search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Reprise
Κυκλοφορία | 4/2016
Βαθμολογία | 6

Είναι τουλάχιστον αποκαρδιωτικό να βρίσκονται στις τάξεις της συντακτικής ομάδας του Αvopolis δύο ορκισμένοι οπαδοί των Deftones (ο άλλος είναι ο Τάσος Μαγιόπουλος, βεβαίως-βεβαίως), οι οποίοι, στη θριαμβευτική προ διετίας συναυλία της μπάντας στην ημεδαπή είχαν σφιχταγκαλιάσει τα κάγκελα και τα πόδια του Chino Moreno ώστε να μη σαβουριαστεί ενώ ούρλιαζε τα λυσσακά του μέσα στα αυτιά τους, και να μην πέφτει στα χέρια τους ένα άλμπουμ-αφορμή για απενεχοποιημένη προσέγγιση μετά διθυραμβικών σχολίων και βαθμολογικών επαίνων. Ο δίσκος εκείνος, δηλαδή, που θα αποτίναζε τα δεσμά της ορθολογιστικής και αντικειμενικών κριτηρίων προσέγγισης που απαιτεί μια «σωστή» κριτική και θα τους άφηνε να κυλιστούν χωρίς ενοχές στον βούρκο της ακατάσχετης οπαδολαγνείας.

Ήλπιζα λοιπόν πως, μετά τις θετικές κριτικές για τα Diamond Eyes (δες εδώ) και Koi No Yokan (δες εδώ) το Gore θα ήταν αυτό που θα έδινε πάτημα για να διαλαλήσει κανείς την αυθεντία των παιδιών του Σακραμέντο προς όλο το αναγνωστικό κοινό τούτου εδώ του ιστότοπου –και ειδικά σε όσους τους αντιμετωπίζουν ακόμα και τώρα με δυσπιστία. Γιατί μπορεί οι Deftones να αποτελούν μια τεράστια heavy rock μπάντα με μοναδικό ήχο και ξεχωριστή ταυτότητα, υποστηριζόμενοι από ένα ευρύτατο φάσμα οπαδών με πλήθος διαφορετικών μουσικών καταβολών ανά την υφήλιο, αλλά κουβαλούν ακόμη τη ρετσινιά της εμφάνισης στη δισκογραφία τον καιρό που στον σκληρό αμερικάνικο ήχο κυριαρχούσε το nu πρόθεμα (θου Κύριε!).

Όμως το Gore δεν είναι αυτός ο δίσκος. Παράδοξο ίσως, καθώς δείχνει να μονοπωλεί τις θετικές αποτιμήσεις σε όλα τα μέσα, ανεβαίνοντας στο δεύτερο υψηλότερο σκαλοπάτι των ευνοϊκά αποτιμημένων κυκλοφοριών του γκρουπ στο Metacritic. Πόσο μάλλον όταν οικεία πρόσωπα σχολίασαν με ενθουσιασμό το λευκό βινύλιο με το «υπέροχο εξώφυλλο», ενώ δεν μπορούσαν να σταματήσουν να ακούνε «τα κομμάτια 5 & 10»... Με αποτέλεσμα ο υποφαινόμενος να στέκει μετέωρος και να μην μπορεί να συμμεριστεί τον ενθουσιασμό καμίας πλευράς: κάθε ακρόαση, απεναντίας, είχε την ίδια απογοητευτική κατάληξη, με την αφεντιά μου να ανακαλύπτει τα ίδια μεμπτά στοιχεία ξανά και ξανά.

Η κατάληξη ήταν λοιπόν να αποδωθούν ευθύνες. Προσπερνώντας το σύνολο του μουσικού τύπου που τόσο γουστάρει να παρασύρεται στο hype που ο ίδιος δημιουργεί, δύο υπήρξαν τα υπαίτια γεγονότα (θεόρατων προσδοκιών εξαιρουμένων): η επιλογή του Matt Hyde ως υπευθύνου παραγωγής και μιξαρίσματος στη θέση του Nick Raskulizecz από τη μία μεριά και η κόντρα Morenο/Carpenter από την άλλη. Κι αν αυτή η δημιουργική αντιπαράθεση των δύο «κεφαλών» της μπάντας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνθετικής διαδικασίας εδώ και μια εικοσαετία –με την ανταγωνιστική τους φύση να αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του ονειρικά κολασμένου ήχου που παράγουν– το φετινό πόνημα δεν είχε το ίδιο ευτυχές αποτέλεσμα. Ο Stephen Carpenter πιάνεται μάλιστα οφσάιντ σε δημόσια σχόλιά του για το «δημιουργικό τείχος» στο οποίο προσέκρουσε κατά το φτιάξιμο του δίσκου.

Αφουγκραζόμενος κανείς την τραχειά απόσταση στα περισσότερα από τα 11 νέα τραγούδια του Gore, μπορεί να φτάσει στη διαπίστωση πως την ευθύνη για τη μη λείανση των εντυπώσεων έχει αποκλειστικά η ηχητική αποτύπωση αυτής καθαυτής της δυσαρμονίας εκ μέρους Matt Hyde. Ήχος ξερός, επίπεδος και απόμακρος, με αποκομμένες τις άτονες α-λα-Meshuggah κιθάρες από το όλο σύνολο. Έτσι, η όλη δυναμική της μπάντας μετριάζεται και ο μεστός και έντονος ήχος, με τον όγκο και το εύρος των προηγούμενων κυκλοφοριών, βρέθηκε να έχει κουνήσει μαντήλι για τα καλά... Αναγκαστικά, λοιπόν, υποχωρεί τελικά και ο φανατικός οπαδός στο διάβα του κυνικού κριτικού, χωρίς μάλιστα να φέρει ιδιαίτερη αντίσταση.

Από το Gore, επομένως, λείπει το εκτόπισμα. Είναι ένας καλοφτιαγμένος δίσκος που όμως δεν φλερτάρει με την υπέρβαση και κινείται εντός των ορίων ασφαλείας του γκρουπ, ακολουθώντας λίγο πιο στενά την τάση του Moreno να αφήνεται σε μελωδικότερα μοτίβα, με την εξ αποστάσεως και διακεκομμένη διαδικασία γραφής του να αφήνει παράλληλα τον Carpenter έξω από τα νερά του. Πληθώρα καλών στιγμών υπάρχει βέβαια ακόμα και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αλλά δεν τις διατρέχει η απαραίτητη συνοχή ώστε να κάνουν και το σύνολο να ξεχωρίσει. Καταλήγοντας έτσι σε ένα θαμπό ηχητικό τοπίο, που απλά ικανοποιεί δίχως να συναρπάζει.