search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Chemikal Underground
Κυκλοφορία | 1/2016
Βαθμολογία | 7

Στο αριστουργηματικό του βιβλίο Διορθώσεις, ο Αμερικανός συγγραφέας Jonathan Franzen εξερευνά την παθογένεια αλλά και την ευλογία των οικογενειακών δεσμών: το πώς ο χρόνος μαλακώνει τις ενδοικογενειακές σχέσεις και καθορίζει, τελικά, το πώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή μας σε σχέση με το ευρύτερο περιβάλλον, όταν πια απεμπλακούμε από τους βιολογικά (προκαθ)ορισμένους μας ρόλους.

Παρόμοιες θεματικές και ανησυχίες βρέθηκε να ψηλαφίζει και η Emma Pollock στον 3ο της προσωπικό δίσκο, καθώς αυτές άρχισαν να τη στοιχειώνουν με τον πιο βίαιο τρόπο μετά τη βαριά αρρώστια των γονιών της και τον θάνατο εν τέλει της μητέρας της, πριν έναν χρόνο. Αλλά το In Search Of Harperfield δεν πέφτει στην παγίδα του συναισθηματικού εκβιασμού, αποτελώντας ένα πένθιμο αυτοβιογραφικό σημείωμα. Αντίθετα, πυροδοτεί περισυλλογή ως μία συνειδητοποιημένη αυτοκριτική της Σκωτσέζας συνθέτριας –με τα λάθη της, το πέρασμα του χρόνου και την αποδοχή της θνησιμότητας να αναδεικνύονται σε στιχουργικούς πυλώνες.
   
Τόσο το εξώφυλλο, όσο και ο τίτλος, συνεισφέρουν στο θεματικό μοτίβο, αφού το μεν προέρχεται από το ερασιτεχνικό φωτογραφικό πορτφόλιο του πατέρα της Pollock, Guy, το δε Harperfield αντιστοιχεί στο όνομα της αγροικίας που αγόρασαν οι γονείς της ως νέο ζεύγος. Κι ενώ οι εικαστικοί συμβολισμοί σταματούν εδώ, οι στίχοι συνθέτουν ένα κολάζ σύντομων, αφηρημένων ιστοριών απόσχισης από δεσμούς αίματος, απόκρυψης οικογενειακών ψεμάτων και έγερσης υπαρξιακών στοχασμών· το οποίο αστράφτει μέσω των εναρμονισμών με τις συνθέσεις, με τη γλυκόπικρη μα και συνάμα επιτακτική χροιά της Pollock να βρίσκεται σε πρώτο πλάνο.

Για να αναδειχθεί αυτή, έχει πραγματοποιήσει σπουδαία δουλειά στην παραγωγή ο σύζυγος της Paul Savage (πρώην μέλος, μαζί με την ίδια, των υποτιμημένων indie poppers Delgados), ο οποίος δεν επέτρεψε στις έγχορδες ενορχηστρώσεις να υπερκεράσουν τη φωνή της συζύγου του, αλλά τις χρησιμοποίησε έτσι ώστε να λειτουργήσουν ως φυσικές προεκτάσεις της. Σε κομμάτια έτσι όπως το “Intermission”, τα ελεγειακά βιολιά κουρδίζονται στις ίδιες συναισθηματικές συχνότητες με τις χορδές της Pollock, για να αποδώσουν –σαν ιμπρεσσιονιστικός πίνακας– τον βουβό θρήνο για την απώλεια της μητέρας της.

Η τελευταία σύνθεση, τώρα, μπορεί να μπει σε μία ενοποιημένη (ηχητικά και στιχουργικά) συστάδα κομματιών, στην οποία θα βρούμε επίσης το δυσοίωνο chamber pop ρέμβασμα “Alabaster” με τους στίχους του να στάζουν πικρία και προδοσίαThese little secrets do betray you see, written in the creases of the smile you flash at me»), τη σπαρακτική μπαλάντα “Clemency” με τον ακρωτηριασμό της νεανικής συνείδησης να καταλαμβάνει κάθε της γωνιά («I will clip your wings whilst sleeping / If you venture home again / And I will cut your legs from under you / If you so much as say her name»), αλλά και το ψυχικό βαρίδι “Dark Skies” με την ανατριχιαστική μελωδία, στο οποίο η Pollock αποδέχεται την τυχαιότητα της ανθρώπινης ζωήςwe are the products of a million chances»).

H σκωπτική μελαγχολία που επιφέρουν αυτά τα περιεκτικά αφηγήματα διαπροσωπικών ναυαγίων, απαλύνεται και νοηματοταδοτείται από μία άλλη κατηγορία τραγουδιών, η οποία αποπνέει συνειδητοποιημένη αισιοδοξία. Το εναρκτήριο “Cannot Keep A Secret” και το “Don’t Make Me Wait” είναι δύο τρυφερά ποπ αγγίγματα, κουκουλωμένα ως βίαιες γροθιές σε οδυνηρές αναμνήσεις. Από την άλλη, η σκανδαλιάρα ποπ του “Parks And Recreations” και κυρίως εκείνη του “In the Company Of The Damned”, αγγίζουν το ταβάνι ευφορίας που μπορεί να προσφέρει το ταλαιπωρημένο θυμικό της 40χρονης (και βάλε) Σκωτσέζας.

Και αν όλες οι 10 πρώτες συνθέσεις λειτουργούν ως μία αθροιστική απόσταξη των παραπόνων της Pollock προς όλους όσους τη στιγμάτισαν με αναμνήσεις και τραύματα που δεν θα ήθελε να κουβαλάει, τότε στο φινάλε με το “Old Ghosts” στρέφει θαρραλέα την κάμερα στο πρόσωπό της. Και στον ανοιχτό αυτόν μονόλογο όπου μας προσκαλεί, γινόμαστε παρατηρητές μα και κριτές του πραγματικού, ξεκρέμαστου ερωτήματος που καίει τα σωθικά της: «How am I supposed to speak to / Those I ridiculed, but still looked up to?».

Δεν έχουμε εύκολη απάντηση, ούτε καν για τους ίδιους μας τους εαυτούς. Το μόνο βέβαιο είναι πως η συναισθηματικά διάφανη τραγουδοποιία της Pollock θα αναδεικνύει τη διαχρονική αξία τέτοιων πολύτιμων, εσωτερικών αναζητήσεων.