search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Όχι μία, αλλά δύο νέες δουλειές κυκλοφόρησε φέτος ο αεικίνητος συνθέτης, αμφότερες με τη γνωστή –πλέον– οξυδέρκεια που χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου του...

Όχι μία, αλλά δύο νέες δουλειές κυκλοφόρησε φέτος ο Μανώλης Γαλιάτσος. Και μάλιστα δύο αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους δουλειές («όμοια διαφορετικές», όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος), αμφότερες με τη γνωστή –πλέον– οξυδέρκεια που χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου του. Τα πώς και τα διότι, μας τα εξηγεί στην παρακάτω ενδιαφέρουσα (αν και ηλεκτρονική) συνομιλία…  
 
 
Κυκλοφορήσατε ταυτοχρόνως δύο άλμπουμ. Θα «πρέπει» το καθένα να αντιμετωπίζεται αυτοτελώς ή είναι συμπληρωματικά;
 
Ασφαλώς και κάθε δουλειά λειτουργεί αυτοτελώς, κατά την ίδια έννοια που και κάθε ξεχωριστό κομμάτι μιας δουλειάς οφείλει επίσης να λειτουργεί αυτοτελώς. Συμπληρωματικές είναι κατά την έννοια ότι κάθε επί μέρους εργασία ενός δημιουργού φωτίζει εκ νέου (ή και διαφορετικά) το σύνολο. Αν όμως –όπως διαισθάνομαι– η ερώτησή σας περιέχει στο βάθος το «γιατί» της ταυτόχρονης κυκλοφορίας, η απάντηση είναι η εξής: για να λειτουργήσει συνδυαστικά και ως βασικό αντίδοτο στον μουσικό χουλιγκανισμό. Ο καθένας μπορεί ν' αναρωτηθεί: «τι έγινε εδώ, πώς αυτός κάνει τόσο διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα και μάλιστα ταυτόχρονα; Γιατί εγώ νόμιζα ότι απαγορεύεται κάτι τέτοιο;». Ίσως έτσι αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι στη μουσική δεν επιλέγουμε με βάση τα «προτιμώμενα» ιδιώματα, αλλά με βάση τη μία και αδιαίρετη έκφρασή της.
 
Πού τέμνονται, λοιπόν, και πού διαφοροποιούνται η Θερμότητα Των Πραγμάτων και το Τρέξε Σαν Σφαίρα;
 
Νομίζω πως είναι δύο ριζικά όμοια διαφορετικές δουλειές. Θα με ρωτήσετε: πόσο όμοιες μπορεί να είναι δύο δουλειές που χειρίζονται εντελώς διαφορετικές μουσικές περιοχές; Κλασικής, μετακλασικής, ρομαντικής βάσης Η Θερμότητα Των Πραγμάτων· περί το ροκ και τον ηλεκτρικό ήχο το Τρέξε Σαν Σφαίρα. Από την άλλη, η ταύτισή τους στο επίπεδο αναζήτησης της μουσικότητας είναι, νομίζω, εμφανής. Το όραμα και η μουσική σκέψη παρέχουν εντελώς κοινό έδαφος, πράγμα που αρχικά μοιάζει με απόλυτο παράδοξο, απ’ τη στιγμή που μιλάμε για δύο δουλειές με τεράστιες διαφορές στις εν γένει δομικές και ηχητικές τους αποτυπώσεις. Εγώ όμως εντοπίζω την όμοια ουσία σε μια σειρά από λεπτομέρειες κατά τη δημιουργία των δύο εργασιών. Για παράδειγμα, στο γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να επιστρατευθεί ούτε ένας μουσικός ο οποίος θα μετείχε αποκλειστικά στη μία απ' τις δύο δουλειές προκειμένου να συνεισφέρει στη διαφορετικότητα του ήχου. 
 
Το Τρέξε Σαν Σφαίρα –που χρονολογικά ακολούθησε τη Θερμότητα Των Πραγμάτων σ' αυτήν την περίπου ταυτόχρονη διαδικασία– δανείστηκε τους λίγους μουσικούς του από τη Θερμότητα. Προσέξτε τώρα: ο Renato Ripo στο τσέλο και η Julieta Avetyan στο βιολί είναι δύο άνθρωποι απολύτως κλασικής παιδείας. Όταν τους ακούτε όμως στο Τρέξε Σαν Σφαίρα, δεν ακούτε τους φορείς μιας άλλης καλλιτεχνικής αντίληψης και κουλτούρας. Δεν τείνουν ν' αφομοιώσουν τους υπόλοιπους μουσικούς, αλλά ούτε και αφομοιώνονται απ' αυτούς. Είναι, απλά, φυσικές μουσικές παρουσίες, άνευ παραπομπών. Ακούγονται εντελώς διαφορετικοί απ' τη Θερμότητα Των Πραγμάτων και την ίδια στιγμή απολύτως όμοιοι με τους εαυτούς τους, δίχως ειδικά τικ στη μουσική τους συμπεριφορική. Τι συμβαίνει; Ο “Ζεστός Θάνατος” από τη Θερμότητα Των Πραγμάτων και οι “Μέρες Του '13” από το Τρέξε Σαν Σφαίρα, είναι εξ ίσου ρομαντικές και με ρομαντική διάθεση στην εκτέλεσή τους συνθέσεις. Αυτό λοιπόν είναι που ονομάζω όμοια διαφορετικότητα και τελικά δύναμη της μουσικής γλώσσας, όπως αναδεικνύεται όταν αφήνει πίσω της τη μονομέρεια των μουσικών ειδών.
 
Mangal_2
 
Στην τριλογία που έκλεισε με την Πατρίδα Χωρίς Παράδεισο, ασχοληθήκατε με συγκεκριμένες όψεις του «κοινωνικού ζητήματος» της χώρας. Υπάρχει κι εδώ κάτι τόσο συγκεκριμένο ως αφήγηση;
 
Πράγματι, με το Πατρίδα Χωρίς Παράδεισο έκλεισε μια τριλογία, το Τρέξε Σαν Σφαίρα όμως αποτελεί συνέχεια του Άφοβοι - Έφηβοι, το οποίο απ' τη μεριά του αποτελούσε πρώτο μέρος της τριλογίας. Το Τρέξε Σαν Σφαίρα ξαναβρίσκει τους τότε έφηβους, πέντε χρόνια μετά. Βλέπετε λοιπόν ότι, αθέλητα κι απρογραμμάτιστα, αρχίζει σιγά-σιγά και διαμορφώνεται ένα δέντρο. Δεν ξέρω πόσο θα διακλαδωθεί. Το βασικό είναι ότι η μουσική μου εξελίσσεται παράλληλα με τη ζωή μου. Κάθε τόσο φροντίζω να θυμάμαι ότι δεν ζω μόνος μου. Δουλειές με θεματική σχετική του Τρέξε Σαν Σφαίρα, μου θυμίζουν ότι δεν πρέπει να διστάζω να δεσμεύομαι. Δουλειές «μέσα», όπως η Θερμότητα Των Πραγμάτων, μου θυμίζουν ότι είμαι ήδη οριστικά δεσμευμένος.
 
Στο Τρέξε Σαν Σφαίρα, ενώ δίνεται η εντύπωση της κίνησης, επιλέγετε μια σχετικά «βαριά» ενορχήστρωση. Ομοίως, στην εικονογράφηση του “Στη Νίκη Που θα Γευτείς”: ενώ ίσως κάποιος περίμενε κάτι που θα παρέπεμπε σε νιάτα και στις «υποσχέσεις της μέλλουσας ζωής», βλέπουμε το σκαμμένο πρόσωπο ενός ηλικιωμένου. Υπονοούν κάτι αυτές οι (φαινομενικές έστω) αντιφάσεις;
 
Η Τέχνη κάνει ακριβώς αυτό το πράγμα: ευαισθητοποιεί και κινητοποιεί στην υποβολή ερωτημάτων. Το γεγονός ότι με ρωτάτε δίνει από μόνο του μιαν απάντηση για το νόημα. Ας δώσω κι εγώ τη δική μου: η μουσική κίνηση στηρίζεται σε συγκεκριμένες ρυθμικές αξίες κι αυτό δεν μπορεί να είναι εντύπωση, είναι κάτι το απολύτως μετρήσιμο και κατά συνέπεια πραγματικό, όσο τουλάχιστον και η ίδια η πραγματικότητα. Η «βαριά» ενορχήστρωση –δηλαδή κατά βάση κιθάρες (συχνά χαμηλοκουρδισμένες), μπάσο, πιάνο, κρουστά– αποδίδουν ένα συνολικό τοπίο νύχτας (σκοτεινό με όλες τις έννοιες), οπότε και χαρακτηρίζω την ενορχήστρωση ασπρόμαυρη, εξ ου και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Χάρη Σφακιανάκη. 
 
Mangal_3
 
Θυμάμαι παρ' όλ' αυτά κάποια χοντρά παιδιά στο σχολείο που τρέχανε σαν δαιμονισμένα. Μπορεί λοιπόν κάτι να είναι βαρύ κι ευκίνητο συγχρόνως, άρα είναι σωστή η παρατήρησή σας. Στο κομμάτι “Στη Νίκη Που Θα Γευτείς”, όμως, με το οποίο ολοκληρώνεται η δουλειά, οι κιθάρες υπόσχονται τις δονήσεις της επερχόμενης ανάτασης, ενώ το βιολί σκορπίζει ριπές φωτός. Η σχετική φωτογράφιση, την οποίαν θεωρώ και την ωραιότερη, ίσως, όλου του κύκλου, έρχεται σε εμφανή αντίθεση με τη μουσική, όπως το επισημάνατε. Αυτό όμως είναι που την καθιστά –κατά τη γνώμη μου– τόσο εύστοχη καλλιτεχνικά. Θα μπορούσα να επικαλεστώ διάφορες εξηγήσεις: την ειρωνεία, τον βαθύτερο πεσιμισμό, την υπόσχεση, την αφιέρωση κ.λ.π. Καμιά όμως νομίζω δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον πραγματικό λόγο που υποβάλλει κι εσάς στη διαδικασία του ερωτήματος. Είναι η συγκίνηση από τον λυγμό της ίδιας της αντίφασης που δίνει το αισθητικό νόημά της. Αντί να ζητάτε φωτογραφίες μου για τη συγκεκριμένη συνέντευξη, δημοσιεύστε λοιπόν αυτήν τη φωτογραφία (και όποιες άλλες), γράψτε τους τίτλους και βάλτε το όνομα του φωτογράφου από κάτω.
 
Απ' την άλλη, η Θερμότητα Των Πραγμάτων έχει μια πιο λεπτή ή διακριτική ενορχήστρωση· θα ήταν ίσως σωστό αν υποθέταμε πως διέπεται από μια κάπως πιο ονειροπόλα διάθεση;
 
Αληθώς λέγω υμίν, η διαφορά λεπτότητας και διακριτικότητας είναι ανάλογη με αυτήν μεταξύ μιας παραμορφωμένης ηλεκτρικής κιθάρας κι ενός βιολιού ή όμποε. Όταν κάποτε είπα σ' έναν συνάδελφό σας ότι η κλασική μουσική είναι –καλώς ή κακώς– η κιβωτός της μουσικότητας, είμαι σίγουρος ότι έριξα πάνω του ένα βάρος ανεπιθύμητο και άκρως ενοχλητικό, από εκείνα που κανείς δεν θέλει μια μέρα να πέσουν στον δρόμο του. Ειδικά μάλιστα αν θεωρεί ότι έχει «τακτοποιήσει» μέχρι εκείνην τη στιγμή όλα τα υπόλοιπα μουσικά ζητήματα στο κεφάλι του. Ονειροπόλα πάντως –δηλαδή ρομαντική– διάθεση, θα βρείτε έντονη και στο Τρέξε Σαν Σφαίρα, όπως λέγαμε και προηγουμένως.
 
Mangal_4
 
Σχετικά με τους τίτλους των συνθέσεων, πώς λειτουργείτε; Υπαγορεύει δηλαδή ο τίτλος που έχετε προεπιλέξει το ύφος των συνθέσεων ή η ίδια η σύνθεση σας οδηγεί στην ονοματοδοσία;
 
Γράφω μουσική με αμέριστη εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι οι νότες απαρτίζουν έναν αεικίνητο μακρόκοσμο από ιδεογράμματα, ικανά να εισδύουν σε κάθε τι το κειμενικό και διακειμενικό, το γνωστό και άγνωστο και ότι το ένστικτό μου βρίσκεται εκεί για να διακρίνει σωστά, ξεδιαλύνοντας εικόνες κι έννοιες τις οποίες στη συνέχεια θα ερμηνεύσει με βάση το συμβατικό λεξικό. 
 
Διαβάζουμε στα ένθετα των δύο άλμπουμ ότι «το mastering δεν έγινε στη Νέα Υόρκη!». Προς τι η ανάγκη αποσαφήνισης;
 
Δεν το βρίσκετε χαριτωμένο; Ο Αντώνης Μποσκοΐτης μου έλεγε ότι έσκασε στα γέλια όταν το διάβασε. Εσείς πάλι είστε πολύ ευφυής για να μην συνειδητοποιείτε την «αφελή» αντιστροφή που δημιουργείτε με την ερώτησή σας. Διότι τι είδους αποσαφήνιση είναι αυτή που λέει τι δεν έγινε και όχι τι έγινε; Ακούστε: μια φορά κι έναν καιρό, έκανα μια δουλειά –δύσκολη δουλειά ομολογουμένως– που λεγόταν Ανεπαίσθητες Αποκλίσεις (σ.σ.: κυκλοφόρησε στα μέσα περίπου του 2013), για την οποία ήμουν και εξακολουθώ να είμαι ιδιαίτερα περήφανος. Κάποιοι προφανώς βραχυκυκλώθηκαν από τις συνθετικές και ενορχηστρωτικές δυσκολίες της δουλειάς και ανακάλυψαν ότι το πρόβλημα όλων των δυσκολιών τους έγκειτο σε λάθος από μέρους μου χειρισμό του ήχου. Ξέρετε, είναι λίγο βάρβαρο να σε πληροφορούν οι άλλοι ότι αυτό που ήθελες να κάνεις δεν ήταν αυτό που ήθελες να κάνεις. Εισάγεται έτσι και η κριτική σ' ένα νέο πεδίο, εκείνο της μεταφυσικής του ήχου. Είναι, όπως αντιλαμβάνεστε, κάτι τέτοιο για τον κριτικό ένα νεοσύστατο, βολικό βασίλειο, αυτό της αυθαιρεσίας και του αναπόδεικτου. Κοινώς της μπουρδολογίας. 
 
Σε μία επόμενη λοιπόν φάση, θα πρέπει να ζητήσουμε επίσημα την κατάθεση αυτής της νέας βίβλου, για να γνωρίζουμε όλοι ποια είναι τα νέα κριτήρια με βάση τα οποία αρθρώνεται η μουσική. Θα είναι βασικό να ανακοινωθούν και επισήμως, διότι τότε θα μπορούμε να διασκεδάζουμε όλοι μαζί και όχι κάποιοι χώρια. Προσέξτε τώρα και ένα αντίθετο, όχι μικρότερης σημασίας παράδειγμα: ο Χάρης Συμβουλίδης, στην πρόσφατη κριτική του για τη Θερμότητα Των Πραγμάτων, με τη γνωστή αίσθηση κριτικού, τη σοβαρότητα και την ακρίβεια που τον χαρακτηρίζουν, υπαινίχθηκε για τις Ανεπαίσθητες Αποκλίσεις ότι είχαν την τάση να γέρνουν προς τη μεριά του μεγαλεπήβολου. Είναι πολύ σωστή η επισήμανσή του και παρά το γεγονός ότι διαφωνώ με την αξιολόγησή της, μου είναι απολύτως κατανοητή και αποδεκτή ως θέση, διότι είναι ικανή προς αισθητική συζήτηση και επίσης ανοιχτή σε συμπεράσματα. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνετε τη διαφορά... Ελπίζω λοιπόν κύριε Πούλιο, μ' αυτά και μ' αυτά, να υπήρξα αρκετά διαφωτιστικός για το τι συνέβη πραγματικά εκεί στη Νέα Υόρκη!
 
Mangal_5
 
Σε (περσινή, αν δεν κάνω λάθος) συνέντευξη στην Αυγή, ισχυρίζεστε ότι «οι αριστεροί έχουν ανάγκη από περιεχόμενο ζωής και όχι από συσκευασία ευφορίας». Θα λέγατε ίσως πως, πέρα από την Αριστερά, αυτό είναι ένα γενικότερο ζητούμενο; Γνωρίζετε, μάλλον, πως υπάρχουν αρκετοί που λένε πως ο Χάξλεϊ έπεσε πιο μέσα στις «προβλέψεις» του απ' όσο έπεσε ο Όργουελ στις δικές του...
 
Θα ευχόμουν κι εγώ να ήταν ένα γενικότερο ζητούμενο. Για όσο εναλλάχτηκαν πάντως –προ κρίσης– τα δύο κόμματα στην εξουσία, δεν είδαμε κανείς (από πάνω ή από κάτω) να διατυπώνει την ανάγκη για την υποβολή ενός σχετικού αιτήματος. Μόνον ατέλειωτη ευδαιμονία. Απ' την άλλη, ίσως με τη δήλωσή μου να ήθελα να υπενθυμίσω στην Αριστερά ότι πρέπει να παραμείνει Αριστερά και να μην μετατραπεί σε γελοία Κεντροαριστερά, δηλαδή κατάπτυστη Σοσιαλδεξιά. Για τον Χάξλεϊ, στον οποίον αναφέρεστε –και με δεδομένο ότι οι εσχατολογικές κρίσεις δεν είναι του διανοητικού μου γούστου– προτιμώ να τον βλέπω ως τον καλλιτέχνη που τα οράματά του (περισσότερο κι απ' τους αυτοπειραματισμούς του με τη μεσκαλίνη) σχετίζονταν με την τυφλότητα· κι αυτό είναι κάτι που προσφέρει και σ' εμάς μιαν επιπλέον συμβολική διάσταση όταν τον φανταζόμαστε μέσα στις γκρίζες δεκαετίες. Όσο για τον Όργουελ, σίγουρα ο αυτόβουλος και με υψηλά ανταλλάγματα χαφιεδισμός του στις μυστικές υπηρεσίες δεν συνιστά τον πιο αξιόπιστο μάρτυρα για την υπεράσπιση των ανθρώπινων ελευθεριών, έτσι δεν είναι; Το σημειώνει κι ο Ίαν ΜακΓιούαν αυτό.
 
Mangal_6
 
Όσο αφορά τα μελλοντικά σας σχέδια, έχετε ήδη προαναγγείλλει την επόμενη δουλειά σας (Το Αργό Πέρασμα Των Ημερών). Την έχετε υλοποιήσει; Αν ναι, πώς είναι; Αν όχι, πώς τη φαντάζεστε;
 
Όταν ανακοινώνω κάποια προσεχή δουλειά μου, σημαίνει ότι συνθετικά και ενορχηστρωτικά είναι ουσιαστικά ολοκληρωμένη. Αυτό που απομένει είναι η πληθώρα των λεπτομερειών και η συνολική επεξεργασία του ήχου, στοιχεία τα οποία βέβαια δεν υποτιμώ, διότι και μέγιστης σημασίας είναι, μα και τουλάχιστον άλλο τόσο χρονοβόρα με την καθ' αυτή δημιουργική διαδικασία. Το Αργό Πέρασμα Των Ημερών, μετά από οκτώ συνεχόμενες εργασίες σχεδόν αποκλειστικά ορχηστρικής μουσικής, μοιράζεται ανάμεσα στο τραγούδι και στην ορχηστρική μουσική. Από τη άποψη λοιπόν της πολύ γενικής του φόρμας, θα έλεγε κανείς ότι προσομοιάζει περισσότερο με Του Μάγου Τα Παιχνίδια, τον τελευταίο μου δίσκο πριν την αποκλειστική ενασχόλησή μου με την ορχηστρική μουσική. Θέλω να πιστεύω όμως ότι η εμπειρία που μεσολάβησε θα καταγράφεται στο καινούργιο αποτέλεσμα. Ευελπιστώ ότι θα είναι η πιο απλή (ας μην υπερβάλλουμε βέβαια κιόλας), ουσιαστική και απολαυστική, η πιο προσωπική και ταυτόχρονα ανοιχτή δουλειά μου.