Η αποχώρηση του Graham Coxon από τους Blur είναι ένα γεγονός που ακόμη δεν έχει διαψευστεί ούτε και επιβεβαιωθεί απ' το στρατόπεδο του συγκροτήματος, οπότε είμαστε απολύτως ελεύθεροι να υποθέσουμε ό,τι θέλουμε σχετικά με το τι οδήγησε στο σχίσμα μεταξύ των δύο μεγάλων προσωπικοτήτων της περίφημης britpop και όχι μόνο μπάντας. Είναι λοιπόν κάτι παραπάνω από προφανές ότι η επιτυχία του Damon Albarn με τους Gorillaz έχει μεταβάλει τα δεδομένα και τις δυναμικές στις τάξεις του σχήματος, τους στόχους και τις μελλοντικές τους κατευθύνσεις.

Ως εκ τούτου, όταν τα χρήματα ρέουν άφθονα από ένα project που ξεκινάει απ' το χαβαλέ και καταλήγει ξανά εκεί, αφού εν τω μεταξύ περάσει από ένα σωρό μουσικά τοπία - ηχητικές αναφορές και διατηρήσει σώα και ανέπαφη την καλλιτεχνική του ακεραιότητα, ποιος θέλει να ξαναζήσει τη βασανιστική ενδοσκόπηση δίσκων όπως το φερώνυμό τους ή το "13"; Και δεν αναφερόμαστε στους οπαδούς του γκρουπ αλλά στους ίδιους τους μουσικούς, που πρέπει να ζουν με τα καινούργια τραγούδια τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, να τα παίζουν σε αμέτρητες συναυλίες και να αναλύουν σε δεκάδες συνεντεύξεις το περιεχόμενό τους.

Ο Albarn έχει κάνει την ψυχανάλυσή του με κομμάτια σαν το "No Distance Left To Run", αλλά αυτό έγινε παλιότερα, όταν οι σχέσεις του κατέρρεαν και μέσω της μουσικής έψαχνε να βρει γιατρικά της ψυχής. Τώρα που τα οικογενειακά του μοιάζουν να πηγαίνουν καλά και μπορεί να κάνει το κέφι του με μουσικούς απ' το Μαλί αν του προταθεί κάτι τέτοιο, δεν έχει κανέναν δισταγμό να προχωρήσει σε μια νέα, διαφορετική διάσταση τη μουσική των Blur, ακόμη κι αν χρειαστεί να φέρει τον Fatboy Slim στην καρέκλα του παραγωγού. Μια πρώτη γεύση ήταν το "Music Is My Radar" απ' τη συλλογή με τα καλύτερά τους και περιμένουμε με ενδιαφέρον τη συνέχεια.

Ο Graham Coxon απ' την άλλη ήταν πάντα ένα indie kid κατά βάθος, περισσότερο αυθόρμητος και εγκεφαλικός απ' τους υπόλοιπους, πάντοτε ανοιχτός σε πειραματισμούς, αλλά και με πολύ συγκεκριμένες ιδέες και κατασταλαγμένο ύφος στα όσα ήθελε να υλοποιήσει. Αυτό τουλάχιστον έδειξαν και οι τρεις προηγούμενοι προσωπικοί του δίσκοι, κι αυτό δείχνει και τούτο εδώ το νέο του πόνημα, που για μια ακόμη φορά ηχογράφησε σχεδόν μόνος του (συμμετέχουν μόνο με πλήκτρα ο Louis Vause, ο οποίος αυτές τις ημέρες κυκλοφορεί το δικό του άλμπουμ στην Transcopic με τίτλο "Pianophernalia", και ο θρυλικός, μα γνωστός απ' τη συμμετοχή του στους Verve, κιθαρίστας BJ Cole).

Αντίστοιχα, συνεχίζοντας την παράδοσή του, το "The Kiss Of Morning" δεν παραμένει αξιόλογο καθ' όλη τη διάρκειά του. Περιέχει ορισμένα σπουδαία τραγούδια, ενώ περιέχονται και κάποια άλλα που πέφτουν στην κατηγορία της κλασικής τραγουδοποιίας και δεν ξεχωρίζουν απ' όσα έχουμε ακούσει, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια.

Το "Bitter Tears" που ανοίγει το δίσκο είναι μια βασανισμένη μπαλάντα γεμάτη ευαισθησία και ορμή, ενώ στο "Good Times" που τον κλείνει, ο Coxon τραγουδάει "Θέλω να θυμάσαι τις καλές στιγμές" στέλνοντας μάλλον μήνυμα με συγκεκριμένους αποδέκτες. Από τα πιο εξαίσια κομμάτια, το single "Escape Song" που φανερώνει την αγάπη του συνθέτη του για τον ήχο των Pixies αλλά και την αδυναμία του να τραγουδήσει (στη δεύτερη πλευρά του υπάρχει η μέτρια americana του "Mountain Of Regret") και το αιχμηρό "Do What You're Told". Από εκεί και πέρα, περιμένεις τα πάντα, από μπαλάντες στο στυλ του Dylan ("Baby, You're Out Of Your Mind") μέχρι γράμματα μίσους σαν αυτά που θα έγραφε ο Billy Bragg ("Song For The Sick").

Το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που βγαίνει απ' το άλμπουμ αυτό είναι ότι ο Graham Coxon για να μεγαλουργήσει χρειάζεται το συγκρότημά του, και το αντίστροφο. Περιμένουμε τις επόμενες κινήσεις και των δύο με κομμένη την ανάσα.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured