Βράδυ Κυριακής, 5η και τελευταία μέρα για το φετινό Borderline Festival. Κλασικό το ραντεβού, στις 9 στο αμφιθέατρο του 5ου ορόφου της Στέγης, με την αρχή να είναι λιγάκι αμήχανη. Το μυστήριο performance του Michael Barthel ευθύνεται για αυτό.

Ο Barthel είναι περισσότερο ποιητής· γράφει στα γερμανικά και απαγγέλλει τα ποιήματά του χρησιμοποιώντας συνήθως έναν οξύ και κάπως γρατζουνιστό τόνο στη φωνή του. Και αφού μιλάμε για ποίηση, χρειάζεται μάλλον (αν και ίσως όχι απαραιτήτως) να ξέρεις τη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη, αν θες να ελπίζεις ότι θα πιάσεις το οτιδήποτε. Τουλάχιστον για όσους και όσες δεν καταλαβαίναμε παρά μόνο λίγες από τις λέξεις που εκφωνούσε ο Barthel στα γερμανικά, νομίζω πως το 20λεπτο πέρασμά του από τη σκηνή της Στέγης είχε έντονα τα στοιχεία ενός παραλόγου.

96Bordrl175_2.JPG

Διότι τέτοια ήταν η ροή και η εκφορά του λόγου του. Ο Barthel διάβαζε ολόκληρες φράσεις ή κολλούσε ξανά και ξανά σε μία λέξη, με μια φωνή που μάλλον γειτνίαζε περισσότερο με γκάρισμα, παρά με ποιητική απαγγελία. Ο ίδιος, σοβαρός και ευθυτενής πάνω στη σκηνή, χωρίς τη συνοδεία της παραμικρής ηχητικής πηγής, πέρα από τον ήχο των σελίδων που γυρνούσε σχολαστικά όταν τελείωνε την ανάγνωσή τους (ορισμένες από τις οποίες περιείχαν μόνο μία λέξη ή έναν φθόγγο). Προσωπικά, τον κοιτούσα με μια κάποια απορία, έχοντας και το γλωσσικό εμπόδιο να υπερπηδήσω, χωρίς να μπορώ να συλλάβω ακριβώς το νόημα των όσων άκουγα.

Λίγο αργότερα, βέβαια, τα πράγματα θα μπαίνανε στη θέση τους και μάλιστα με το καλύτερο ίσως set απ’ όσα ακούστηκαν στο φετινό Borderline. Ο λόγος για τον Ολλανδό Thomas Ankersmit.

96Bordrl175_3.JPG

Ο Ankersmit παίζει με ένα modular συνθεσάιζερ και οι ήχοι με τους οποίους τροφοδοτεί τις συνθέσεις του έχουν μπόλικη από τη δυναμική μιας ηλεκτρικής εκκένωσης: ακούς και είναι σαν να νιώθεις τον γυμνό ηλεκτρισμό των βραχυκυκλωμένων κυκλωμάτων. Και ακούς, γιατί ο Ankersmit έχει τον τρόπο να κάνει τη μουσική του να γίνεται εσωτερικής καύσεως, δηλαδή να μπαίνει μέσα στο κεφάλι σου. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο σημείο ήταν όταν έπαιζε δυνατά και παρατεταμένα μια συχνότητα στο μεσαίο και υψηλό ηχητικό φάσμα, η οποία κυριολεκτικά διαπερνούσε το κρανίο σου, βάζοντάς σε (θέλοντας ή μη) στο εντός της μουσικής· ή, αντιστρόφως, βάζοντας τη μουσική στο δικό σου εντός, κάνοντάς σε, τέλος πάντων, να αντιδράς ακαριαία στην παραμικρή αλλαγή ερεθίσματος.

96Bordrl175_4.JPG

Με αυτήν την έννοια, το set του Ολλανδού ήταν βιωματικό, καθώς από ένα σημείο κι έπειτα ο μουσικός χώρος περιελάμβανε και τον κάθε ακροατή, την κάθε ακροάτρια ξεχωριστά. Με την ίδια έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε (με την ελάχιστη δόση υπερβολής) ότι η μουσική του Ankersmit επιδρούσε κατευθείαν στο επίπεδο της συνείδησης, τροφοδοτώντας τη διαρκώς με ερεθίσματα και συχνοτικά συμβάντα και τοποθετώντας τη σε σίγουρα όχι ήρεμα και γαλήνια ηχητικά τερέν. Ο Ankersmit διατηρούσε το βάθος και την ένταση αυτών των τερέν στο σύνολο του set, χωροθετώντας θαυμάσια τα πολλά ηχητικά στρώματα της μουσικής του, τόσο στις χαμηλές (ενίοτε στις πολύ χαμηλές) όσο και στις ψηλές συχνότητες. Μια δυνατή ακροαστική εμπειρία. 

96Bordrl175_5.JPG

Γύρω στις 11, και αφού συνήλθαμε λιγάκι από τα παραπάνω, σειρά είχε ο Felix Kubin, γνωστός για τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίον προσεγγίζει πειραματικές πτυχές της ηλεκτρονικής μουσικής αλλά και τη συμβατική ηλεκτρονική ποπ. Τρόπος ο οποίος μπορεί να μην εγείρει ζητήματα συνείδησης, πάντως έχει το χιούμορ και τη σουρεαλιστική διάθεση για να διατηρήσει το ενδιαφέρον, ενώ σε στιγμές είναι και μουσικά αυτάρκης: ο Kubin κατέχει αρκετά καλά τα υλικά με τα οποία καταγίνεται ώστε να μπορεί να τα λυγίσει, να τα αποδομήσει ή να τα υποστηρίξει κατά το δοκούν.

96Bordrl175_6.JPG

Το δικό του set ξεκίνησε με σχετικά αφηρημένα ηχοτοπία, πειστικά αλλά μάλλον όχι συναρπαστικά. Γρήγορα το χιούμορ μπήκε στην εξίσωση, είτε μέσω των σχολίων του Kubin, είτε μέσω του τρόπου με τον οποίον προσέγγιζε τα διάφορα τμήματα της μουσικής γεωγραφίας (π.χ. μια πλάγια ανάγνωση στο new wave των 1980s). Δεν παρέλειψε βεβαίως να μας συστήσει με τον εξοπλισμό του, γνωστό αλλιώς και ως Mineralorchester, όπως επίσης και να πιάσει παλιές επιτυχίες, διασκευάζοντας λ.χ. το “Hello” του Lionel Richie, αντικαθιστώντας όμως τη μουσική με μία δική του ψευδοπόπ (δηλαδή με ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με το οξύμωρο «πειραματική ποπ») και παρεμβαίνοντας στους στίχους, αλλάζοντας το πρώτο με το δεύτερο πρόσωπο και αντιστρόφως (μετατρέποντας έτσι το γνωστό ρεφραίν σε «hello, is it me I’m looking for?»). Τέλος, μας εξοικείωσε και με μία δική του ανακάλυψη, το air piano (κατά το air guitar), χτυπώντας επιδέξια τα αόρατα πλήκτρα του πάνω από ένα αρκετά πυκνό –και προηχογραφημένο– πιανιστικό θέμα.

Ολοκλήρωσε έτσι επιτυχώς ένα ακόμα Borderline, το οποίο με τη σειρά του αποδείχτηκε και φέτος, για 7η συναπτή χρονιά, απολύτως συνεπές με τις προγραμματικές του δηλώσεις.
 
{youtube}czFj4R5HHvs{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured