Στο καταπληκτικό του βιβλίο Retromania: PopCulturesAddictiontoitsOwnPast, ο σπουδαίος μουσικογραφιάς Simon Reynolds εισήγαγε έναν νέο όρο: το «record collection rock». Σαν παραδείγματα χρησιμοποίησε μπάντες όπως τους Spacemen 3, τους Primal Scream και τους Strokes, αλλά κάτω από αυτήν την ομπρέλα χωράνε αμέτρητα ροκ συγκροτήματα της τελευταίας 20ετίας. Ο όρος αφορά όσα κληρονόμησαν μια μουσική κληρονομιά 30 (και πλέον) ετών, τα μέλη των οποίων οδηγήθηκαν να γίνουν μουσικοί λόγω της εξοντωτικής ακρόασης των δίσκων που αγόραζαν. Κάτι που όχι μόνο πότισε την ιδιοσυγκρασία τους, μα τους ώθησε να εξαπολύσουν στα τραγούδια τους μια υποσυνείδητη ροκ νοσταλγία, αντί για μια ρηξικέλευθη φωνή.

Υπάρχει όμως και μια σημαντική λεπτομέρεια: ο όρος «record collection rock» δεν αφορά μόνο στο δενδρόγραμμα με τους μουσικούς προγόνους μιας μπάντας, ούτε στο αν οι τελευταίες δουλεύουν πάνω σε καλοχωνεμένες επιρροές για να χτίσουν ένα πλαίσιο τραγουδιών που ν' ακούγονται «οικεία». Αφορά και στις περιπτώσεις που οι μουσικές γνώσεις του ακροατή για τις αναφορές ενός συγκροτήματος γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι για την εκ μέρους του εκτίμηση/απόλαυση ενός άλμπουμ. Εδώ λοιπόν έχουμε ένα άλμπουμ παλιάς μεν κοπής, μοντέρνα δε εκτελεσμένο, πλήρες σε διάρκεια και χυμούς, με πληθώρα λατρεμένων αναφορών. Μια «win-win situation» δηλαδή. Όμως ας τα πάρουμε από την αρχή.

Το Lost In The Dream είναι η καινούρια δουλειά των War On Drugs, η τρίτη τους από την εποχή που έφυγε ο Kurt Vile και απ' όταν ο Adam Granduciel ανέλαβε την ηγετική θέση. Όμως, όσο απολαυστικά κι αν ηχούν αυτά τα 10 νέα τραγούδια, φοβάμαι ότι το γκρουπ αρχίζει να αντιλαμβάνονται την πρωτοτυπία ως αντιπρότυπο. Και δεν εννοώ τις σκόρπιες επιρροές που βρίσκει κανείς σε όλους ανεξαιρέτως τους ροκ δίσκους, αλλά τις ευθεία μετωπικές αναφορές, οι οποίες ωθούν τον ακροατή σε συγκεκριμένο λήμμα της δισκοθήκης ώστε να βρει π.χ. το τάδε σιγκλάκι του Tom Petty από το 1979 ή το δείνα χαμένο τραγούδι του Don Henley από το 1984.

Πιο συγκεκριμένα, το “Under The Pressure” αναβιώνει το πνεύμα της τελευταίας περιόδου των Eagles· το “Red Eyes” στοιχειώνεται από την ευοίωνη μελαγχολία των Fleetwood Mac· ο Neil Young –σε όλη τη μεγαλοπρέπεια των πειραγμένων μοτορικών ρυθμών της Ragged Glory του– κρατάει τα κλειδιά του “An Ocean In Between The Waves”· η americana του John Mellencamp βρίσκει τον δρόμο της στο "Sufferong"· ο Don Henley στα πιο μελαγχολικά του οικειοποιείται το “Disappearing”· το “Eyes To The Wind” κοιτάζει τους ανοιχτούς αυτοκινητοδρόμους με τα μάτια του Jackson Browne (και κρυφοκοιτάζει, επίσης, στο γραπτό του Lindsey Buckingham στο μπροστινό θρανίο)· το “Burning” είναι το καλύτερο τραγούδι που δεν έγραψε ποτέ ο Springsteen όταν έκανε περιοδεία για το DarknessInTheEdgeOfTown· το “In Reverse” συλλαμβάνει τον τρόπο που ο Tom Petty και οι Heartbreakers γράφουν για μοναχικά καλοκαιρινά βράδια σε μικρή πόλη· και το πνεύμα του Dylan –της δεκαετίας του 1980, με τον Lanois– κατσικώνεται στο “Lost In The Dream”.

Πετρώδεις αναφορές, καμωμένες με αγάπη σε ένα στούντιο με πόστερ από ξεχαρβαλωμένες ροκ φιγούρες στους τοίχους, προορισμένες να γίνουν «ιδανικές» για ακροατές εξειδικευμένους στα rock trivia, οι οποίοι θα τσακώνονται για την πατρότητα σε κάθε riff που εντόπισαν. Το ζήτημα όμως είναι ότι δεν μιλάμε εδώ για ένα φεστιβάλ μνήμης, ούτε για το πνεύμα που μεταλαμπαδεύεται σαν την προφορική παράδοση.

Το Lost In The Dream είναι βέβαια ένα καλό άλμπουμ. Κάθε απόπειρα αποδόμησης της ποιότητας του «τοίχου» από guitar noise που έχτισαν εδώ οι War On Drugs ή υποτίμησης της αξίας της dreamy rock σκόνης που σηκώνουν τα τραγούδια τους θα πέσει στο κενό, καθώς η ποιότητα στην εκτέλεση είναι αφοπλιστική. Οι Αμερικανοί έχουν την εγγενή ικανότητα να επικοινωνούν με τα φαντάσματα της «δισκοθήκης», σε απλωμένα σε διάρκεια τραγούδια με ύπουλης δυναμικής κλιμάκωση και τσίτα τεντωμένους τους χρόνους των κουπλέ. Μια γνήσια κιθαριστική αυτοψία των ροκ αρχέτυπων του δεκαετιών του 1970 και του 1980.

Όμως δεν μπορώ να ξεφύγω από το αξίωμα του Reynolds, που δίνει πάτημα για μια πιο μετρημένη και ψύχραιμη ανάλυση ενός τέτοιου δίσκου και –ακόμα περισσότερο– των ακροατών στους οποίους απευθύνεται. Αυτών που στάζουν μέλι για τους War On Drugs καθώς αποθεώνουν αυτοματοποιημένα και ντελιριακά διάφορους indie ήρωες του σήμερα, αλλά και του κομματιού του μουσικού τύπου που τους υποκλίνεται, προκρίνοντας τη λογική ότι ο έχων τα περισσότερα εφόδια θα είναι εκείνος που θα εισχωρήσει στο υπόστρωμα του δίσκου… Αυτό το τελευταίο μου ακούγεται ελιτίστικο και καθόλου καλό.

Από την άλλη, ίσως το Lost In The Dream λειτουργήσει σαν πηγή αναφορών για κάποιους νεότερους. Όμως αυτός που «κατέχει» ή θέλγεται να ανακαλύψει το ροκ συντακτικό το οποίο χρησιμοποίησαν οι War On Drugs, γιατί να σταθεί εδώ και να μην ανατρέξει στη σιγουριά των αυθεντικών; Σύμφωνα με αυτά τα δύο τελευταία συμπεράσματα, μάλλον τελικά πρόκειται για «lose-lose situation», με την οποία περνάς όμως τόσο υπέροχα, ώστε ίσως δεν θα ’πρεπε να σε νοιάζει τόσο· ίσως θα έπρεπε απλά να «χαθείς στο όνειρο», πιστός στο δόγμα ότι η υπερανάλυση σκοτώνει την απόλαυση της στιγμής. Όμως η ποιότητα ενός ροκ δίσκου είναι υπόθεση στιγμής; Δεν έχει σαν βάση τη διαχρονικότητα και την αυθεντικότητα;

Δεν ξέρω, μπερδεύτηκα πάλι…

 

{youtube}1LmX5c7HoUw {/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured