search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Πιο ωμοί και από ανεγκέφαλη γηπεδική βία εντυπώθηκαν οι headliners Gorgoroth, με τους Taake να αποτελούν την έκπληξη της 2ης μέρας και τους In The Woods... να καταλήγουν η ντροπή του φετινού φεστιβάλ

Χώρος | USF Verftet, Bergen (Νορβηγία)
Ημερομηνία διεξαγωγής | 18/2/2016
Φωτογράφος | Roy Bjørge

Ημέρα 2η για το Blastfest και μια σύντομη περιήγησή μας στο Μπέργκεν ήταν αρκετή προς εντυπωσιασμό, αλλά και προς σκιερή θλίψη που θα κλεινόμασταν γύρω από 4 τοίχους στη διάρκεια του τετραημέρου. Οι τιμές για το φαγητό έμειναν βέβαια απλησίαστες για όσους δεν έκαναν έρευνα αγοράς, μιας και τα σούπερ μάρκετ ήταν προσιτά σε σημείο καθημερινής επίσκεψης. Δεν ήταν τυχαίο πως οι συχνοί επισκέπτες έφεραν πλήρη γνώση, μιας και η πολυποίκιλη παρέα του hostel μαγείρευε διαρκώς στην αρκούντως εφοδιασμένη και φιλόξενη κουζίνα του.

Blastf2_2.jpg

Πρώτο συγκρότημα προς απόλαυση στη main stage έμελλε να είναι οι Kampfar, άξιο δείγμα ανάνηψης της τοπικής 1990s σκηνής, παρότι η χροιά που επέδωσαν έστεκε εν μέρει «επαγγελματική». Δεδομένης της Νορδικής καταβολής ενδότερων πτυχών του υλικού, η ζωντανή τους περσόνα υποστήριξε αλλά και πολλάκις υπερίσχυσε του συναισθήματος, χάριν της arena rock παρουσίας του ξεχωριστού Per-Joar Spydevold. Όντας frontman με πλούσια εμπειρία στην αγκαθωτή ραχοκοκκαλιά του, δεν έμοιαζε υπερβολή όταν χαρακτηρίστηκε ως απόλυτος καταλύτης στο σύνολο: ο διαστελλόμενος παλμός στην ατμόσφαιρα έμεινε ως ικανή απόδειξη της ευδιάκριτης συναυλιακής πυγμής του.

Ο χρόνος μας εν συνεχεία μοιράστηκε ανάμεσα στους Viper Solfa και Sublime Eyes, επιλογές καθόλα εξωγενείς, δεδομένης της old-school εστίασης της εποχής μας. Ίσως πάντως και η αναστροφή προς ένα μεθοδικό μπόλιασμα να μην απέδωσε τα αναμενόμενα, μιας και ούτε το ίδιο το ακροατήριο κατέληγε ετερόκλητο, αφού το επιθυμητό sold-out δεν επετεύχθη ακόμη και στο ύστατο λεπτό. Η αλήθεια είναι βέβαια πως η απόδοση του Nemesis Divina των Satyricon στην ολότητά του στην τελευταία μέρα του Blastfest αποθάρρυνε την παρουσία αρκετών εκπροσώπων της εγχώριας σκηνής, με τρόπο που η 8ωρη διάρκεια του ταξιδιού από το Όσλο απέκλειε την κάθοδο πλήθους «πρωτευουσιάνων».

Blastf2_3.jpg

Παρόλα αυτά, οι κάτοχοι των μονοήμερων –και μη– εισιτηρίων φαίνεται να ήταν επαρκείς, σε σημείο που απολάμβανες τις εμφανίσεις δίχως την οσμητική ιδρωτίλα του διπλανού σου. Οι Viper Solfa του «πολύ» Krister "Morfeus" Dreyer (ex-Limbonic Art), βέβαια, ενέπναν μια κολλητική εσάνς τυρίλας, μιας και η εκμοντερνισμένη industrial αισθητική τους επιβαρυνόταν από «καταπιεσμένα» αντρικά φωνητικά, αλλά και από μια σκηνική παρουσία που δεν έπειθε για κανέναν απολύτως λόγο. Μονάχα οι φωνητικές επιδόσεις της Miriam Elisabeth Renvåg άξιζαν, αλλά κι εκείνες έδειχναν καταδικασμένες να βυθιστούν σε έναν ωκεανό over-produced μετριότητας.

Blastf2_4.jpg

Οι Sublime Eyes, από την άλλη, αναδείχθηκαν ως το αντίθετο παράδειγμα, χάριν της δοκιμασμένης –και λίαν επιτυχημένης– συνταγής των πάλαι ποτέ αγαπημένων Darkest Hour. Η τέχνη του να εμπλέκεις αμιγή μεταλλικά riffs σε αναδιαρθρωμένες core δομές δύναται να επιφέρει σαφή μέτρα στιβαρότητας στη μίξη, ειδικά αν οι ιδέες σου βρίθουν έμπνευσης, αλλά και εμφανούς επιβολής. Η σκηνική τους δε πυγμή στάθηκε υποβλητική, σε σημείο να αποσπά θετικές εντυπώσεις μέχρι και από σκληροπυρηνικούς παρευρισκόμενους. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που κανείς δεν έβλεπε δίχως να κινεί ρυθμικά κάποιο μέλος του σώματός του.

Blastf2_5.jpg

Το να παρακολουθεί κανείς για 3η φορά τους Dødheimsgard σε διάστημα λίγων μηνών ενδεχομένως να φαντάζει υπερβολή, αλλά όποιος δεν το αποδέχεται, μάλλον αδυνατεί να αντιληφθεί πως η ιδιότητα μιας αγαπημένης μπάντας δεν του είναι και τόσο ξεχωριστή εν τέλει. Ειδικότερα με την επιστροφή του Bjørn "Aldrahn" Dencker στις τάξεις τους, το σύνολό τους βρίσκεται σε δαιμονιώδη φόρμα, διανύοντας την αρτιότερη παρουσία που έχαιραν ποτέ στο συναυλιακό κομμάτι. Ενδεχομένως, βέβαια, να είναι ολίγον δύσκολο να διατυπώσω περιγραφές πολύ διαφορετικές των εμφανίσεων στην χώρα μας (βλέπε εδώ), αφού ακόμη και οι συνθήκες ενός φεστιβάλ αδυνατούν να βαλτώσουν σε εντύπωση τα πιο συναυλιακά τους τραγούδια.

Σύμφωνοι, το "God Protocol Axiom" ενδέχεται να πλατειάζει επικίνδυνα στα πλαίσια ενός σύντομου set, αλλά όταν συνοδεύεται από μια αλληλουχία hit tracks δεν αποτελεί παρά ανάσα στην οργή μιας ορμητικής καταιγίδας. Τα "Vendetta Assassin", "Ion Storm" και "Traces Οf Reality", ειδικότερα, ενδέχεται να ακροάστηκαν δεκάδες φορές στο ταξίδι, έστω και αν αποτελούν γνώριμες στιγμές του βιωματικού παρελθόντος. Τι κι αν έπαιξαν το "Når Vi Har Dolket Guds Hjerte" ή αν ο μικρός χαμός σε προσφιλές pit συνέβη στο «θρασίζον» "The Crystal Specter"; Οι Dødheimsgard αποτελούν μια διαταραχή εξαπλωμένη όπως τα χρώματα σε έναν καμβά, τα οποία αφηρημένα συνθέτουν μια αντίληψη, ανεξαρτήτως φύσης ή προσωπικής ερμηνείας.

Blastf2_6.jpg

Blastf2_7.jpg

Εν συνεχεία, ο χρόνος μας μοιράστηκε ανάμεσα στους avant-garde/progsters Vulture Industries και στους black/thrashers Inculter. Από τη στιγμή που έχω ξαναδεί τους πρώτους (και χλωμό να έπαιζαν το αγαπημένο μου "Of Branded Blood"), προτίμησα να διχοτομήσω την όποια προσοχή, απολαμβάνοντας τζούρες από ένα δυσεύρετο συγκρότημα της τάξης των Inculter. Οι Vulture Industries, από την πλευρά τους, ήταν καλύτεροι από το Hellfest του 2012, μιας και η μικρή σκηνή ταιριάζει πιο πιστά στα ακροβατικά του χαρισματικού Bjørnar Nilsen –ενός frontman τιτάνιου σε φωνητικές, αλλά και επικοινωνιακές αποδόσεις. Οι δε Inculter ενέδρασαν απρόσμενα, στηριζόμενοι κατά κράτος στη βορβορώδη «σοντομίλα» του γεροθείου Tom Angelripper. Δεν είναι άλλωστε κρυφό πως η πυγμή των Sodom επιδρά επιβλητικά, ξεχύνοντας την πιο έκδηλη χυδαιότητα στο πρόσωπο του πλανήτη.

Blastf2_8.jpg

Οι Taake αποτέλεσαν τη μεγάλη έκπληξη της 2ης μέρας, καθώς υπερέβησαν εαυτόν χάριν των ιδιαίτερων συνθηκών της διοργάνωσης. Όντας μπάντα με ισχυρό πυρήνα κοινού, έπαιζε μπάλα σε δικαιωματικά δική της έδρα, με τον κόσμο να συνηγορεί στη διόγκωση μιας ατμόσφαιρας καθόλα γηπεδικής. Ενδεχομένως η όλη περιγραφή να φαντάζει άστοχη, δεδομένου πως μόνο οι «σιδηρές κυρίες» επιδίδονταν στο λεγόμενο άθλημα του headbanging. Οι Νορβηγοί όμως παραδοσιακά μοιάζουν άνευροι στις black metal συναυλίες, ακόμη και στις περιπτώσεις που απολαμβάνουν τις setlists στο έπακρο των περιπτώσεων.

Blastf2_9.jpg

Blastf2_10.jpg

Στους Taake θα επιστρέψουμε λίγο αργότερα, μιας και οι Gravdal απογοήτευσαν μερικώς. Οφείλουμε να παραδεχθούμε βέβαια την αμέριστη συμπάθεια στο στούντιο υλικό τους, αλλά οι προσδοκίες μας ήσαν εμφανώς ανώτερες μιας παρουσίας –στην καλύτερη– τυπικής. Από την άλλη, οι Virus αποτέλεσαν σταθερή αξία, εμφανώς ανώτεροι από προγενέστερες εμπειρίες στην 4η φορά που τους παρακολουθώ. Η επιστροφή του Plenum έχει συσφίξει τα θεμέλια ασφυκτικά, τη στιγμή που το vibe τους εκλυόταν στον χώρο πιο αυθόρμητο από ποτέ. Περιττό δε να αναφέρουμε πως τα νέα κομμάτια επένδυαν την ατμόσφαιρα τόσο ευφάνταστα, σε σημείο να απορείς τι υποσχέσεις άφηναν για το απώτερο δισκογραφικό τους μέλλον.

Blastf2_11.jpg

Οι In The Woods..., πάλι, αποτέλεσαν τη ντροπή του Blastfest 2016 και τη μόνη τρανή απογοήτευση του υποφαινόμενου. Επιχειρώντας να διατηρήσω μια αντικειμενική σκοπιά, αντιλαμβάνομαι την απουσία των εγχόρδων και γυναικείων φωνητικών, μιας και ως προσθήκες θα διόγκωναν ασύμφορα το budget. Αντιλαμβάνομαι εξίσου τις ατυχίες που αφορούν το θέμα του ήχου, μιας και πολλάκις κάποια πράγματα μένουν εκτός του ελέγχου των συγκροτημάτων. Επίσης, αποδέχομαι πως τα λάθη τυχαίνουν περί της παρουσίας του νέου τους τραγουδιστή –αν και δεν κατάλαβα αν πρόκειται για τον Tommy Sebastian Halseth των Manes. Το μόνο βέβαιο είναι ότι καλύτερα να αντιληφθεί πως συμμετέχει στους In The Woods... και ότι δεν είναι τροβαδούρος σε τυχαία pub, μιας και ο μυστηριακός τους χαρακτήρας απουσίαζε πλήρως.

Παρόλα αυτά, άντε πες, πρώτο τους live είναι μετά από καιρό, τα λάθη είναι ανθρώπινα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για την επιλογή της setlist, γιατί απλά κανείς δεν θέλει να ακούσει το νέο άλμπουμ των In The Woods... στην πρώτη reunion εμφάνισή τους. Ωραίο κοινώς το καινούριο project των αδελφών Botteri, αλλά καμία σχέση δεν έχει με το συναίσθημα και με τη 1990s νοοτροπία της μπάντας. Όπως έχει δηλώσει και άλλος πρωτύτερα, άλλωστε, οι In The Woods... έγραψαν κάποτε έναν δίσκο που λέγεται Strange In Stereo. Και όταν όλοι ασχολούνταν με το Dark Side Οf The Moon ή το Animals, εκείνοι επέλεξαν να καταδυθούν στα άδυτα του A Saucerful Οf Secrets. Ενδεχομένως, λοιπόν, ο νέος δίσκος να βγει φανταστικός ή και ο καλύτερος στην ιστορία τους. Τίποτα ωστόσο δεν θα αναιρέσει ότι η εμφάνιση στο φετινό Blastfest θα αποτελεί μία από τις ντροπιαστικότερες στη μνήμη μου.

Blastf2_12.jpg

Όπως καταλάβατε, η διάθεση της στιγμής έξυσε τα Τάρταρα, καταποντισμένη σε σημείο ανήκουστο: τέτοιο ώστε να παρακολουθείς την άβυσσο των Throne of Katarsis, δίχως καμία ελπίδα μύησης. Και φανταστείτε πως συγκροτούν μια μπάντα που ζει και αναπνέει για το black metal, όσο ελάχιστες στον κόσμο. Η σύντομη διάρκεια που τους παρακολουθήσαμε ήταν αρκετή για μια –σοκαριστική, σχεδόν– αίσθηση καταδίκης, έστω κι αν δεν κατάφερα προσωπικά να τους απολαύσω όσο έπρεπε. Καμία σχέση πάντως με ό,τι συναίσθημα απέπνεαν οι Execration, έστω κι αν ο ήχος τους ήταν υπεύθυνος για την έκβαση της setlist.

Blastf2_13.jpg

Η θερμοκρασία του σώματος άρχισε να ανεβαίνει στα φυσιολογικά επίπεδα μόνον έπειτα από την άνοδο των Gorgoroth επί σκηνής. Η επιβλητική ισχύς του Hoest επέδρασε και πάλι καταλυτικά, μόνο που στην προκειμένη ενέπνευσε αίσθηση διαφορετική της προσωπικής του αύρας. Με τους Taake, δηλαδή, εκφράζεται επακριβώς ως ο ίδιος επιθυμεί –διατηρώντας μία πιο ατμοσφαιρική διάσταση, δίχως να παραγκωνίζονται οι όποιες δόσεις «αλητείας». Και ας μην χρησιμοποιώ συχνά τη λέξη αυτή σε κείμενα: παραείναι εφηβική για έναν προσωπικό τόνο σκέψης. Από την άλλη, όταν ως Taake σου σερβίρουν διασκευή στο "Die When You Die" του GG Allin, κάπου αντιλαμβάνεσαι τα φλέγματα να πρασινίζουν ασύστολα, με τη νορβηγίλα να ζέχνει γκάζι πρωτόγνωρο σε αμαυρωμένη αναδρομή.

Blastf2_14.jpg

Με τους Gorgoroth, λοιπόν, ο ηγετικός Hoest επιδρά πιο βίαια, αλλά και πιο πιστά υπό την ταυτότητα που υιοθέτησε ο Infernus. Τα κεφαλάκια των αρνιών ήταν όμως αχρείαστα, ειδικά όταν το merch table προσέφερε πανάκριβα Gorgoroth CDs, υπογεγραμμένα επάνω στη ζελατίνα τους. Δίχως να παρεξηγούμαι, όση ώρα έπαιζαν ως Gorgoroth εντυπώνονταν πιο ωμοί και από ανεγκέφαλη γηπεδική βία. Απλά δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με την παγωμένη αίσθηση του Pest, ούτε υπερέβησαν την παρουσία των Taake, παρότι εμφανίστηκαν σε ευνοϊκότερη θέση στο billing. Μήπως ήταν τυχαίο, δηλαδή, πως η μπάντα του Hoest ήταν η μοναδική που ξεπέρασε την προγραμματισμένη διάρκεια; Δεν το νομίζω, ούτε και το έπραξε άλλος κανείς στη διάρκεια του φεστιβάλ...