search

ΔΙΕΘΝΗ

Είναι δύσκολο να αποδεχτείς ότι ένας 75χρονος καταφέρνει να φτιάξει ένα γάργαρο συνονθύλευμα τόσο συγγενικό στον Fennesz, γεμάτο lap steel κιθάρες και ιδιόρρυθμα glitch κουμπιά...

Label | Room 40
Κυκλοφορία | 7/2017
Βαθμολογία | 8

Ο θρύλος λέει πως, κάποτε στα 1960s, ο Mike Cooper –ένας περίεργος folk/blues κιθαρίστας– απέρριψε την πρόταση να ενταχθεί στους Rolling Stones και τη δουλειά την πήρε τελικά ο Brian Jones.

Χρόνια μετά και έχοντας πλέον πατήσει τα 75, η ζωή του Cooper είναι τόσο γεμάτη από περιηγήσεις, πειραματισμούς και ενασχόληση με χίλια-δυο διαφορετικά πράγματα, ώστε χρειάζονται σελίδες ολόκληρες για να τα παραθέσεις.

Επιγραμματικά θα αναφέρουμε ότι έχει κυκλοφορήσει πάνω από 60 άλμπουμ (με πάμπολλες συνεργασίες), ασχολείται με καλλιτεχνικές/ηχητικές εγκαταστάσεις και radio art, καταπιάνεται με τη δημοσιογραφία και την ιστορία της μουσικής, έχει μείνει σε διάφορες χώρες του πλανήτη –με εμφανή την αγάπη του για τον Νότιο Ειρηνικό– διαθέτει μια άξια αναφοράς συλλογή από χαβανέζικα πουκάμισα(…), σε αυτόν πιστώνεται το είδος ambient/exotica/electronica (ουσιαστικά ή σύζευξή τους), θεωρείται γκουρού του αυτοσχεδιασμού, καθώς και το ότι ενέταξε στη μουσική του τεχνικές αντίστοιχες με εκείνες των William Burroughs, Brion Gysin και Tom Philips, έχοντας ως βάση δεδομένων τα V (1963) και Gravity’s Rainbow (1973) του Thomas Pynchon.

Μέχρι και με τα ρεμπέτικα καταπιάστηκε πριν λίγα χρόνια σε ένα, η αλήθεια είναι, αμφιβόλου αποτελέσματος επιχείρημα για τα δικά μας προπονημένα αυτιά (κλικ εδώ). Μην ξεχνάμε πάντως πως Βρετανός είναι ο άνθρωπος.

Το φετινό του άλμπουμ ονομάζεται Raft και νομίζω ότι, περίτρανα, ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης έχει κάμποσους λόγους παραπάνω να μπορεί να επεξεργαστεί –ηχητικά, εδώ– την έννοια του ταξιδιού και να μας την παρουσιάσει, μιας και αυτή ήταν η επιθυμία του. Εμπνευσμένος από τα μοναχικά ταξίδια κάποιων ναυτικών στον 20ο αιώνα και θεωρώντας και τον εαυτό του ενός είδους μοναχικό ταξιδιώτη, είναι συγκλονιστικό το πώς καταφέρνει να αφουγκραστεί τη σύγχρονη πραγματικότητα και να τη μετουσιώσει σε πανέμορφες συνθέσεις.

Ουσιαστικά, είναι δύσκολο να αποδεχτείς ότι ένας 75χρονος καταφέρνει να φτιάξει ένα συνονθύλευμα ήχων, συγγενικό τόσο με τον Fennesz, όσο και με όλη τη folk παράδοση των Αγγλοσαξόνων, αλλά και των κατοίκων των νησιών του Ειρηνικού. Και όλο αυτό όχι μόνο δεν είναι «ό,τι να 'ναι», αλλά, αντιθέτως, κυλάει γάργαρα, μακάρια, αποτελώντας μια υπέροχη γέφυρα παρελθόντος και παρόντος.

Ακούγοντας το Raft γεννιούνται ερωτήματα του τύπου: μα πόσο καθαρό βλέμμα και πόση οξυδέρκεια μπορεί να έχει τελικά ο Cooper; Μήπως είναι η διαρκής κίνηση (ως ευρύτερη διεργασία) το μυστικό για να μπορεί να παραμένει τόσο ακμαία δημιουργικός, τη στιγμή που οι περισσότεροι μουσικοί στη ηλικία του αναλώνονται σε επανάληψη μιας μανιέρας που λειτούργησε κάποτε στα νιάτα τους –αν δεν έχουν εγκαταλείψει εδώ και καιρό κάθε προσπάθεια δημιουργίας; 

Αν επιστρέψουμε μάλιστα στον αρχικό θρύλο, διαπιστώνουμε ότι ελάχιστα πριν μπει το 2017 οι Rolling Stones κυκλοφόρησαν έναν δίσκο όσο πιο κοντά στις ρίζες τους γίνεται και ο Mike Cooper έρχεται να μας παραδώσει ένα άλμπουμ, σίγουρα στα πιο ενδιαφέροντα της πορείας του, όσο πιο ανοιχτόμυαλο γίνεται· χωρίς ίχνος φόβου για το νέο. Ποιος άραγε αντιλαμβάνεται καλύτερα τον κόσμο γύρω του; Ρητορικό το ερώτημα βεβαίως, αλλά όχι χωρίς αξία θαρρώ.

Προσωπικά, μου είναι υπεραρκετοί οι παραπάνω λόγοι για να αφεθώ σε μια βαθιά υπόκλιση απέναντι στον εν λόγω μουσικό. Τα 7 κομμάτια του νέου του άλμπουμ υφαίνουν έναν κόσμο γεμάτο lap steel κιθάρες, ιδιόρρυθμα glitch κουμπιά –πάντα σε slow motion– ambient ατμόσφαιρες της καλύτερης ποιότητας και εν τέλει, ένα χάρμα ώτων ταξίδι, από εκείνα που μόλις τελειώσουν βγαίνεις καλύτερος ακροατής.

Μακάρι στην ηλικία του, όσο περισσότεροι από μας γίνεται, να έχουμε τα αυτιά μας τόσο ανοιχτά, τις αισθήσεις μας τόσο οξυμένες και τη διανοητική ικανότητά μας τόσο διαυγή, όσο τα κατάφερε μέσα στα χρόνια ο Mike Cooper. H μουσική του κάνει χαρακτηρισμούς τύπου «διαπολιτισμική», «περιπετειώδης», «αντισυμβατική» κοκ. να φαντάζουν στερεοτυπικοί –απλά γιατί τους ξεπερνά. Αυτό το «post-everything» που χρησιμοποιήθηκε για να την περιγράψει, στέκεται τελικά αρκούντως κατατοπιστικό.

Δείτε εδώ το βιντεοκλίπ για το "Guayaquil To Tully"