρώπου για άμεση ικανοποίηση της εκάστοτε όρεξής του, σφαγιάστηκε στο ελληνικό Facebook πριν ακόμα έρθει το προγραμματισμένο «τώρα» του, σε ποσταρίσματα των 3 γραμμών. Αν φοβόμουν τα κλισέ, θα απέφευγα να αναφερθώ σε εκείνο το τσιτάτο για τις απόψεις και τις κωλοτρυπίδες

Κι αν έγινε «προφανές»(;!) ότι το Everything Now δεν είναι καλός δίσκος, το «γιατί» έχουν έτσι τα πράγματα παραμένει προς συζήτηση· ελπίζω. Όπως παραμένει προς εξερεύνηση το γιατί μια μπάντα που έμοιαζε να περπατά αγέρωχη μέχρι το 2010, στην τρέχουσα δεκαετία μοιάζει να σκοντάφτει επανειλημμένως –σε επικοινωνιακό επίπεδο τουλάχιστον.

Το Reflektor (2013) υπήρξε ομολογουμένως κυκλοφορία που δίχασε και έσπασε για πρώτη φορά την έως τότε άρρηκτη σχέση του γκρουπ με το ακροατήριό του. Ο εστετισμός του, καθώς και η παράδοση του πηδαλίου σε ξένα χέρια (στον James Murphy των LCD Soundsystem), έφεραν την καναδική κολεκτίβα στη δυσάρεστη θέση να παραδώσει έναν δίσκο που μπορεί κανείς με σχετική ασφάλεια να χαρακτηρίσει μέτριο –στην καλύτερη περίπτωση– με βάση την αποτυχία του να επικοινωνήσει το θέμα και τις προθέσεις του.

Τέσσερα χρόνια μετά, πάντως, οι Arcade Fire μοιάζουν αμετανόητοι στη διάθεσή τους για χορό. Απλώς τώρα την πιάνουν από αλλού τη δουλειά: βγάζοντας το καπέλο στους ABBA, καταφεύγοντας ενίοτε στη reggae και συνεργαζόμενοι με μέλη των Daft Punk και των Pulp. Ο ήχος πλέον αποτελεί ένα κράμα των διαφόρων κατευθύνσεων που ακολούθησαν στο παρελθόν. Έτσι, πλάι στα ποικίλα ακουστικά όργανα, υπάρχουν τώρα και τα ηλεκτρονικά κατάλοιπα του Reflektor, αλλά και τα παχύρευστα έγχορδα του Owen Pallett.

Το Everything Now είναι λοιπόν ένα concept άλμπουμ· και μόνο ως τέτοιο μπορεί να αποτιμηθεί. Με βάση το θέμα του και το πώς αναλύεται/σχολιάζεται σε 13 τραγούδια, ο δίσκος λειτουργεί μια χαρά. Ενδεχομένως κάποιοι να θεωρούν ότι οι Arcade Fire δεν δικαιούνται να είναι κυνικοί απέναντι στη «δικτυωμένη γενιά», ότι δεν τους παίρνει να κριτικάρουν την αποχαύνωση των social media, ότι ενδεχομένως δεν κατανοούν καν τη νέα μέρα που μας ξημέρωσε. Πάντως το συγκρότημα αυτά θέλησε να σχολιάσει, και με αυτόν τον τρόπο. Και πέτυχε να περάσει το μήνυμά του.

Ακόμα και η ίδια η δομή αποτελεί σχόλιο πάνω στα παραπάνω. Ο τρόπος με τον οποίον η γραμμική ανάπτυξη πολλών τραγουδιών αντικατοπτρίζεται στον σχεδιασμό του άλμπουμ ως μία αέναη λούπα, είναι, νομίζω, μια ιδέα ιδιαίτερα καλά εκτελεσμένη, αν και διόλου πρωτότυπη. Επίσης, τα πιο περιπετειώδη τραγούδια έχουν τοποθετηθεί στα κομβικά εκείνα σημεία όπου ο δείκτης «μονοτονία» θα μπορούσε να φτάσει στο κόκκινο. Οι Καναδοί δεν έχουν χάσει άλλωστε την ικανότητά τους να σκαρώνουν κολλητικά singles, και το Everything Now διαθέτει τουλάχιστον 3 τέτοια (“Creature Comfort”, “Put Your Money On Me” και το ομότιτλο κομμάτι). Αλλά και ένα τραγούδι σαν το “Peter Pan” έχει χάρες προφανέστατες, αν κανείς δύναται να αποδεχτεί ότι είναι εμμονικό επειδή έτσι θέλει κι όχι επειδή κάτι άλλο προσπαθούσε να είναι.

Πριν πολλά χρόνια, αν ρωτούσες «πού ήσουν όταν έμαθες ότι σκοτώσανε τον Kennedy;», θα έπαιρνες πολλές και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους απαντήσεις. Σήμερα, είναι κάπως τρομακτικό να συνειδητοποιείς ότι, είτε μάθαινες για τους θανάτους του David Bowie και του Leonard Cohen, είτε τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος για το Brexit και των αμερικανικών εκλογών, βρισκόσουν πάντα στην ίδια θέση: απέναντι σε μια γυάλινη, φωτιζόμενη επιφάνεια. Αυτό το αίσθημα της απεριόριστα ετερόκλητης πληροφορίας, που όμως οδηγεί σε ολοένα και μικρότερη συναισθηματική εμπλοκή, μεταφέρεται (και κριτικάρεται) άψογα από τον νέο δίσκο των Arcade Fire. «You and me we’ve got chemistry», επαναλαμβάνουν οι φωνές στο “Chemistry”, σαν υπερκορεσμένα από το άπλετο «περιεχόμενο» ρομποτάκια...

Φυσικά, μπορούμε πάντα να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε πέρα από το δίπολο καλά/κακά τραγούδια (τα οποία κρίνονται ως τέτοια με βάση τι άραγε; Την «αυταξία» της Μουσικής;) και να εμπιστευτούμε το Pitchfork, που έβαλε 9.2 στο Reflektor και 5.8 στο Everything Now. Αξιοπιστία από τα ...Walmart.

Ή μπορούμε απλώς να αφεθούμε στους Arcade Fire, έτσι ακριβώς όπως αφήνονται κι εκείνοι ξανά (ευτυχώς) στην έμπνευσή τους και όχι στο αφηρημένο όραμα ενός θολού πειραματισμού. Αυτοί, άλλωστε, ήταν οι πρώτοι που πίστεψαν τον ίδιο τους τον μύθο –πολύ πριν καν υπάρξει.

Ευτυχώς, λέω εγώ, που υπάρχουν μπάντες υπέρμετρα φιλόδοξες σαν και του λόγου τους· γιατί σε διαφορετική περίπτωση, θα χρειαζόταν να τις εφεύρουμε.