search

ΔΙΕΘΝΗ

Θα είναι κανείς άδικος αν δεν αναγνωρίσει την απόσταση ανάμεσα σε εκείνο το πρώτο άλμπουμ των Καναδών, που κυκλοφόρησε το ...μακρινό 2003, και στο φετινό πόνημά τους. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην αύξηση των φιλοδοξιών σε επίπεδο μαρκίζας (συγκρίνετε τους τίτλους και τα εξώφυλλα των δύο εργασιών), αλλά και στην επιτήδευση στην υλοποίηση του κυρίως σώματος: παρότι υπάρχει σαφής συνέχεια και συνάφεια, οι Besnard Lakes έχουν στο μεταξύ αποκτήσει την ικανότητα να αποτυπώνουν με πολύ συγκεκριμένο και πειστικό τρόπο το όραμά τους.  

Για να είμαστε απόλυτα δίκαιοι, βέβαια, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η προαναφερθείσα απόσταση δεν καλύφθηκε σταδιακά, αλλά μάλλον δυσανάλογα: στον 3ο δίσκο του The Besnard Lakes Are The Roaring Night (2010), το γκρουπ είχε ήδη καταλήξει στον καλλιτεχνικό εαυτό που επιθυμούσε να υπηρετήσει. Και έκτοτε μοιάζει ικανοποιημένο με το να κινείται εντός της οριοθέτησης εκείνης. Με χάρη το δίχως άλλο, με βεβαιότητα και πυγμή, πάντως χωρίς ιδιαίτερη διάθεση για σπάσιμο των συνόρων.

Ακούγοντας τούτο το 5ο τους άλμπουμ, νομίζω ότι για πρώτη φορά γίνεται απόλυτα σαφές ότι οι Besnard Lakes βρίσκονται απέναντι σε τοίχο. Πλέον δηλαδή δεν καταφέρνουν να βρουν ανεξερεύνητες γωνιές στην αλάνα τους, ούτε τρόπους για να κοιτάξουν με νέο βλέμμα εντός της. Κι έτσι ακούγονται σαν μια παρέα που αναμασά τον εαυτό της, η οποία προσπαθεί να υλοποιήσει μια εικόνα χρησιμοποιώντας κομμάτια από ένα παζλ που ήδη έχει φτιαχτεί και αποκαλυφθεί. Όλα τα στοιχεία της ταυτότητάς τους –τα χορωδιακά και τα φαλσέτο φωνητικά, η ψυχεδέλεια, οι shoegaze κιθάρες, ο «επεκτατισμός» των συνθέσεων και πάει λέγοντας– είναι βέβαια παρόντα κι εδώ, στις «σωστές» αναλογίες, όπως «πρέπει». Όμως κάτι λείπει, εμφανέστατα.

Αυτό το «κάτι», λοιπόν, δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην αίσθηση του ξανακουσμένου, παρότι θα ήταν βολικό κάτι τέτοιο. Αντίθετα, νομίζω ότι τούτη τη φορά το συγκρότημα βρέθηκε σε κακή μέρα, μακριά από την έμπνευσή του. Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά την προσπάθειά τους να φτιάξουν κάτι πιο συμμαζεμένο χρονικά, τα 39 λεπτά της διάρκειας του δίσκου κυλάνε μάλλον δύσκολα. Όσο για τη στιχουργική θεματολογία, η οποία έχει να κάνει με τη μυθοποίηση των στοιχείων της φύσης, δύσκολα μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι έχει να προσφέρει σανίδα σωτηρίας στην ακρόαση –μάλλον ως δευτερεύων παράγοντας περνάει.

Οσοδήποτε όμορφο και επικό, το ηχητικό οικοδόμημα των Besnard Lakes μου ακουγόταν συχνά κάπως εύκολο και ασφαλές. Την «έσπαγαν» εντούτοις τη συγκεκριμένη αίσθηση μέχρι πρότινος, αφού κατάφερναν να εξοπλίζουν τις συνθέσεις τους με μελωδικά και ενορχηστρωτικά άγκιστρα και να τις εμπλουτίζουν με επαρκείς δόσεις περιπέτειας. Στο A Coliseum Complex Museum, όμως, τα στοιχεία αυτά συνήθως απουσιάζουν, με αποτέλεσμα να αποκαλύπτεται ένας σκελετός όχι ιδιαίτερα κολακευτικός για το γκρουπ.

Ζητείται επειγόντως ένα ταρακούνημα, που θα οδηγήσει την παρέα από το Μόντρεαλ σε επανεξέταση του προσανατολισμού της.