Ο Anthony Reynolds βλέπει κάθε του δισκογραφική απόπειρα να συγκεντρώνει όλο και λιγότερο τα βλέμματα του Τύπου. Μετά το Λονδρέζικο hype του ντεμπούτο του με τον Matthew Scott, "Pioneer Soundtracks", οι Jack δεν κατάφεραν ποτέ να συγκεντρώσουν κάτι παραπάνω από τα χειροκροτήματα των κριτικών και μερικών (ομολογουμένως πολύ) φανατικών οπαδών. Το "The Jazz Age" καθυστέρησε αρκετά και στο τέλος βρήκε μικρό καταφύγιο στα βρετανικά ΜΜΕ, πόσο μάλλον στο ευρύ κοινό. Το ίδιο συνέβη και με τους Jacques, το side project του Anthony, που έβγαλε δύο αξιόλογα albums ("How to Make Love", "To Stars"), τα οποία έδειχναν την πιο εσωστρεφή και αισθαντική πλευρά του.

Για πολλούς, η πρώτη δουλειά των Jack είναι και η κορυφαία, σημασία έχει όμως ότι η μπάντα εξελίσσεται ηχητικά και έχει κατορθώσει να κουβαλήσει τις επιρροές και τις πομπώδεις δραματικές indie απόπειρές της στον ήχο των 00s. Τα τραγούδια τους όμως παραμένουν πάντα πλούσια και μελοδραματικά και αρνούνται να καταταχτούν ηχητικά κάπου. Bedsit rock είναι ο όρος που έχει χρησιμοποιηθεί, αλλά ελάχιστα μας λέει αυτό. Από τους Velvet Underground ως τους Tindersticks, από τους Talk Talk ως τους Pulp και από τους Cousteau ως τον Damon Albarn, οι επιρροές είναι πολλές και οι συνοδοιπόροι αρκετοί.

Ίσως -προσπαθώντας να βρούμε το συνδετικό κρίκο- θα έπρεπε να εστιάσουμε περισσότερο στον ψηφιακό ρομαντισμό τους. Πλέον και ηχητικά έχουν κάθε δικαίωμα να τον υπερασπίζονται. Από τη μία ο εναγκαλισμός του drum programming και των samples, οι αφηγήσεις και τα ηχοτοπία που εμπλουτίζουν τις standard pop φόρμες τους, από την άλλη επικές μπαλλάντες, ερωτικές ελεγείες και στιγμές που θυμίζουν περισσότερο Jacques, όπως το "That's the Way we Make It". Φαίνεται βρέθηκε η χρυσή τομή και δεν μας ακούγεται καθόλου άσχημα. Η παραγωγή και μίξη του Matthew Scott συνδυάζει την σπιρτάδα του ήχου των Jack και την εσωστρέφεια των Jacques πανέμορφα.

Ειδικά το ομώνυμο και opening track του album, με πολλά samples (αρχίζει με τη μελωδία του "Ma Cherie Amour" του Stevie Wonder!), κολλητικό, βαρύ σε μπάσο ρυθμό και αφήγηση από τον Kirk Lake, είναι μια μεγάλη ευχάριστη έκπληξη. Και η συνέχεια του album είναι εξίσου περιπετειώδης, με το "The Emperor of New London", ξεφεύγει επίσης, με κιθάρες, samples, υπνωτικά φωνητικά, λουπαριστό doo-wop ρεφρέν, και τη φωνή του Dan Fante (γιου του αμερικανού μυθιστοριογράφου John Fante, μία εκ των επιρροών του Reynolds) να λέει "I'm so fucking high death wouldn't dare interrupt me now". Στα δύο πρώτα τραγούδια, δε, δεν έχουμε ακούσει τη φωνή του Reynolds!

Η συνέχεια είναι πιο βατή, με μπαλλάντες όπως το πιο κλασικό "Maybe My Love Doesn't Answer Anything In You Anymore" και το περισσότερο downtempo "Sometimes". Υποβλητικό το uptempo "With You I'm Nothing", καταπληκτικό το επίσης uptempo "Sleepin' Makes Me Thirsty". Και στα δύο η παραγωγή είναι πολύ καλή, ενώ το δεύτερο κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει μεγάλο ραδιοφωνικό hit.

To δεκάλεπτο Bowieίζον "No North Left", που κλείνει το album, είναι επίσης κολλητικό, αν και ελαφρώς πομπώδες (αλλά μήπως κι αυτό δεν είναι από τα συστατικά που τους κάνουν αγαπητούς;). Η μοναδική μέτρια στιγμή, κατά την άποψη του γράφοντος, είναι το φωτεινό "Disco-Cafe Society", που και ηχητικά δεν έχει και ιδιαίτερη σχέση με τα υπόλοιπα.

Η μουσική των Jack είναι κι αυτή τη φορά μια γνώριμη ρομαντική φωνή, που μέσα στη μιζέρια της ονειρεύεται μια πιο glamour ζωή. Noir, ηλεκτρονική, ρομαντική, pop όπως την αντιλαμβάνεται και ο Jarvis Cocker, αλλά περισσότερο καταθλιπτική και λιγότερο αισθησιακή, με ήρωες που περιλαμβάνουν τους Dan Fante και Charles Bukowski και κοιτούν φυσιολογικά τον κόσμο από μάτια βουτηγμένα στο αλκοόλ. Αυτή τη φορά δε και περισσότερο πιασάρικη, με ό,τι καλό και κακό συνεπάγεται αυτό.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured