>

Ο Κώστας Γιαννίδης – ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο Γιάννης Κωνσταντινίδης όταν έγραφε «ελαφρά» μουσική – υπήρξε από την εφηβεία μου ένα όνομα το οποίο μου προκαλούσε (και μου προκαλεί) ένα βαθύ αίσθημα συμπάθειας και ευφορίας. Οι Δωδεκανησιακές Σουίτες αλλά και τα έργα του για πιάνο, που προτείνω σε οποιονδήποτε να προμηθευτεί – όποιου μουσικού ρεύματος θιασώτης και να δηλώνει – δεν έχουν μόνο συνοδεύσει ιδανικά κάποια μουσικά μου ταξίδια, αλλά και είναι, κατά την άποψή μου, έργα βαθιά ανθρωποκεντρικά.

Τα τραγούδια όμως του Γιαννίδη, πέρα από τα πολύ γνωστά, θα έλεγα ότι δεν τα ξέρω το ίδιο καλά. Αν και σ’ αυτόν τον τομέα ο Γιαννίδης/Κωνσταντινίδης απέδειξε ότι ο καλός συνθέτης είναι καλός παντού, και στα απλά και στα σύνθετα – ή, καλύτερα, και σε αυτά που φαίνονται απλά αλλά δεν είναι, και σε όσα δείχνουν σύνθετα αλλά τελικά ίσως υπακούουν σε κάποιες διαφορετικού τύπου ευκολίες. Αν κάτι λοιπόν μου φανέρωσε η παράσταση Το Μικρόβιο Του Έρωτα, μια οπερέτα του Κώστα Γιαννίδη, είναι ακριβώς αυτό το εγκυκλοπαιδικό κενό που υπάρχει στο ελληνικό τραγούδι, ή καλύτερα στην ελαφρά μουσική. Ανάμεσα σε λόγιους συνθέτες και μουστακαλήδες ρεμπέτες ή «απαίδευτους» ρόκερς υπάρχει η μαγιά των μουσικών οι οποίοι μπορούν να συνομιλήσουν και με τους δύο κόσμους – αυτόν του μουσικού ακαδημαϊσμού από τη μια, τον πηγαίο της λαϊκής έκφρασης από την άλλη: ο Αττίκ, ο Σουγιούλ και ο Γιαννίδης. Συνθέτες του μεταιχμίου, αναγνωρισμένοι στην εποχή τους παραγνωρισμένοι μετά, ακριβώς γιατί δεν χωρούσαν σε κανένα καλούπι της άγονης δισκογραφίας μας και της εθελότυφλης και μονολιθικής μας αισθητικής. Θάφτηκαν έτσι κάτω από τα μπάζα των μουσικών μας «ογκόλιθων», πηγαίων ή λογίων.

Η συγκεκριμένη λοιπόν παράσταση αποδεικνύει ότι ο Γιαννίδης είναι ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς της ελαφράς μουσικής, άξιος μαθητής του Βάιλ, ο πρώτος που μελέτησε – κατά την άποψή μου – και θεμελίωσε την τζαζ αρμονία σε λόγια και ελαφρά έργα παράλληλα με τον Γιάννη Σπάρτακο. Ένας χαμένος κρίκος του ελληνικού τραγουδιού που μπόλιασε πολλούς κατοπινούς. Από αυτή την άποψη, το Μικρόβιο Του Έρωτα αποτελεί ένα χρήσιμο μάθημα. Το κείμενο μάλιστα του Λάμπρου Λιάβα, στο οποίο και στηρίχτηκε η παράσταση, είναι πολύ κατατοπιστικό. Αν και τα χρόνια από τον πόλεμο μέχρι τον θάνατο του συνθέτη κάπως αποσιωπούνται κατά τη βιογραφική αναφορά τους (1940-1984), η χορογραφία της Σοφίας Σπυράτου αποδείχθηκε εξαιρετική, ενώ τα σκηνικά και τα κουστούμια του Γιάννη Μετζικώφ κόβουν την ανάσα. Αλλά ο άδηλος σταρ είναι αυτός που ανέλαβε τη γραφή της παρτιτούρας, ο οποίος ενορχήστρωσε, έκοψε και έραψε μουσικές από έργα γνωστά και άγνωστα του συνθέτη. Μιλάω εδώ για τον Βασίλη Τενίδη, του οποίου η μουσική δουλειά είναι πληρέστατη, η επεξεργασία μουσικά συγκινητική, η αξιοποίηση των οργάνων παραπάνω από επαρκής, η γραφή για μεικτή χορωδία ερεθιστική. Και οι επί σκηνής συντελεστές αξίζουν όμως μνείας, καθώς απέδειξαν ότι ένας καλός τραγουδιστής μπορεί να είναι και καλός ηθοποιός αλλά και καλός χορευτής. Κινήθηκαν – από τους πρωταγωνιστές έως τους χορωδούς – σε τεντωμένο σκοινί που άντεξε, εισπράττοντας το δίκαιο χειροκρότημα στο τέλος αλλά και κατά τη διάρκεια της οπερέτας.   

 

Μήπως αυτή η παραγωγή θα μπορούσε να αποτελέσει εξαγώγιμο προϊόν; Και ακριβώς επειδή ο Γιαννίδης σπούδασε μουσική στη Γερμανία μαζί με τον Νίκο Σκαλκώτα, για παράδειγμα, από την οποία αναγκάστηκε να φύγει λόγω της ανόδου του Χίτλερ, θα είχε ένα ενδιαφέρον για τον Ευρωπαίο θεατή; Μήπως ο τελευταίος θα μπορούσε να δει την ιστορία των συνθετών οι οποίοι στριμώχτηκαν στην περιφέρεια της Γηραιάς Ηπείρου, λόγω των πολέμων;   

ΔΙΑΝΟΜΗ

Γιώργος Κέντρος

Άγγελος Παπαδημητρίου

Νίνα Λοτσάρη

Νίκος Στεφάνου

Ιωάννα Φόρτη

Μιχάλης Κατσούλης

Ελπινίκη Ζερβού

Ζαφείρης Κουτελιέρης

Ζηνοβία Πουλή

Τάσος Λαζάρου

       

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured