search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Με φρέσκο ακόμα το 2ο άλμπουμ της Beautiful Mess (2017) και με διάθεση για εκπλήξεις, ετοιμάζει το πρώτο της live για τη φετινή σεζόν (Faust, Τετάρτη 14 Νοεμβρίου). Ευκαιρία λοιπόν για μια κουβέντα, ώστε να μάθουμε όχι μόνο τα νέα της, αλλά και το πώς αντιμετώπισε μια δύσκολη φάση της ζωής της...

Ξεκινάς τις εμφανίσεις σου για τη φετινή σεζόν με μια βραδιά στο γνώριμο για σένα Faust. Τι ετοιμάζετε, εσύ και η ομάδα σου; Και πώς θα συμπράξεις επί σκηνής με τον Ησαΐα Ματιάμπα και την Ξένια Ντάνια;

Ναι, το Faust είναι ένας πολύ όμορφος χώρος και μου αρέσει που επιστρέφω εκεί. Ετοιμάζουμε ένα live με πολλά διαφορετικά τραγούδια. Θα πω κομμάτια από τον δίσκο μου Beautiful Mess (2017), αλλά και διασκευές από γαλλικό rap μέχρι τη “Ζαΐρα” του Βασίλη Τσιτσάνη και από Rolling Stones μέχρι London Grammar. Νιώθω μεγάλη χαρά που θα συμμετέχουν ο Ησαΐας και η Ξένια. Τώρα, για περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά στο τι θα κάνουμε θα πρέπει να έρθεις να το δεις από κοντά!


Έχεις παίξει όλα αυτά τα χρόνια σε πολλούς και πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους χώρους και σε ποικίλες περιστάσεις. Τι νιώθεις ότι σου πάει πιο πολύ και πόσο διαφορετικά πρέπει να στήσεις το live σου ανάλογα με το πού εμφανίζεσαι;

Κάθε live έχει τη μαγεία του. Η ησυχία των Church Sessions του Pepper, τα 5.000 ενθουσιασμένα άτομα στο opening των Kaleo, η ανεβασμένη διάθεση στα φεστιβάλ, κάθε ένα είναι διαφορετικό. Έναν στόχο έχω όμως πάντα, όπου και να τραγουδάω: να νιώθω 100% αυτό που ερμηνεύω, και να το μεταδίδω στο κοινό. Μου έχει πάρει κάποια χρόνια βέβαια να το πετύχω. Δεν είναι εύκολο να απελευθερώνεσαι πάνω στη σκηνή, όταν κάποιος φωνάζει τη στιγμή που λες μία μπαλάντα ή γελάει δυνατά με τους φίλους του, αλλά είναι στο χέρι μου να κερδίσω την προσοχή του. Και αν πεισμώσω εγώ, άσε...

84ccAngD_2.jpg

Το Beautiful Mess διέπεται από έναν πιο αιχμηρό, πιο τσαμπουκαλεμένο ήχο, ενώ στο σημείωμά σου παραθέτεις απόσπασμα από την Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη και περιγράφεις την περίοδο της δημιουργία του με μάλλον σκοτεινούς όρους. Τι σου συνέβη, λοιπόν, τα 3 τελευταία χρόνια;

Με την Ασκητική του Καζαντζάκη «γνωριστήκαμε» σε μια έκθεση έργων τέχνης της συλλογής του πατέρα μου, που είχε ως κύριο θέμα το πόσο εύθραυστα είναι το ανθρώπινο σώμα και η ανθρώπινη ψυχή. Εκείνη την εποχή περνούσα μια πολύ δύσκολη φάση ψυχολογικά, με έναν χωρισμό μα και με άλλα θέματα, τα οποία επεξεργαζόμουν μέσα από την ψυχοθεραπεία μου. Έκανα συνεχώς μακάβριες σκέψεις, φοβόμουν μην πάθουν κάτι οι δικοί μου και σκεφτόμουν πόσο μικρή είναι η ζωή και αν θα προλάβω να κάνω όσα θέλω. Ουσιαστικά, αυτό λέει και το απόσπασμα του Καζαντζάκη που έχω στο άλμπουμ: ότι από τη μία το διάστημα που διανύουμε μεταξύ της γέννησης και του θανάτου μας είναι μικρό και μάταιο, από την άλλη ότι αυτό μας ωθεί να δημιουργήσουμε όσο περισσότερο μπορούμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Αυτό θέλω να καταφέρω κι εγώ, να σκέφτομαι λιγότερο το πόσο γρήγορα περνάνε τα χρόνια...

Πώς λειτουργεί η συνεργασία με τον παραγωγό Rupert Christie και πόσο μεγάλη είναι η συμβολή του στο ηχητικό οικοδόμημα του άλμπουμ; Θα επεκταθεί αυτή η σύμπραξη και σε επόμενα δισκογραφικά βήματά σου;

Με τον Rupert είχαμε άψογη συνεργασία, γιατί ενδιαφέρθηκε για τη μουσική, τους στίχους μου, καθώς και για όλο το ηχητικό σύμπαν που ήθελα να χτίσω. Περνούσαμε ατελείωτες ώρες στο στούντιό του –είχε μετατρέψει το σπιτάκι του κηπουρού των γονιών του σε χώρο μουσικής– όπου του έλεγα τι συνέβαινε στη ζωή μου και πώς το μετέτρεπα σε τραγούδι. «Γεια, χώρισα, ε τα ξαναβρήκαμε, ξαναχωρίσαμε, τώρα είμαστε πάλι μαζί» (γέλια). Του έλεγα ότι στο “Drown Out The Light”, για παράδειγμα, ήθελα η ενορχήστρωση να είναι σαν να τρέχουν εκατό άλογα σε μια πεδιάδα και αυτός το αντιλαμβανόταν και έβαζε πολλά toms στα ντραμς.

Τώρα πια, όμως, εστιάζω τη δουλειά μου στην Ελλάδα. Έχω σταθερή συνεργασία με τη Μυρτώ Κοντοβά, η οποία με έχει οδηγήσει να ανακαλύψω καλλιτεχνικές πτυχές του εαυτού μου που κρατούσα κρυμμένες. Βρισκόμαστε συχνά στο στούντιό μου, η Μυρτώ κάθεται στον καναπέ, εγώ είμαι όρθια και μου λέει «τώρα πες αυτό το τραγούδι σαν να είσαι μια άλλη, όχι η Αντζέλικα». Πολλές φορές της γκρινιάζω, «δεν μπορώ, άσε με!», εκείνη γελάει, εγώ το ξανακάνω και τελικά το καταφέρνω, και κάπως έτσι ανακαλύψαμε το κομμάτι της performer που είχα μέσα μου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το σκηνικό που μιλούσα γαλλικά στον Φοίβο Δεληβοριά, ενώ αυτός υποδυόταν τον Έλληνα χωριάτη, στο πλαίσιο των παραστάσεων της Ταράτσας του Φοίβου τον Σεπτέμβριο.



Πέρυσι συμμετείχες και στο cast του μιούζικαλ Hair. Πώς αντιμετώπισες την πρόκληση αυτή και τι αποκόμισες από την όλη εμπειρία;

Ήταν μία από τις πιο όμορφες και έντονες εμπειρίες της ζωής μου. Ήταν πρόκληση, όπως λες, γιατί πρώτον, δεν είχα ξανακάνει κάτι τέτοιο, και, δεύτερον, γιατί το μιούζικαλ είναι πρωταθλητισμός: απαιτεί απίστευτη αντοχή, αφού χρειάζεται να τραγουδάς και να υποδύεσαι, ενώ ταυτόχρονα χορεύεις ασταμάτητα. Στην αρχή των προβών επέστρεφα στο σπίτι και πονούσα σε όλο μου το σώμα, ενώ στις πρόβες ακουγόταν το λαχάνιασμα στο μικρόφωνό μου. Μετά όμως από έναν μήνα, το σώμα μου συνήθισε και απλώς το απολάμβανα χωρίς να αγχώνομαι. Το πιο σημαντικό είναι, βέβαια, ότι γίναμε φίλοι με τα υπόλοιπα παιδιά του cast. Ήμασταν ένα ...«όμορφο τρελοκομείο» όλοι μαζί και γελούσαμε πολύ κάθε μέρα. Πολλά από τα παιδιά αυτά συμμετείχαν και στο live μου «Summer in the City» στον Κήπο του Μεγάρου.

Είχες επιλεγεί να συμμετάσχεις και στο αφιέρωμα «Ακόμα κι αν φύγεις» για την Αρλέτα, το οποίο δυστυχώς δεν πραγματοποιήθηκε. Ήθελα τη γνώμη σου για την κριτική που ασκήθηκε σε τέτοιου είδους εγχειρήματα, σχετικά με τη συμμετοχή καλλιτεχνών που δεν είχαν προφανή σχέση με τα τιμώμενα πρόσωπα...

Δεν συμφωνώ με αυτή την άποψη. Πιστεύω ότι ακριβώς εκεί βρίσκεται και το ενδιαφέρον σε τέτοια αφιερώματα. Τόσο για τους συμμετέχοντες, όσο και για το κοινό, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούσει τον αγαπημένο του καλλιτέχνη μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Προσωπικά, το αφιέρωμα αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να ανακαλύψω κι άλλα τραγούδια της Αρλέτας, να μαγευτώ από την ικανότητά της να τραγουδά με τόση φυσικότητα και συναίσθημα, να τη γνωρίσω πιο ουσιαστικά και να την αγαπήσω. Επομένως, μόνο θετικά μπορώ να δω μία τέτοιου είδους προσέγγιση.



Έχεις δηλώσει ότι κάποια στιγμή θα γράψεις και τραγούδια με ελληνικό στίχο. Πιστεύεις ότι θα χρειαστεί να αλλάξεις ηχητική κατεύθυνση προκειμένου να κάνεις κάτι τέτοιο; Ή θα επιχειρήσεις να τον συνδυάσεις με τις διεθνείς μουσικές αναφορές που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή στα τραγούδια σου;

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα! (γέλια) Αυτή τη στιγμή γράφω συνεχώς στίχους. Σε δεύτερο στάδιο, λίγο αργότερα, θα γράψω μουσική, και βλέποντας και κάνοντας. Το συναίσθημα θα με οδηγήσει. Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, είναι μεγαλύτερος ο ενθουσιασμός μου, σε σχέση με τον προβληματισμό που θέτεις...

Η συναυλιακή δράση σου περιορίζεται προς το παρόν εντός των ελληνικών συνόρων. Στοχεύεις σε εμφανίσεις στο εξωτερικό;

Όχι, δεν είναι στόχος μου. Όπως είπα και πριν, θέλω να δουλέψω στην Ελλάδα και να συνεχίσω να συνεργάζομαι με αξιόλογους καλλιτέχνες. Τώρα, αν χτυπήσει το τηλέφωνό μου και μου πει ο Bruce Springsteen ότι θέλει να τραγουδήσω μαζί του, ε τότε ναι, παίρνω την οδοντόβουρτσά μου κι έφυγα!

Πέραν του live στο Faust, τι άλλο υπάρχει σημειωμένο στην ατζέντα σου, και τι άλλα σχέδια κάνεις, έστω σε επίπεδο σκέψεων;

Θα ακολουθήσουν κι άλλα live, στον Σταυρό Του Νότου, τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο. Αλλά προς το παρόν θα συνεχίσω να βλέπω τη σειρά Sharp Objects, γιατί πρέπει να μάθω ποιος είναι ο δολοφόνος...