search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | ECM/Μικρή Άρκτος
Κυκλοφορία | 1/2016
Βαθμολογία | 7

Ο Ches Smith έγινε γνωστός ως ντράμερ της indie συντροφιάς των Xiu Xiu, ηχογραφώντας μαζί τους 8 δίσκους από το 2002 ως σήμερα. Είναι όμως ένας ιδιαίτερα δραστήριος μουσικός, τόσο στο πεδίο του ευρύτερου ροκ (συνεργαζόμενος λ.χ. με την Carla Bozulich ή με τα σχήματα των Secret Chiefs 3 και 7 Year Rabbit Circle), όσο και σ’ εκείνο της ελευθεριακής τζαζ (με το γκρουπ που καθοδηγεί ο ίδιος, τους These Arches, ως σταθερό μέλος των Snakeoil του Tim Berne και των Ceramic Dog του Marc Ribot, αλλά και παίζοντας περιστασιακά με μουσικούς όπως οι John Zorn, Wadada Leo Smith, Fred Frith ή Trevor Dunn). Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι διδάχθηκε τα της σύνθεσης από δύο σπουδαίους του αμερικάνικου πειραματισμού, τον Alvin Curran και την Pauline Oliveros. 

Εύκολα, λοιπόν, και …βάσει βιογραφικού, μπορούμε να αποδείξουμε το τάλαντο και την πολυπραγμοσύνη του Smith. Δεν παίζει όμως πάντοτε το βιογραφικό τη μουσική. Δηλαδή αυτό την παίζει –αν σκεφτούμε το θέμα στην ουσία του– κάνει όμως μεγάλη διαφορά το πώς θα ενωθούν κάθε φορά οι ψηφίδες του, όπως και το πόσο έχει διάθεση ο καλλιτέχνης να βάλει τρικλοποδιές στον εαυτό του, αναγκαζόμενος να ψάξει τον δύσκολο δρόμο.

Αν μη τι άλλο, ο Smith πράττει κάτι τέτοιο. Για τούτον τον πρώτο του δίσκο στην ECM (πρώτο ως leader, καθώς έχει ηχογραφήσει εκεί άλλους 3 μαζί με τον Berne και έναν ακόμη με τον Robin Williamson των Incredible String Band), επιλέγει έναν κάπως παράδοξο σχηματισμό: ένα τρίο, με τον ίδιο στα τύμπανα και στο βιμπράφωνο, τον Craig Taborn στο πιάνο και τον Mat Maneri στη βιόλα. Προφανώς δεν ανακαλύπτει τον τροχό, όμως η ίδια η σύσταση του τρίο τον βγάζει έξω από το «comfort zone» που λένε στο χωριό μου –εννοώντας το πεδίο εκείνο όπου το βιογραφικό μπορεί σχεδόν από μόνο του να προσφέρει λύσεις, τρόπους και μεθόδους.

Διότι, εντάξει, μπορεί να βρισκόμαστε στον ευρύτερο χώρο της προοδευτικής (με τάση προς τον αυτοσχεδιασμό) τζαζ, όμως το The Bell δεν μένει μόνο μέσα σ’ αυτόν. Κρύβει επίσης μια ευαισθησία, η οποία μπορεί να εγγραφεί στη συνομιλία της τζαζ με την κλασική ή τη σύγχρονη γενικότερα μουσική, τομέα στον οποίον η ECM έχει να επιδείξει σπουδαία δείγματα γραφής. Η επιλογή της βιόλας νομίζω πως δείχνει προς μια τέτοια κατεύθυνση (μολονότι και ο Maneri είναι γενικά γνωστός ως τζαζ μουσικός), όπως επίσης και η μελωδική αγωγή σε υπολογίσιμο μέρος του δίσκου.

Υπάρχει όμως ένα διαρκές παιχνίδι στο The Bell, ένας συνεχής επαναπροσδιορισμός της ταυτότητάς του: μεταξύ των σεταρισμένων θεμάτων του Smith και του –φαινομενικά– ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, μεταξύ της τζαζ πρακτικής παιδείας του και της θέλησής του να εξερευνήσει τους απόηχους του κλασικισμού. Όλα τούτα μπλέκονται το ένα μέσα στο άλλο, δημιουργώντας τελικά ένα αποτέλεσμα αρκετά πρωτότυπο (αν και όχι καινοφανές) και ταυτόχρονα ιδιαίτερα γοητευτικό, έτσι όπως κινείται μεταξύ διαφορετικών μουσικών προοπτικών.

Ακούστε π.χ. το “Isn’t It Over?”, την καλύτερη ίσως σύνθεση του δίσκου. Διαρκεί περίπου 14 λεπτά και διατρέχει συνεχώς όλα τα παραπάνω, σε σημείο ώστε σπανίως μπορείς να μαντέψεις πού θα βρίσκεται στο επόμενο λεπτό. Κομμάτι στο οποίο βρίσκεται και η πιο γερή γκρούβα που έχει να επιδείξει το The Bell, όταν γύρω στο 10λεπτο ο Smith βρίσκει στα τύμπανα έναν δυναμικό κύκλο, με το πιάνο του Taborn σε πρώτο χρόνο και τη βιόλα του Maneri σε δεύτερο να ακολουθούν κρατώντας την ένταση μέχρι το εξαιρετικό τελείωμα.

Ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση, όπου το γκρουβ αναδεικνύεται σχετικά σφιχτό, η μουσική δεν σταματάει να αναπνέει και να αναζητά μικρο-διεξόδους. Μπορεί να είναι μια ανεπαίσθητη αλλαγή του Smith στην τομή των μέτρων, μπορεί ένα πιο ελευθεριάζον παίξιμο από τον Maneri, σημασία έχει ότι πάντοτε διατηρείται η ευχέρεια της κίνησης, η μέριμνα της διαφυγής. Κάτι που κάνει τον δίσκο ανήσυχο, περιπετειώδη και τελικά πιο γοητευτικό απ’ όσο δικαιολογούν οι «καθαρές» του ποιότητες.

Άλλη μια αξιοπρόσεκτη στιγμή έρχεται στο “I Think”. Εδώ το πιάνο είναι εκείνο που βασικά χτίζει το γκρουβ, με το δεξί χέρι πάντως του Taborn να συνομιλεί θαυμάσια με τον (σχεδόν πάντοτε) απείθαρχο Maneri –αφήνοντας το αριστερό του να χοροπηδάει με χάρη πάνω στους ρυθμικούς κύκλους. Εδώ επίσης φαίνεται, αν θέλετε, και η δημοκρατικότητα του Smith ως leader: αφήνει όλον σχεδόν τον χώρο στη διάθεση των συνοδοιπόρων του, αρκούμενος σε ορισμένους διακριτικούς τονισμούς στο βιμπράφωνο· πιάνει τα τύμπανα μόνο προς το τέλος, αν και η έκρηξη που επιφέρει μάλλον ξεχειλώνει την ένταση, παρά την πυκνώνει.

Είναι, γενικώς, ένας δίσκος ανοιχτών οριζόντων το The Bell, όπως είναι και πρωτίστως συνεργατικός –με την έννοια ότι εξαρτά τα περισσότερα από τη διάδραση των τριών μουσικών, παρά από τη μουσική ευφυΐα του ενός. Ο κομβικός ρόλος του αυτοσχεδιασμού δείχνει κάτι τέτοιο, όπως και η έμφαση σε μία χαλαρή αρχιτεκτονική, σε κατά κανόνα χαμηλότονες αλληλεπιδράσεις που περισσότερο αφήνουν, παρά καταλαμβάνουν χώρο. Πέρα δηλαδή από τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις των (αυτοσχεδιαστικών ή μη) θεμάτων στα οποία ασκούνται, οι Smith, Taborn & Maneri παίζουν και με τις σιωπές τους, σκιαγραφώντας συνήθως ένα αρκετά διακριτικό, ατμοσφαιρικό, αλλά πάντοτε εξερευνητικό μουσικό περιβάλλον.