search

ΔΙΕΘΝΗ

Πάνω σε τζαμαϊκανή βάση, χτίζει ατμοσφαιρικούς κόσμους και επικά τοπία, αξιοποιώντας τη συννεφιασμένη παράδοση που διατρέχει το αστικό και αγροτικό φάσμα της Βρετανίας...

Label | Ninja Tune/Rockarolla
Κυκλοφορία | 5/2017
Βαθμολογία | 7

To 2013 είχα γράψει για το ντεμπούτο του Forest Swords τα εξής λόγια: «Αν όχι το καλύτερο, σίγουρα ένα από το πιο ενδιαφέροντα, περιπετειώδη και περιεκτικά άλμπουμ που άκουσα φέτος. Όσο πιο δύσκολο είναι να διαχωρίσει κανείς τα εξόν συνετέθη σε κάποιο άκουσμα και όταν δεν μιλάμε φυσικά για ατάκτως ριγμένα υλικά σε ένα μπολ, τόσο πιο πιθανό είναι να παρουσιάζεται εκείνο συμπαγές και αυτούσιο. Ακόμα όμως και αν μετά από ενδελεχή έρευνα το καταφέρει κάποιος, μικρή σημασία έχει, μιας και το τελικό αποτέλεσμα από μόνο του ξεκινά να ορίζει νέες αφετηρίες. Μουσικά κάπως έτσι θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε το Engravings».

Τέσσερα χρόνια μετά και καθώς ο (κατά κόσμον) Matthew Barnes επιστρέφει με το 2ο του πόνημα, η λέξη-κλειδί γύρω από αυτό είναι «προσδοκίες».

Ο Forest Swords κατάφερε με το Engravings να θέσει τόσο ψηλά τον πήχη –σχετικά με τον ίδιο του τον εαυτό, κυρίως– ώστε μόνο ως εκ θαύματος θα κατάφερνε να τον ξεπεράσει. Έτσι, ακόμη κι αν το Compassion είναι μια καθόλα αξιόλογη κατάθεση, το τάραγμα των νερών που δημιούργησε ο προκάτοχός του νομοτελειακά το κάνει να φαντάζει …προβλέψιμο. Είναι αστείο, βέβαια, γιατί μιλάμε για ιδιαίτερη και καλή μουσική, για την οποία η πλειονότητα των σύγχρονων παραγωγών θα πέταγε τη σκούφια της.

Αλήθεια, πότε άλλοτε το dub αποτέλεσε βάση για ακούσματα σαν κι αυτά που συνθέτει ο Barnes; Μια τζαμαϊκανική κοπτοραπτική μέθοδος, παρακλάδι της reggae από τα τέλη των 1960s –γεννημένη στα καπνισμένα αυτοσχέδια εργαστήρια του Lee Perry και του King Tubby– έρχεται τόσα χρόνια μετά να αποτελέσει βασική επίστρωση για να χτιστούν πάνω της από ατμοσφαιρικοί κόσμοι μέχρι επικά κινηματογραφικά τοπία. Η υγρή και συννεφιασμένη παράδοση του Ηνωμένου Βασιλείου, σε όλο το αστικό ή εξοχικό/αγροτικό φάσμα της, συναντά cut n’ chop μεθόδους που έφεραν σε αυτούς τους τόπους μετανάστες από ηλιόλουστα νησιά της Καραϊβικής. Και το αποτέλεσμα είναι, αν μη τι άλλο, δομικά στέρεο και ιντριγκαδόρικο.
 
Κομμάτια σαν το "Arms Out", δεν θα έγραφαν οι επίσης πολιτισμικά ανήσυχοι Dead Can Dance στις μέρες μας; Το "Raw Language" δεν θα μπορούσε να συγγενεύει με τις οπερετικές απόπειρες στο τελευταίο άλμπουμ του Andy Stott;

Πολλά είναι λοιπόν τα στοιχεία που θα βρει ο/η ακροατής/ακροάτρια στο Compassion και αυτόματα θα κάνει συγκρίσεις με το Engravings, ανακαλώντας όλα εκείνα τα συστατικά που τον/την έκαναν να κοντοσταθεί αρχικά και να ενθουσιαστεί μετέπειτα με τη μουσική του Forest Swords. Να απογοητευτεί δύσκολο το βρίσκω, αλλά δίνω αρκετές πιθανότητες να περιμένει πλέον το επόμενο δημιούργημα του μουσικού για να επιβεβαιώσει αν οδηγούμαστε στην αρνητική σταθεροποίηση μιας μανιέρας ή αν υπάρχουν πολλές ακόμα πτυχές για εξερεύνηση.