Τουλάχιστον σε επίπεδο αρχικής προσέγγισης, ορίστε ένας πιθανός τρόπος να γονιμοποιηθούν τα μαραμένα γιούλια της εγχώριας εντεχνο-ρόκ μπαλάντας. Απ' την ανάποδη, ορίστε κι ένας πιθανός τρόπος να αποκτήσει στίγμα και σύνδεση με την εντοπιότητα η εγχώρια αγγλόφωνη παραγωγή (λόγος και ήχος). Απ' τη μια δηλαδή ο Δημήτρης Καρράς, ο οποίος, συναισθανόμενος το προφανές της ημεδαπής εντεχνο-ρόκ μουμιοποίησης, αναζητά εδώ και καιρό εκφραστικές διεξόδους• απ' την άλλη οι Skull & Dawn, οι οποίοι –κατά δήλωσή τους– επιχειρούν στα σταυροδρόμια των μουσικών ειδών, πάντοτε με βάση την αμερικάνικη folk/country κουλτούρα.

Και δεν τους τοποθετώ απέναντι τυχαία. Διότι μέχρι και σήμερα που υποτίθεται πως τα τείχη έχουν καταπέσει, υφίσταται ακόμα ένας άτυπος διαχωρισμός μεταξύ αυτών των δύο κόσμων. Διαχωρισμός που θαρρώ ότι άπτεται της μουσικής, εκτυλίσσεται ωστόσο και πολύ πέραν αυτής. Κι έχω ακόμα την εντύπωση, όσο και να παραμονεύει η απλούστευση, πως και μόνο η από κοινού είσοδος του Δημήτρη Καρρά και των Skull & Dawn στο στούντιο δημιουργεί μια βάση συνδιαλλαγής, η οποία απλώνεται μέχρι και το τελικό αποτέλεσμα.

Το δε Θνητάριο –ως σώμα ήχου– έρχεται να επαληθεύσει τις όποιες θεωρητικές προσδοκίες έχουν προκύψει. Ναι μεν δηλαδή η πυρηνική γραφή του Καρρά διαθέτει αυτοτελή ύπαρξη, σωστό στήσιμο των μελωδιών, λέξεις που φτάνουν μέχρι και τα χείλη, ωστόσο η τοποθέτηση αυτού του πρωτογενούς υλικού στο κοινό τραπέζι έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τον εμπλουτισμό του, μα και την ύπαρξή του ως ένα εκφραστικό «άλλο».

Και δεν αναφέρομαι εδώ μονάχα στις διαφορετικής λογικής ενορχηστρώσεις, γεγονός στα όρια του αυτονόητου δεδομένης της συνεργασίας με τους Skull & Dawn. Αναφέρομαι στην ανάπτυξη των τραγουδιών πέραν των στενών ορίων της φόρμας τους. Ενώ δηλαδή θα μπορούσαμε άνετα να λάβουμε εφτά στον αριθμό κλειστές μπαλάντες, καλοστεκούμενες κατά βάση αν και ερμητικά κλεισμένες στα εγγενή όριά τους, αντιθέτως λαμβάνουμε ίδιου αριθμού ανοιχτά τραγούδια/συνθέσεις μη περιοριστικά, αναβράζοντα, περιπετειώδη. Κι εδώ θα πρέπει οπωσδήποτε να βάλουμε στο κόλπο και τον Κώστα Στεργίου (Misuse), ο οποίος συμβάλλει στο Θνητάριο τόσο με την ιδιότητα του παραγωγού, όσο και μ' εκείνη του μουσικού. Από την άλλη, αυτή η κατά βάση σειριακή λογική –δηλαδή πρώτα αφήνουμε το πρωτογενές τραγούδι να κάνει τον πλήρη κύκλο του κι έπειτα αναλαμβάνουμε να το εξελίξουμε– παρέα με την αδυναμία του Καρρά να προσαρμόσει πλήρως τη φωνή του και τις λέξεις του στη νέα συνθήκη, προσδίδουν στο τελικό αποτύπωμα μια έντονη αίσθηση δημιουργικής δυαδικότητας, ενίοτε και διχασμού. 

Επειδή όμως νιώθω ότι υποπίπτω σε φάουλ διπλής κατεύθυνσης θεωρητικολογώντας ασύστολα: ειδική μνεία στο “Ψυχορραγούν Οι Θάλασσες” το οποίο, πέραν της ανανέωσης των παραδοσιακών του πατημάτων, στέκει και αυτόφωτο άνευ αναγωγών. Ειδική μνεία στα πνευστά μέρη, στην τοποθέτηση και στα ανοίγματά τους, είτε προς τις «παρ' τα» καταστάσεις, είτε προς τις στιγμές αγαλλίασης. Ειδική μνεία στη χρήση των τύμπανων, χωρίς τις ελληνορόκ γάζες και με τα κύμβαλα να αντιλαλούν στα κενά.

Τέλος, ειδική μνεία σε ολόκληρο το άλμπουμ για την ολιστική του θέαση επί της ροκ ηχογραφίας και για τη χρήση της τελευταίας ως δημιουργικό μέσο, όχι ως αυτοαναφορικότητα εσωτερικής καύσης.

 


 

{youtube}KgRl2Q_Fe-M{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured